“Παρανομήστε ελεύθερα, τσίλιες φυλάει η Κυβέρνηση” – Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017

“Παρανομήστε ελεύθερα, τσίλιες φυλάει η Κυβέρνηση” – Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017

Η κραυγή αγωνίας των  φοιτητών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης για την απόλυτη κατάσταση ανομίας που επικρατεί στους χώρους του ήρθε να υπογραμμίσει με τον πιο έντονο τρόπο την κατάρρευση των συστημάτων της Δημόσιας Ασφάλειας στη χώρα μας.

Αυτά που περιγράφονται στην ανακοίνωσή τους, στην πραγματικότητα περιγράφουν την κατάσταση που επικρατεί σε πολλά σημεία της χώρας.

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ εργάστηκε συνειδητά και συστηματικά για να επέλθει η κατάσταση αυτή.

-Το πρώτο της μέλημα ήταν η νομοθέτηση μέτρων για την αποφυλάκιση καταδικασμένων για βαριά εγκλήματα, ακόμη και τρομοκρατών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να επιστρέψουν άμεσα στην εγκληματική δράση όσοι είχαν διαπράξει στο παρελθόν σοβαρά κακουργήματα και καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές κάθειρξης.

-Το επόμενό της μέλημα ήταν η αμνήστευση όσων είχαν διαπράξει ποινικά αδικήματα τα οποία τιμωρούνταν με ποινή φυλάκισης μέχρι δύο χρόνια. Χιλιάδες παραβάτες απαλλάχθηκαν, ενώ χιλιάδες αδικηθέντες από αυτούς είδαν την Πολιτεία να τους αδικεί μία ακόμη φορά.

-Η κατάργηση βασικών Μονάδων της Αστυνομίας που είχαν επιφορτισθεί με την πρόληψη, αλλά και την καταστολή της εγκληματικότητας, όπως η Ομάδα Δέλτα, οδήγησε στον πολλαπλασιασμό των περιοχών όπου ισχύει το «άβατο» για το κράτος και φυσικά επέφερε την έξαρση της εγκληματικότητας. Τα γεγονότα στο Μενίδι, το σταθερό «άβατο» των Εξαρχείων και η μετατροπή των πανεπιστημιακών χώρων σε ορμητήρια βίας και παρανομίας πιστοποιούν την αντίληψη των κυβερνώντων για τα θέματα της Δημόσιας Ασφάλειας.

Όταν κλονίζονται θεσμικές λειτουργίες της χώρας στο ανώτατο επίπεδο, με τις επαφές και τις συνομιλίες Υπουργών με καταδικασθέντες σε ισόβια, τότε είναι προφανές ότι φτάσαμε σε καθοριστικό σημείο διάλυσης.

Όταν στη θέση του Πρωθυπουργού βρίσκεται ο άνθρωπος που δήλωνε ανερυθρίαστα ότι δεν πληρώνει τους φόρους του και καλούσε τους πολίτες να κάνουν το ίδιο, όταν στις θέσεις Υπουργών βρίσκονται πρώην ηγετικά στελέχη του κινήματος «δεν πληρώνω», όταν ο Υπουργός Υγείας καπνίζει προκλητικά σε δημόσιους χώρους και πυροβολεί ως δήθεν κρητικός παλληκαράς, όταν ο Υπουργός Παιδείας δηλώνει ότι η αντιμετώπιση της παρανομίας στα Πανεπιστήμια δεν είναι δουλειά της αστυνομίας αλλά ενός «ρωμαλέου» φοιτητικού κινήματος (το οποίο θα μετέλθει μεθόδους αυτοδικίας ή τι άραγε;), τότε είναι προφανές ότι το μήνυμα προς τους επίδοξους παραβάτες είναι «παρανομήστε άφοβα, τσίλιες φυλάει η κυβέρνηση».

Όμως αυτές οι κυβερνητικές συμπεριφορές απογοητεύουν άξιους αστυνομικούς, αφού αισθάνονται ότι όχι μόνο δεν έχουν καμία κάλυψη από την πολιτική τους ηγεσία, αλλά, αντίθετα, αν κάνουν σωστά τη δουλειά τους μπορεί να βρεθούν στο στόχαστρο των οργανωμένων παρακρατικών δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ που έχουν ισχυρή επιρροή στην κυβέρνηση.

Για τον ίδιο λόγο, πολλοί Δικαστές απογοητεύονται όταν βλέπουν να ακυρώνεται η δικαιοδοτική τους λειτουργία και η επιβολή σοβαρών ποινών, αφού σε λίγο οι καταδικασθέντες θα κυκλοφορούν ελεύθεροι.

Οι αλλαγές οφείλουν να είναι θεμελιώδεις -και σίγουρα δεν μπορούν να προέλθουν από μια Κυβέρνηση της οποίας τα στελέχη επιδεικτικά καταπατούν του νόμους.

Η αποκατάσταση του αισθήματος της δημόσιας ασφάλειας προϋποθέτει την ανασύνταξη της Ελληνικής Αστυνομίας, με την οργάνωση των Μονάδων Πρόληψης και Καταστολής της εγκληματικότητας, την ανύψωση του ηθικού των αστυνομικών και την εμπιστοσύνη στην αποστολή τους.

Αντίστοιχα, για να υπάρξει αποτελεσματική λειτουργία της Δικαιοσύνης επιβάλλονται η εξάλειψη όλων των διατάξεων που αντί να καταστέλλουν ενθαρρύνουν την εγκληματικότητα και η οργάνωση της ποινικής νομοθεσίας στα πρότυπα των πιο προηγμένων ευρωπαϊκών χωρών. Εκεί όπου ο νόμος γίνεται σεβαστός από όλους, γιατί όλοι γνωρίζουν ότι οι συνέπειες που θα αντιμετωπίσουν ως παραβάτες θα είναι πολύ σοβαρές. Εκεί, δηλαδή, όπου ο νόμος λειτουργεί κυρίως προληπτικά, προβλέποντας ποινές που πράγματι εκτελούνται.