Οι άριστοι του δημοσίου τομέα – Άρθρο του Μιχάλη Καλφίδη στη “ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ”, Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2017

Οι άριστοι του δημοσίου τομέα – Άρθρο του Μιχάλη Καλφίδη στη “ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ”, Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2017

Το θέμα της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων αποτελεί προϋπόθεση για την εξυγίανση και τη βελτίωση της δημόσιας διοίκησης. Η άρνηση στην αξιολόγηση του 80-85% των εργαζομένων και η παρότρυνση σε ανυπακοή της ΑΔΕΔΥ αποτελούν ντροπή για μια σύγχρονη χώρα και δείχνουν την επικρατούσα λάθος νοοτροπία στον δημόσιο τομέα. Το θέμα αυτό θα αντιμετωπιστεί το επόμενο διάστημα, έστω και για λόγους συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις των θεσμών. Η ΩΡΑ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ, στη σχετική ανακοίνωσή της, αναφέρει ότι η αξιολόγηση είναι μια μάχη που θα έπρεπε να είχε δοθεί στον προηγούμενο αιώνα, ενώ ο μόνος από τους υποψήφιους για τον νέο φορέα που πήρε ξεκάθαρη θέση είναι ο Σταύρος Θεοδωράκης.

Μεγάλωσα εργασιακά στον ιδιωτικό τομέα, έζησα το κλίμα και τις συνθήκες του εργαζόμενου και του επιχειρηματία, ήρθα ταυτόχρονα αρκετές φορές “αντιμέτωπος” με τους δημόσιους φορείς, τις υπηρεσίες, τις αρχές του κράτους. Παράλληλα, συμμετέχοντας σε διάφορες διοικήσεις -κλαδικού φορέα, δημοσίου οργανισμού, μη κερδοσκοπικού σωματείου- συνεργάστηκα με δημόσιους και ιδιωτικούς υπαλλήλους σε όλα τα επίπεδα.

Στη διαδρομή αυτή, με έχει αγγίξει πολλές φορές το βαθύ συναίσθημα αδικίας στη σύγκριση του κακού δημοσίου υπαλλήλου με τον εργαζόμενο του ιδιωτικού τομέα αλλά κι εκείνη του ικανού και εργατικού δημοσίου υπαλλήλου με τον φυγόπονο συνάδελφό του.

Στον ιδιωτικό τομέα, οι εργαζόμενοι αξιολογούνται συνεχώς στην πράξη με αυστηρά κριτήρια και αμείβονται σημαντικά λιγότερο (38% κατά μέσο όρο), ακόμη κι αν συνυπολογιστούν οι 14 μισθοί τους σε ετήσια βάση. Η αξιολόγηση γίνεται με την αναγνώριση, την προαγωγή, τα bonus και τις προτάσεις θέσεων ή, στον αντίποδα, με την επίπληξη, τη μείωση αμοιβών και την απόλυση. Η ανεργία – μείωση θέσεων εργασίας – αυξάνει την αυστηρότητα των κριτηρίων, ενώ επειδή κριτής είναι ο εργοδότης, ο οποίος επηρεάζεται από την κατάσταση της αγοράς, πολλές φορές η αξιολόγηση είναι άδικη και ορισμένα από τα κριτήρια όπως η ηλικία, οι αμοιβές ή ο ρατσισμός της εμφάνισης είναι καθοριστικά και υπερισχύουν των ικανοτήτων των εργαζομένων.

Στον δημόσιο τομέα, το γεγονός ότι η μονιμότητα είναι κατοχυρωμένη από το Σύνταγμα και δεν υπάρχει μέχρι σήμερα καμία μορφή αξιολόγησης των εργαζομένων, δημιουργεί συνθήκες παρακμής. Η μονιμότητα ευθύνεται για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική δημόσια διοίκηση, αλλά και για την εύρυθμη λειτουργία του ιδιωτικού τομέα, όπου οι ελεγκτικοί μηχανισμοί είναι ο ρυθμιστής των κανόνων λειτουργίας των επιχειρήσεων.

Όμως, αν δεν εφαρμοστεί και στο δημόσιο η αξιολόγηση, πώς θα ξεχωρίσουμε τους ικανούς, αποδοτικούς, αρίστους δημοσίους υπαλλήλους από τους κακούς συναδέλφους τους; Πώς θα ξεχωρίσουμε τον δάσκαλο που προσπαθεί να διαπαιδαγωγήσει και να μεταδώσει τη γνώση στους μαθητές του, εκείνον που έχει υπηρετήσει αρκετά χρόνια σε ακριτικά μέρη επειδή, αντίθετα από άλλους συναδέλφους του, δεν είχε “μέσον” στο υπουργείο να πάρει τη βολική απόσπαση, από τους άλλους, βολεμένους συναδέλφους του που, αφού εξασφάλισαν την επιθυμητή θέση τους, διαμαρτύρονται με αχαριστία για τα πολλά τεστ που έχουν να διορθώσουν ή για τα άβολα προγράμματα των διδακτικών ωρών τους;

Πώς θα ξεχωρίσουμε τον γιατρό ή τον νοσηλευτή που δουλεύει πέρα από το ωράριό του γιατί οι ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναμικό είναι τραγικές -εκείνον  που κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες για να βοηθήσει ή να παρηγορήσει τους αρρώστους συμπολίτες μας, εκείνον που εκτίθεται σε ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας, σε αντίθεση με τους άλλους που δέχονται τα “φακελάκια” εκβιάζοντας καταστάσεις ή συνδιαλέγονται με τις φαρμακευτικές εταιρίες και τους προμηθευτές υλικών; Πώς θα ξεχωρίσουμε τον ένστολο που υπηρετεί την πατρίδα με αυταπάρνηση, σε επικίνδυνες ζώνες, πολλές φορές με ακατάλληλο υλικό εξοπλισμό, στα σύνορα, στις φωτιές, στην πάλη με το έγκλημα, από τους μόνιμα βολεμένους σε βουλευτικά γραφεία ή τους οκνηρούς που πάντοτε βρίσκουν τρόπους να μην βρίσκονται στη θέση στην οποία τους χρειάζεται η χώρα; Πώς θα ξεχωρίσουμε τους εργαζόμενους που προσπαθούν να κάνουν σωστά τη δουλειά τους, εκείνους που είναι παραγωγικοί, εκείνους για τους οποίους η δουλειά δεν είναι μόνο ο μισθός αλλά και η αίσθηση καθήκοντος, εκείνους που χαίρονται να βλέπουν το αποτέλεσμα των προσπαθειών τους, που θα τους άρεσε να δουλεύουν σε ένα ευχάριστο περιβάλλον, που θέλουν να εξυπηρετούν τους πολίτες, που είναι ακέραιοι, που δεν τους φοβίζει να αξιολογηθούν, που έχουν διοριστεί με τον ΑΣΕΠ, που είναι τιμή τους να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και να είναι περήφανοι για την πατρίδα;

Αντίθετα, όταν δεν κρίνονται, δέχονται τη γενική «ρετσινιά» του τεμπέλη λόγω των κακών συναδέλφων τους, τους οποίους βλέπουν να λουφάρουν ενώ αμείβονται με τον ίδιο μισθό, παρακολουθούν τις αλλαγές των πολιτικών προϊστάμενων τους και την εύνοια στους δικούς τους, περνούν τον εργασιακό τους χρόνο σε άθλια κτήρια, παρατημένα από το κράτος αλλά και από τους ίδιους τους εργαζόμενους σε αυτά, δέχονται πολλές φορές τη δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη προσβλητική συμπεριφορά αγανακτισμένων πολιτών ενώ προσπαθούν να τους εξυπηρετήσουν.

Θα πρέπει, επιτέλους, να υπάρξει η πολιτική βούληση, έστω και με την πίεση των θεσμών, για την αξιολόγηση και την ανάδειξη των αρίστων και την αναδιάταξη των δημόσιων υπηρεσιών, ώστε με λίγες εξειδικευμένες νέες προσλήψεις να βελτιωθεί συνολικά η λειτουργία του δημοσίου τομέα και να ενισχυθούν οι άμεσες υπηρεσίες προς τους πολίτες, κυρίως στους τομείς της Υγείας, της Παιδείας, των Ασφαλιστικών Ταμείων και των Κοινωνικών Υπηρεσιών.

Οι άριστοι του δημοσίου τομέα αξίζουν την προσοχή και τη φροντίδα μας. Γι’ αυτούς πρωτίστως οφείλουμε να εφαρμόσουμε την αξιολόγηση σήμερα, έστω και με τεράστια καθυστέρηση.

Υ.Γ. Το κείμενο αυτό απευθύνεται στους πολλούς αρίστους του δημοσίου τομέα που συνάντησα στην προσωπική μου διαδρομή!

Υ.Γ. Με στοιχεία του Σεπτεμβρίου 2016 οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης είναι 1758.
Οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι είναι τουλάχιστον 567.000 με στοιχεία που έδωσαν σε συνέντευξή τους τον Νοέμβριου 2016 μέλη του Δ.Σ. της ΑΔΕΔΥ. Το νούμερο αυτό αμφισβητείται ως χαμηλό και φυσικά μεγαλώνει με τους συμβασιούχους και τις προσλήψεις-μονιμοποιήσεις που πραγματοποιεί η σημερινή κυβέρνηση.