Κυβερνητικός τυχοδιωκτισμός και εθνική στρατηγική – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στον “ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ”, Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2018

Κυβερνητικός τυχοδιωκτισμός και εθνική στρατηγική – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στον “ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ”, Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2018

Είναι πράγματι ευκαιρία και, κυρίως, ανάγκη στα πλαίσια μιας ευρύτερης εθνικής στρατηγικής, να λυθεί το πρόβλημα με τα Σκόπια. Υπάρχουν από καιρό άλλες επείγουσες εθνικές προτεραιότητες. Εμφανίζονται και πάλι άμεσοι κίνδυνοι εξ Ανατολών και καλό θα ήταν να έκλειναν ανοιχτά μέτωπα με προωθητικούς, εθνικά επωφελείς συμβιβασμούς. Συμβιβασμούς οι οποίοι θα περιλαμβάνουν ρητές, Πολιτειακού επιπέδου, διασφαλίσεις ότι δεν θα γίνουν εργαλεία αλυτρωτικών διεκδικήσεων σε βάρος των εθνικών μας συμφερόντων.

Όμως, εδώ ακριβώς εντοπίζεται το μείζον θέμα της πολιτικής διαχείρισης του προβλήματος από την κυβέρνηση του κ. Τσίπρα. Η συζήτηση και οι ενέργειες για την λύση του εθνικού προβλήματος, εκφράζουν, με ανάγλυφο τρόπο, τις διαχρονικές παθογένειες άσκησης της ελληνικής εθνικής στρατηγικής: κομματική ιδιοτέλεια, ιδεολογικοποίηση των διαφορών και αφόρητη προχειρότητα.

Η σημερινή κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, διεκδικεί τον τίτλο του  αυθεντικότερου εκπροσώπου, αυτής της εθνικής κακοδαιμονίας.

Πρώτον, σχεδίασε την επίλυση του ζητήματος συνδυάζοντάς την με την αναδιάταξη και ανατροπή του πολιτικού σκηνικού προς ίδιον όφελος. Οι στόχοι πολλαπλοί: αποσταθεροποίηση και διάσπαση της ΝΔ με τη δημιουργία εθνικιστικού-μακεδονικού κόμματος, σύγχυση και προσεταιρισμός του Κινήματος Αλλαγής, που εμφανίζει ήδη, διαλυτικού χαρακτήρα, αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις στο εσωτερικό του, με ταυτόχρονη αποστασιοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ από τους ΑΝΕΛ.

Είναι προφανές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει να κερδίσει και πάλι την εξουσία, αντικαθιστώντας το ακροδεξιό πολιτικό του σύμμαχο με τον κεντροαριστερό, επενδύοντας στο σχέδιο, της μελλοντικής μεγάλης κεντροαριστερής διακυβέρνησης, το οποίο ήδη υπηρετούν πολλοί.

Πρόκειται για την αποθέωση της τυχοδιωκτικής επιδίωξης κομματικού οφέλους –μιας επιδίωξης που έχει στην αφετηρία της τη διάσπαση της  εθνικής συνοχής, της τόσο αναγκαίας για την επίλυση του εθνικού θέματος. Αυτή την εθνική ανάγκη, υπονόμευσε συστηματικά ο κ. Τσίπρας με τους τυχοδιωκτισμούς του.

Δεύτερον, η τακτική των πολιτικών συνεταίρων Τσίπρα-Καμμένου, ανέδειξε και πάλι τα γνωστά και συγχυτικά ιδεολογήματα περί δεξιάς και αριστερής, εθνικιστικής και ενδοτικής πολιτικής. Τείνει να επικρατήσει μια  ατζέντα τελείως αποπροσανατολιστική και, κυρίως, διαιρετική. Σ’ αυτήν πρωτοστατούν οι ρηχοί εκσυγχρονιστές που προσέτρεξαν να πάρουν θέση, χωρίς να αντιλαμβάνονται τι τελικά υπηρετούν και σε ποια πολιτική παγίδα έπεσαν, η εθνομηδενιστική ριζοσπαστική αριστερά, αλλά και ο κάθε ανόητος λεβεντόμαγκας που καταγγέλλει κάθε τόσο εθνικές προδοσίες.

Συνοδευτικά των παραπάνω είναι η απουσία στρατηγικής ανάλυσης και επεξεργασίας των θεμάτων και, κυρίως, η ανυπαρξία ενημέρωσης και προετοιμασίας της κοινωνίας για να στηρίξει τέτοιου βάρους προσπάθειες.

Και εδώ ακριβώς μας προέκυψαν τα συλλαλητήρια.

Αν θέλουμε να «διαβάσουμε» καλύτερα το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, θα διαπιστώσουμε ότι το πολιτικό αποτέλεσμα που παρήγαγε  δεν είναι, απλώς, η διατύπωση μιας μαξιμαλιστικής εθνικής  θέσης: ότι δηλαδή δεν θέλει ονοματολογικά  τον όρο Μακεδονία, ενώ το σύνολο, σχεδόν, του επίσημου πολιτικού συστήματος μιλάει για συμβιβασμό, με γεωγραφικό ή χρονικό προσδιορισμό.

Το πρόβλημα που αναδείχθηκε είναι βαθύτερο και αγγίζει τον πυρήνα του πολιτικού συστήματος. Η κοινωνία σε μεγάλο βαθμό αυτονομείται και εκφράζει την βαθιά της δυσπιστία για τη διαχείριση των μεγάλων εθνικών ζητημάτων από κομματικές ηγεσίες που είναι κατώτερες των περιστάσεων. Στα πλαίσια μιας εθνικής κατάθλιψης και εξελισσόμενης φτωχοποίησης, ξεσπά και αντιδρά.  Νοιώθει τις ηγεσίες, υπεύθυνες για τις οικονομικές καταρρεύσεις και φοβάται ότι επέρχονται νέες εθνικές ήττες. Βίωσε, άλλωστε, πριν λίγο καιρό, στο εθνικό υποσυνείδητο την σκαιά συμπεριφορά Ερντογάν, αλλά και θυμώνει με τους κλιμακούμενους αλβανικούς λεονταρισμούς. Όλα αυτά,  την στιγμή, που κάθε κόμμα και, ιδιαιτέρως, τα δύο κόμματα ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ που συναπαρτίζουν τη σημερινή κυβέρνηση, αντιμετωπίζουν το «Μακεδονικό» ως το εργαλείο για αλλότριες  επιδιώξεις.

Η πλειοψηφία των αντιδρώντων, είτε πήραν μέρος στο συλλαλητήριο είτε όχι, δεν έχει καμία σχέση με τα διάφορα γραφικά και περιθωριακά άκρα που συμμετείχαν σε αυτό. Ο κόσμος που βρέθηκε εκεί, προέρχονταν από όλες τις κοινωνικές και ηλικιακές κατηγορίες. Βρέθηκαν μαζί, για πρώτη φορά μετά το διχαστικό δημοψήφισμα του 2015, άνθρωποι που είχαν ψηφίσει είτε ΝΑΙ είτε ΟΧΙ, σε μια υπερβατική σύνθεση και προέρχονταν από όλο σχεδόν το φάσμα της σημερινής πολιτικής και κομματικής γεωγραφίας.

Με αφορμή, λοιπόν, την ανακυκλούμενη  εθνική διαχειριστική ανεπάρκεια, που κορυφώθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, ξαναμπαίνει  στην ατζέντα του ελληνισμού η συγκρότηση μιας σταθερής εθνικής στρατηγικής.

Το θέμα δεν είναι φιλολογικό, ούτε καν δεοντολογικό. Είναι επιτακτικά δραματικό. Η «παρασιτική οικονομική κατάρρευση» της χώρας επήλθε. Είναι ώρα να αναρωτηθούμε εάν επαπειλείται και μια εθνική κατάρρευση μέσω ενός νέου εθνικού ακρωτηριασμού.

Κάποιοι, λίγοι, το διατύπωσαν προφητικά μερικά χρόνια πριν, αλλά   κανείς δεν άκουγε. Σήμερα είναι αρκετοί σήμερα που το σιγοψιθυρίζουν,  αλλά δεν θέλουν να το σκέφτονται και το απωθούν. Η ιστορία, όμως, είναι αμείλικτη, ακόμα και με αυτούς που την έχουν τιμήσει κατ’ επανάληψη.

Ο κίνδυνος και οι φορείς του είναι ορατοί και καθημερινοί.

Τώρα  είναι η ευκαιρία, εξαιτίας της «παρασιτικής κατάρρευσης» της χώρας, να επανασχεδιάσουμε εκ θεμελίων την εθνική μας προοπτική: με στέρεο θεμέλιο την παραγωγική ανάπτυξη, να ξανακτίσουμε την εθνική αξιοπρέπεια, να ισχυροποιήσουμε την εθνική ασφάλεια και να δημιουργήσουμε μια νέα κοινωνία συνοχής και δικαιοσύνης. Αυτά είναι και τα βασικά ζητούμενα για τους Έλληνες σήμερα.

Το κλειδί για την κατάστρωση ενός τέτοιου σχεδίου είναι η σοβαρή πολιτική ηγεσία και ένα ώριμο εθνικά πολιτικό σύστημα, που θα κάνει τα παραπάνω πράξη. Όμως, αυτά τα στοιχεία απουσιάζουν. Και όσο απουσιάζουν, ο μεγάλος κίνδυνος μιας δεύτερης κατάρρευσης, πιο επώδυνης και τραυματικής είναι μπροστά μας.

 

 

Πολιτική Απόφαση Ώρας Αποφάσεων – Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

Πολιτική Απόφαση Ώρας Αποφάσεων – Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

Α. Στην πολιτική εισήγηση της Πολιτικής Γραμματείας,  τον Δεκέμβριο 2017, με σημείο αναφοράς τις εκλογικές εξελίξεις της «Νέας Προοδευτικής Παράταξης», αλλά και τις βασικές αδυναμίες Κυβέρνησης και Αντιπολίτευσης ν΄ απαντήσουν και να οργανώσουν το μεγάλο παραγωγικό ζητούμενο της χώρας, καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι βρισκόμαστε, δυστυχώς, σε πορεία αναπαλαίωσης και όχι μεταβολής του σημερινού,  αμετανόητου, πολιτικού συστήματος.

Ενδεικτικά σημειώναμε ότι : «Το πολιτικό σύστημα, συμπολιτευτικό και αντιπολιτευτικό, παραμένει αμετανόητο και συνεχίζει την παραπλανητική ψευδοπόλωση,  απέναντι σε μια κοινωνία κουρασμένη, απογοητευμένη, χαμηλών προσδοκιών και αναζητούσα πλέον, δυστυχώς, το μικρότερο κακό». Επίσης, υπογραμμίζαμε ότι  «Μιλάμε, λοιπόν, για ένα αναπαλαιωμένο πολιτικό σκηνικό που δεν αντιστοιχείται στις κοσμογονικές αλλαγές που έχουν συμβεί στην Ελλάδα της κρίσης. Φαίνεται ότι έχουμε πολύ δρόμο για την εμφάνιση ενός Νέου Πολιτικού Συστήματος, που θα ανταποκριθεί πολιτικά στις μεγάλες αυτές κοινωνικοοικονομικές αλλαγές».

Σήμερα, συνοψίζοντας στην ίδια ρότα,  μπορούμε να μιλήσουμε για την σταθεροποίηση ενός βασικού πολιτικού σκηνικού, που χαρακτηρίζεται από το κυρίαρχο δίπολο ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ και ένα ενδιάμεσο κόμμα-μπαλαντέρ, το Κίνημα Αλλαγής, για κάθε πολιτική χρήση.  Δυστυχώς, με αυτό το αναπαλαιωμένο πολιτικό  σκηνικό, βαδίζουμε για την επόμενη εθνική εκλογική αναμέτρηση.

Στην πορεία αυτή είναι ευθύνη έναντι των επομένων γενιών να ηττηθούν ο εθνολαικισμός, οι πελατειακές σχέσεις και ο αχαλίνωτος κρατισμός- φαινόμενα στα οποία πρωταγωνιστεί η υπάρχουσα κυβερνητική πλειοψηφία.

Β. Ιδιαίτερα για το Προοδευτικό Κίνημα, μέρος του οποίου αποτελεί και  η Ώρα Αποφάσεων, έχει σημασία ένας σοβαρός απολογισμός πορείας, αλλά και η ανάλυση της κατάστασής του,     ως απαραίτητος όρος για την συνέχεια  και της δικής μας πολιτικής δράσης.

Την περίοδο της εθνικής κατάρρευσης και της μνημονιακής εποπτείας, η Κεντροαριστερά, όπως αυτή ορίστηκε στη μεταπολίτευση, άλλαξε, με ραγδαίο τρόπο, πολιτική έκφραση. Από το ΠΑΣΟΚ μετατοπίστηκε στον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η αλλαγή πρέπει να αξιολογείται μονοδιάστατα . Ήταν από τη μια μεριά δικαιολογημένη, διότι απέδιδε πολιτική τιμωρία ευθύνης στο ΠΑΣΟΚ, απ’ την άλλη, όμως, η πρόσδεσή του στον ΣΥΡΙΖΑ κουβαλούσε όλες τις καταστροφικές «κεντροαριστερές»  παθογένειες, χωρίς τις αρετές του. Το αποτέλεσμα ήταν η αναπαραγωγή  της προηγούμενης τάξης πραγμάτων, του γνωστού χρεοκοπημένου παρασιτικού υποδείγματος της κρατικής και καταναλωτικής ψευδοευημερίας.

Είχαμε να κάνουμε, λοιπόν, από τη μια μ’ ένα δικαίως οργισμένο  κίνημα απέναντι στον μέχρι τότε πολιτικό του εκφραστή, το ΠΑΣΟΚ, απ’ την άλλη, όμως, είχαμε να κάνουμε με την απαράδεκτη συνέχιση του κινήματος στον λαϊκισμό της δανειακής επιδότησης, στον εθνοπαρασιτισμό των ευρωπαϊκών πακέτων , στον πελατειασμό, στον κρατισμό, στον κομματισμό, στον συντεχνιασμό, στην μετριοκρατία και άλλες μεταπολιτευτικές «κεντροαριστερές» παθογένειες, που ήρθε να καθαγιάσει, να εξωθήσει και να εκμεταλλευτεί πολιτικά ο ΣΥΡΙΖΑ, σε συνθήκες εθνικής οργής και θλίψης.

Έτσι, λοιπόν, κατά την διάρκεια της κρίσης (2010 – 2017), οι πολιτικές δυνάμεις που πίστεψαν σε μια ριζική επανατοποθέτηση, ιδεολογική, πολιτική και κομματική του προοδευτικού κινήματος, είχαν να επιτελέσουν έργο διπλό και δύσκολο . Να ανανεώσουν την χρεοκοπημένη πολιτικο-κομματική του έκφραση  και, ταυτόχρονα, να προχωρήσουν σε μια βαθιά αναθεώρηση των ιδεολογικών και στρατηγικών προσεγγίσεών του για την κοινωνία και τη χώρα. Έργο πολυεπίπεδο, που είχε να αντιμετωπίσει  δύο  αξεπέραστα, όπως αποδείχτηκε,  εμπόδια: την οπισθοδρομική αντίληψη του εναπομείναντος ΠΑΣΟΚ, αλλά και την τυχοδιωκτική –λαϊκιστική πολιτική  ΣΥΡΙΖΑ, που χειραγωγούσε το προοδευτικό κίνημα «μέσα από την κολακεία των παθών του». Ταυτόχρονα, ένα μέρος της πολιτικής του ατζέντας, υιοθετήθηκε από τον Κ. Μητσοτάκη, που όμως δεν μπόρεσε να το μετασχηματίσει σε ατζέντα του κόμματός του.

Αυτό το διπλό έργο, προσπάθησαν να υπηρετήσουν, κατ’ αρχάς μεμονωμένα και στη συνέχεια συνεργαζόμενα, κάποια εκσυγχρονιστικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ με τους γνωστούς στόχους: «Νέος Φορέας» και «Νέο Προοδευτικό Κίνημα» (μεταρρυθμισμός, εθνική αυτογνωσία, εθνικό σχέδιο, αντιπαρασιτισμός, αντικρατισμός, αντιπελατειασμός κοκ), με σοβαρές ιδεολογικές τομές, αλλά περιορισμένα πολιτικοργανωτικά αποτελέσματα. Αυτό το διπλό έργο, επωμίστηκε εξαρχής και ως ιδρυτικό, ιδεολογικό και πολιτικό φορτίο η Ώρα Αποφάσεων, θέτοντας σε πιο εξειδικευμένη βάση τους παραπάνω στόχους. Δηλαδή, την ενοποίηση του χώρου μέσα από την δημιουργία ενός Νέου Ενιαίου Προοδευτικού Κόμματος  με ταυτόχρονη, όμως, επικράτηση μιας νέας προοδευτικής φυσιογνωμίας, απαλλαγμένης από τις ξεπερασμένες ιδεολογικές και στρατηγικές αντιλήψεις, που μας οδήγησαν στην χρεοκοπία. Αυτό, που εν συντομία ορίστηκε από την Ώρα Αποφάσεων, ως το επόμενο Κύμα Προόδου ή, κατ’ άλλους, εκσυγχρονιστική ηγεμονία στον Προοδευτικό Χώρο.

Απέναντι σ’ αυτούς τους δίδυμους δύσκολους στόχους, η Ώρα Αποφάσεων, παρά τις μικρές, υποκειμενικά, δυνατότητες και τις υπολειπόμενες  πολιτικά και οργανωτικά δυνάμεις, δημιούργησε μια δυναμική κινητοποίησης και ενοποίησης του χώρου, όλο το πρώτο εξάμηνο του 2017. Η εκτίμησή μας είναι, ότι η βασική μετατόπιση της ΔΗΣΥ και, κυρίως, του ηγετικού ΠΑΣΟΚ, να προχωρήσει σε εκλογές για τον λεγόμενο Νέο Φορέα, προήλθε από την δυναμική ενοποίησης για το πολιτικά καινούργιο, που προκάλεσε η Ώρα Αποφάσεων.

Στον δεύτερο, όμως, στόχο της νέας προοδευτικής αντίληψης και πολιτικής ηγεμονίας στο χώρο, καθοριστικό ρόλο -κλειδί  έπαιξε η αποτυχία συνεννόησης του εκσυγχρονιστικού δυναμικού του χώρου. Κατ’ αντιδιαστολή  με την πάγια  τέτοια δυνατότητα που η έχει λαϊκιστική πλευρά και ειδικά αυτή του βαθέως ΠΑΣΟΚ.  Οι εκσυγχρονιστικές δυνάμεις κινήθηκαν, για άλλη μια φορά,  στο παραταξιακό ζήτημα, πολιτικά και οργανωτικά διαφοροποιημένες και διασπασμένες, ανακυκλώνοντας  το διχαστικό έλλειμμά  τους.

Κατ’ εξακολούθηση επικράτησαν,  η προσωπική και η παραγοντική επιλογή,  καθώς και η πολιτική αμφιθυμία,  με αποτέλεσμα  την ακύρωση κάθε προσπάθειας για  αυτόνομη εκσυγχρονιστική συγκρότηση του χώρου, παρά τις προσπάθειες της Ώρας Αποφάσεων ή, έστω, μιας απόπειρας  ενιαίας επιλογής για την κυριάρχηση της εκσυγχρονιστικής αντίληψης στο εκλογικό εγχείρημα του Νοεμβρίου.

Σήμερα, δύο μήνες μετά την εκλογή αρχηγού του Κινήματος Αλλαγής, διαπιστώνουμε ότι οι μεταρρυθμιστικές δυνάμεις ηττήθηκαν, ενώ επικράτησαν οι δυνάμεις της αναπαλαίωσης και της συντήρησης των αβελτηριών, που οδήγησαν τη χώρα στην κρίση. Ο στόχος της ίδρυσης ενός νέου και ενιαίου προοδευτικού και μεταρρυθμιστικού κόμματος αναβλήθηκε για άγνωστο, αυτή τη στιγμή, διάστημα.

Γ. Με βάση την παραπάνω οπτική και ανάλυση, οι δυνατότητες   σήμερα για άμεσες αυτόνομες πολιτικές παρεμβάσεις ανατροπής και μετασχηματισμού του υπάρχοντος σκηνικού παραμένουν ιδιαίτερα περιορισμένες, αν δεν υπάρξουν καταλυτικές εξελίξεις. Αντίθετα, το μετεκλογικό σκηνικό προβλέπεται ενδιαφέρον και από την άποψη της κυβερνητικής σταθερότητας, αλλά και από τις εξελίξεις που θα προκύψουν στον ενδιάμεσο προοδευτικό χώρο.

Δεν πρέπει, όμως, να αποκλείσουμε πιθανές συνεργασίες στη βάση πολιτικών και προγραμματικών συγκλίσεων, ανάλογα με τις συνθήκες που θα διαμορφωθούν από τις πολιτικές εξελίξεις.

Γι’ αυτό και στην Ώρα Αποφάσεων τίθεται κατά την γνώμη μας το υπαρξιακό δίλημμα : Κατάλυση του εγχειρήματός μας ή διατήρησή του,  έστω και σε διαφορετική βάση λειτουργίας ;

Εμείς επιμένουμε και πιστεύουμε  ότι ένας πολιτικός  τόπος, όπως η Ώρα Αποφάσεων, ακόμα και μέσα σε συνθήκες πολιτικής στασιμότητας, παραμένει αναγκαίος και χρήσιμος . Μπορούμε να συνυπάρξουμε, έστω και με προσωπικές πολιτικές στάσεις διαφοροποιημένες, γιατί μας ενώνει κάτι ευρύτερο: Η κοινή ιδεολογική προσέγγιση και η στρατηγική σύγκλιση για την πορεία της χώρας στον 21ο αιώνα με πρώτο στόχο την εθνική ανόρθωση , έξω και πέρα από τις οργανωτικές και πολιτικές αλυσίδες του παρελθόντος.

Μας ενώνει η βούληση να επεξεργαστούμε κοινές θέσεις για ένα νέο πλαίσιο λειτουργίας και συναινέσεων των κοινωνικών και παραγωγικών δυνάμεων στο νέο πεδίο της παγκοσμιοποίησης και της Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης, μέσα από τις διαφορετικές μας προσεγγίσεις. Η ανάγκη να διατυπώσουμε το εθνικό σχέδιο για την τοποθέτηση της χώρας μέσα σ αυτές τις ιστορικές εξελίξεις. Και, ταυτόχρονα, να παρασχεθεί η δυνατότητα στα μέλη μας να εκφράζονται με την υπογραφή τους χωρίς να δεσμεύουν την ταυτότητα της Ώρας Αποφάσεων, εάν κάτι δεν συγκεντρώνει συντριπτικές συναινέσεις.

Η Ώρα Αποφάσεων συγκεντρώνει πολύτιμο στελεχιακό δυναμικό και αποτελεί ένα πολιτικό κεφάλαιο μέσα σε συνθήκες πολιτικής υστέρησης της χώρας. Γι’ αυτό και προτείνουμε την συνέχιση της λειτουργίας της ως  οργανωμένης πολιτικής κίνησης με, επεξεργασία και ανταλλαγή απόψεων και θέσεων, και  ταυτόχρονα, την διατήρησή της ως πολιτικού εργαλείου προώθησης μεταρρυθμιστικών θέσεων. Η Ώρα αναλύει και παρακολουθεί τις ευρύτερες διεργασίες και  εξελίξεις, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν είτε σε οριοθετημένες συνεργασίες είτε σε αυτόνομη κάθοδο, με βασικό κριτήριο το εθνικό όφελος -δηλαδή τι χρειάζεται η χώρα και ο λαός μας, οι επόμενες γενιές του τόπου.

Είναι, πάντως, σαφές ότι το πολιτικό κενό στο χώρο των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων είναι σοβαρό και αποκτά διαστάσεις εθνικού ελλείμματος. Γι’ αυτό, η Ώρα Αποφάσεων αποσκοπεί στην κάλυψη του κενού, είτε με συνέργειες με άλλες δυνάμεις είτε με τη δική μας αυτόνομη πρωτοβουλία.

 

 

ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ

ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ

Η κυβέρνηση Τσίπρα συνάντησε στο δρόμο της την «ευκαιρία» επίλυσης του «Μακεδονικού» ζητήματος. Ευκαιρία για λόγους που αφορούν στην επαναφορά των Δυτικών Βαλκανίων ως προτεραιότητα της Δύσης (ΝΑΤΟ-ΕΕ) και άρα πίεση για την επίλυση του «Μακεδονικού», καθώς και επειδή τόσο η ΝΔ όσο και το ΠΑΣΟΚ είχαν διατυπώσει από το Βουκουρέστι τη συμφωνία τους στους βασικούς όρους που αφορούν συνολικά στο ζήτημα, κι όχι μόνο στην ονοματοδοσία.

Η επίλυση του ζητήματος είναι πρωταρχικής σημασίας για την ΠΓΔΜ και σημαντική για την Ελλάδα, ώστε να ισχυροποιηθεί ο ρόλος της χώρας μας στα Βαλκάνια και να σταματήσει μια για πάντα την σημερινή καταχρηστική χρήση του ονόματος «Μακεδονία» από πολλές χώρες-μέλη του ΟΗΕ. Η συμφωνημένη με τους γείτονες πολιτική αποτροπής του αλυτρωτισμού τους με πολιτειακά θεσμικό τρόπο και η σύνθετη ονομασία είναι προφανώς η βάση μιας αμοιβαία επωφελούς συμφωνίας.

Η συγκρότηση εθνικής στρατηγικής που βάζει την Πατρίδα πάνω από το κόμμα είναι προφανώς η βάση της πολιτικής συνεννόησης και της λαϊκής αποδοχής.

Η κυβέρνηση είναι αυτή που θα έπρεπε να έχει την πρωτοβουλία για να εξελιχθούν όλα αυτά.

Όμως η κυβέρνηση του κ. Τσίπρα αντί να φερθεί υπεύθυνα, ενημερώνοντας τα κόμματα για τη δική της θέση και αναγνωρίζοντας με γενναιότητα τις προσπάθειες των προηγουμένων κυβερνήσεων (αντί να τις απαξιώνει), ώστε να δημιουργηθεί κλίμα εθνικής ενότητας, ενέταξε το εθνικό ζήτημα στον πολιτικό της σχεδιασμό για την εκλογική της ισχυροποίηση, ενόψει της επερχόμενης εκλογικής αναμέτρησης.

Ο στόχος του σχεδιασμού της ήταν πολλαπλός:

  • Να δημιουργήσει διάσπαση στη Ν.Δ επιδιώκοντας την ίδρυση εθνικιστικού-μακεδονικού κόμματος
  • Να δημιουργήσει σύγχυση και, τελικά, να πιέσει το Κίνημα Αλλαγής να συνεργαστεί μαζί του, ενόψει της επιδίωξης της μεγάλης κεντροαριστεράς, ως μεσοπρόθεσμο σχέδιο επόμενης διακυβέρνησης
  • Να αποστασιοποιηθεί σταδιακά από τους ΑΝΕΛ
  • Να ενισχυθεί το ηγετικό προφίλ του κ. Τσίπρα ως του πολιτικού που λύνει δύσκολα εθνικά προβλήματα, εκεί που απέτυχαν όλοι οι άλλοι και
  • Να «κρύψει» επιτυχώς τις δυσμενείς επιδράσεις από τα δύσκολα μέτρα των αξιολογήσεων και κυρίως των πλειστηριασμών.

Ενώ η πολιτική αυτή άρχισε να έχει αποτελέσματα, δημιουργώντας κατ’ αρχάς σοβαρά προβλήματα στη ΝΔ και στο Κίνημα Αλλαγής, προέκυψε το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, το οποίο πέραν του ονοματολογικού, ανέδειξε το καίριο ζήτημα της αντίδρασης του κόσμου απέναντι στο πολιτικό σύστημα και ιδιαίτερα απέναντι στην κυβέρνηση Τσίπρα.

Το μήνυμα του συλλαλητηρίου ήταν ότι αυτός ο κόσμος, ο οποίος έχει την αίσθηση μιας διαρκούς ήττας σε όλα τα επίπεδα και φτωχοποιείται συνεχώς, αντιδρά απέναντι σε πολιτικές συμπεριφορές που μετατρέπουν, με κύρια ευθύνη της κυβέρνησης Τσίπρα, το εθνικό ζήτημα σε εργαλείο αναδιάταξης του πολιτικού συστήματος μέσα από τον κομματικό ανταγωνισμό και δηλώνει ότι δεν τους εμπιστεύεται. Φοβάται ότι επέρχονται νέες εθνικές ήττες. Βίωσε στο εθνικό υποσυνείδητο την σκαιά συμπεριφορά του Ερντογάν και ενοχλείται από τους αλβανικούς λεονταρισμούς.

Η πλειοψηφία των συμμετεχόντων στο συλλαλητήριο δεν έχει καμία σχέση με τα διάφορα περιθωριακά και γραφικά άκρα που βρέθηκαν εκεί, ανάμεσα σ’ ένα μεγάλο πλήθος κανονικού κόσμου όλων των κοινωνικών και ηλικιακών κατηγοριών. Ενός κόσμου που υπερέβη, για πρώτη φορά, τη διχαστική κατάσταση του ΝΑΙ και του ΟΧΙ του δημοψηφίσματος του 2015.

Σαφώς πιστεύουμε ότι η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται με συλλαλητήρια, αλλά από την άλλη πλευρά δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε ότι, δυστυχώς, η πολιτική ζωή της χώρας, συνεχίζει να ανακυκλώνεται αενάως γύρω από χρόνιες παθογένειες στον κρίσιμο τομέα των εθνικών θεμάτων. Πρόκειται για αμετανόητο πολιτικό σύστημα.

Οι παθογένειες μια λειψής, αν όχι ανύπαρκτης, στρατηγικής, έχουν τρία, κυρίως, χαρακτηριστικά:

  • Υποτάσσουν το εθνικό στις κομματικές στρατηγικές.
  • Ιδεολογικοποιούν την εθνική στρατηγική η οποία γίνεται δεξιά ή αριστερή, εθνικιστική ή ενδοτική, ενώ η ιστορία διδάσκει πως για τα ενήλικα κράτη στο πεδίο των διεθνών ανταγωνισμών και σχέσεων δεν υπάρχει δεξιά ή αριστερή, εθνικιστική ή ειρηνιστική εθνική στρατηγική. Υπάρχει Εθνικό Συμφέρον. Αυτό είναι κάτι που αρνούνται να κατανοήσουν ο ψευδοεθνικισμός που μέσα από πολλές μορφές σπέρνει το διχασμό, ο ρηχός εκσυγχρονισμός που προστρέχει και βιάζεται να καταθέσει άποψη αποκομμένη από το εθνικό συναίσθημα και χωρίς να καταλαβαίνει τις ευρύτερες πολιτικές επιδιώξεις κάποιων, η εθνομηδενιστική ριζοσπαστική αριστερά, αλλά και κάθε ανόητος λεβεντόμαγκας που καταγγέλλει κάθε τόσο εθνικές προδοσίες.
  • Υπάρχουν προχειρότητες, αποσπασματικές προσεγγίσεις και ερασιτεχνισμοί. Οι ηγεσίες δεν διαλέγονται με τα εθνικά λαϊκά αισθήματα, δεν προετοιμάζουν και δεν προσπαθούν να πείσουν τον κόσμο για τις κρίσιμες εθνικές προτεραιότητες, τους επωφελείς συμβιβασμούς και την ανάγκη διαμόρφωσης συμμαχιών. Λειτουργούν με τη λογική της εκμετάλλευσης και της χειραγώγησης.

Πιστεύουμε ότι είναι η ώρα να συγκροτήσουμε την εθνική μας στρατηγική. Κάποιοι, ελάχιστοι, πριν μερικά χρόνια προφήτευσαν την «παρασιτική κατάρρευση» της χώρας. Σχεδόν κανείς δεν ήθελε να τους πιστέψει. Όμως η κατάρρευση επήλθε. Οι ίδιοι εξέφρασαν τις έντονες ανησυχίες τους και για εθνική κατάρρευση μέσω ενός νέου εθνικού ακρωτηριασμού. Σήμερα, αρκετοί το ψιθυρίζουν ως ενδεχόμενο να συμβεί, αλλά το απωθούν στη σκέψη τους.

Ο σχεδιασμός της εθνικής μας στρατηγικής μπορεί να βασιστεί σε τρεις πυλώνες:

  • Την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας με το βλέμμα στο μέλλον
  • Την ασφάλεια, με κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη
  • Τη συγκρότηση Εθνικού Σχεδίου που κρατά τη χώρα στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ορίζει το νέο ρόλο της στην περιοχή, όπου νέα δεδομένα γεωπολιτικών ανακατατάξεων, ενεργειακής πολιτικής, προσφυγικών ροών και οικονομικού ανταγωνισμού έχουν αλλάξει το προηγούμενο τοπίο του 20ού αιώνα.

Αυτοί οι τρεις πυλώνες διασφαλίζουν την εθνική αξιοπρέπεια των Ελλήνων και διαμορφώνουν κοινή αντίληψη του εθνικού συμφέροντος.

Όμως, τα κλειδιά για την κατάστρωση αυτού του σχεδίου είναι μια σοβαρή πολιτική ηγεσία και ένα ώριμο πολιτικό σύστημα. Δυστυχώς αυτά δεν υπάρχουν σήμερα. Και όσο λείπουν, ο μεγάλος κίνδυνος μια δεύτερης κατάρρευσης, πιο επώδυνης και τραυματικής, είναι μπροστά μας.

 

Το κενό στον πολιτικό χάρτη – Άρθρο του Μιχάλη Καλφίδη, Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018

Το κενό στον πολιτικό χάρτη – Άρθρο του Μιχάλη Καλφίδη, Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018

Το 2018 αρχίζει με προγραμματισμένο πολιτικό γεγονός το συνέδριο για την ολοκλήρωση της δημιουργίας του κόμματος «Κίνημα Αλλαγής». Οι διαδικασίες που παρακολουθούμε έχουν για ύμνο αντί τα «Κάρμινα Μπούρανα» το «ένας φίλος ήρθε απόψε απ’ τα παλιά» – και μαζί επιτροπές και γραμματείες και καυγάδες για το «ποιος είναι ποιανού» και ονόματα από παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Σε ποιους, όμως, απευθύνονται όλα αυτά;

Σίγουρα δεν απευθύνονται σε όλους τους 210.000 ψηφοφόρους – ήμουν ένας από αυτούς – που ήλπιζαν σε κάτι διαφορετικό. Και σίγουρα δεν ενδιαφέρουν την ελληνική κοινωνία, καθώς οι περιβόητες διεργασίες εξελίσσονται σε παιχνίδια προσωπικών ισορροπιών και αντεγκλήσεις ομάδων και μικρών κομμάτων χωρίς ενιαία ταυτότητα. Τίθεται, λοιπόν, ένα βασικό ερώτημα σχετικά με το πολιτικό σκηνικό.

Έχει ολοκληρωθεί η διαμόρφωση των σημαντικότερων κομματικών σχηματισμών; Υπάρχουν σήμερα εκείνα τα κόμματα που δίνουν σε κάθε Έλληνα πολίτη τη δυνατότητα να εκφραστεί αναλόγως με τις πολιτικές του πεποιθήσεις;

Η ΝΔ, ο ΣΥΡΙΖΑ, το Κίνημα Αλλαγής, το ΚΚΕ, η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ, αυτή τη στιγμή εκφράζουν μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος με την ιδεολογική και την ιστορικής φύσεως τοποθέτησή τους αλλά και την άσκηση πολιτικής και τις πρακτικές τους μέχρι σήμερα.

Τα μικρότερα κόμματα, εντός Βουλής (ΑΝΕΛ, Ένωση Κεντρώων) ή εκτός (Δράση, ΛΑΕ, Πλεύση Ελευθερίας, Δημιουργία Ξανά, ΑΝΤΑΡΣΥΑ) εκφράζουν κι αυτά ένα μικρό τμήμα ψηφοφόρων, είτε ως κόμματα διαμαρτυρίας είτε ως σχηματισμοί που προέκυψαν μετά την ανεξαρτητοποίηση στελεχών από τους μεγαλύτερους ιδεολογικούς τους χώρους.

Δίπλα σε αυτά, σε έναν παράλληλο κόσμο, είμαστε κι εμείς, πολλοί πολίτες που δεν μας εκφράζουν οι σημερινοί πολιτικοί σχηματισμοί και που ελπίζουμε ακόμη στη δημιουργία ενός νέου προοδευτικού φορέα που θα μιλήσει για την Ελλάδα και την Ευρώπη του 21ου αιώνα. Ενός σχηματισμού που θα εμπνεύσει και θα πείσει -έστω λίγους στην αρχή- ότι η Ελλάδα μπορεί να κάνει το άλμα που απαιτούν η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογική επανάσταση.

Και, φυσικά, υπάρχουν πάρα πολλοί πολίτες, ιδιαίτερα οι νέες γενιές, που απογοητευμένοι δεν περιμένουν τίποτα, αλλά που δεν μπορεί, κάποια στιγμή κάτι καινούργιο θα πρέπει να τους ενεργοποιήσει και αν τους εκπροσωπήσει.

Είναι φανερό ότι οι πολίτες που είναι πολιτικά «άστεγοι» δεν ικανοποιούνται από τον δημόσιο διάλογο που παραμένει πολύ χαμηλού επιπέδου, μακριά από τα πραγματικά θέματα που θα έπρεπε να μας απασχολούν για το μέλλον. Οι ριζικές αλλαγές του πολιτικού συστήματος, ο εκσυγχρονισμός των δομών του κράτους, η παραγωγική αναδιάρθρωση, η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση και οι παγκόσμιες αλλαγές, ζητήματα ουσιώδη, απασχολούν ελάχιστα τα σημερινά κόμματα. Η πολιτική συνεχίζει να διεξάγεται ως παιχνίδι, με τακτικές για τη φθορά του αντιπάλου και αφηγήματα για το καλύτερο «success story», προσανατολισμένα στη δημιουργία εντυπώσεων.

Μέσα σε όλα αυτά, η έλλειψη ενός πολιτικού σχηματισμού που θα συνενώσει ισχυρές μεταρρυθμιστικές δυνάμεις οι οποίες θα μπορούσαν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη συγκρότηση και στην πορεία της χώρας προς το μέλλον δημιουργεί ένα μεγάλο κενό.

Υπάρχουν δυνάμεις που θα μπορούσαν να πάρουν τις πρωτοβουλίες;

Οι περισσότεροι «καλοί πολιτικοί κουράστηκαν και πήγανε στο σπίτι», ενώ οι νεότεροι αποστρέφονται την πολιτική και φεύγουν μακριά. Ο Θεοδωράκης με το σύνθημα «πολιτική χωρίς πολιτικούς» και ο Τσίπρας με το «νέοι και άφθαρτοι» έχουν τεράστια ευθύνη για την απαξίωση της πολιτικής και κατ´ επέκτασιν τη σημερινή της κατάσταση. Έπαιξαν το προσωπικό τους παιχνίδι στην πλάτη της χώρας, κέρδισαν οι ίδιοι και «έκαψαν» τις δυνατότητες για μια υγιή πολιτική ανατροπή.

Η Ώρα Αποφάσεων πρέπει τώρα να πάρει τις πρωτοβουλίες για ένα προσκλητήριο των άριστων για τη δημιουργία ενός «φορέα για το μέλλον», στον οποίο θα μπορούσαν να συμμετέχουν τα “προδομένα” στελέχη του Ποταμιού, η Δημοκρατική Ευθύνη, τα πολλά εγκλωβισμένα στελέχη των άλλων κομμάτων και πολλές προσωπικότητες που δεν έχουν εμπλακεί ως σήμερα στην ενεργό πολιτική.

Κι ενώ αυτή τη στιγμή όλα μοιάζουν απαισιόδοξα, μοναδική ελπίδα είναι ότι θα έρθει η στιγμή όπου το ΚΕΝΟ στην πολιτική, όπως και στη φύση, θα συμπληρωθεί. Ας ελπίσουμε ότι η γενιά μας θα το προλάβει!

 

«Φιλανθρωπία φεουδαρχών το πλεόνασμα από την υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης» – Συνέντευξη της Άννας Διαμαντοπούλου στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και στον Μιχάλη Μιχαήλ, Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017

«Φιλανθρωπία φεουδαρχών το πλεόνασμα από την υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης» – Συνέντευξη της Άννας Διαμαντοπούλου στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και στον Μιχάλη Μιχαήλ, Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017

Ερ. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ διαπραγματεύεται την τρίτη αξιολόγηση. Πώς κρίνετε τις μέχρι τώρα συζητήσεις με τους πιστωτές; Ο κ. Τσίπρας υποστηρίζει ότι θα τα καταφέρει εγκαίρως. Εσείς τι λέτε;

Απ. Καμία έως τώρα αξιολόγηση -εξαιτίας της θεατρικής διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης- δεν έχει κλείσει στην ώρα της και αυτό είχε πάντα σημαντικό κόστος για τους πολίτες. Η τρίτη αξιολόγηση είναι πολιτικά απαιτητική, οικονομικά κρίσιμη και ταυτόχρονα φαίνεται ότι οι θεσμοί, ενώ εκκρεμεί και η συγκρότηση της γερμανικής κυβέρνησης, δεν επιθυμούν να φορτωθούν το πρόβλημα της Ελλάδος για μία ακόμα φορά. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει ανάγκη, έστω και τώρα, μιας οργανωμένης «θεσμικής λογοδοσίας» στη Βουλή. Η πρότασή μας είναι, ο υπουργός Οικονομικών να παρουσιάσει στη Βουλή το σύνολο των προαπαιτουμένων της τρίτης αξιολόγησης και το χρονοδιάγραμμά τους, ώστε η Βουλή να το παρακολουθεί ανά εβδομάδα. Αυτή θα μπορούσε να είναι μια αποτελεσματική και πολιτικά διαφανής μέθοδος. Σπεύδω να τονίσω ότι, ουσιαστικά, η συζήτηση αυτή αφορά το μέλλον της οικονομικής επιτήρησης στη χώρα και όχι έναν διάλογο για την ουσιαστική έξοδο από το Μνημόνιο.

Ερ. Πιστεύετε ότι θα υπάρξει «καθαρή» έξοδος από τα Μνημόνια στις αγορές όπως υποστηρίζει ο πρωθυπουργός και τα κυβερνητικά στελέχη;

Απ. Η «καθαρή» έξοδος από τα μνημόνια είναι μια τεχνητή ένεση ηθικού στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Είναι μια τακτική που βοηθά κάποιες διπλωματικές και πολιτικές στοχεύσεις, αλλά όχι την σωστή επιλογή για την πορεία της χώρας μετά τον Αύγουστο του 2018. Είναι γνωστό ότι για το ζήτημα αυτό υπάρχουν τέσσερα σενάρια στο τραπέζι. Πιστεύω ότι είναι εθνικά αναγκαίο να συζητηθούν στη Βουλή και να επιδιωχθεί η συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων για το ποιος είναι ο καλύτερος μεταβατικός τρόπος που θα βοηθήσει την υπόθεση της ανάπτυξης και την εξομάλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και αδικιών. Σε διαφορετική περίπτωση, φοβάμαι ότι θα έχουμε μια νέα, μεγάλη και άχρηστη σύγκρουση όπου η κυβέρνηση θα επαίρεται για την «έξοδο» και η αντιπολίτευση θα την κατηγορεί για το αντίθετο.

Read More

Η παιδεία στο κρεβάτι του Προκρούστη – Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

Η παιδεία στο κρεβάτι του Προκρούστη – Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

Η επίθεση αποδόμησης που δέχεται η εκπαίδευση εκ μέρους της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι συνεχής. Αντί να αρχίσει η αξιοποίηση της εξωτερικής αξιολόγησης όλων των ΑΕΙ, προκειμένου να εξορθολογισθεί η Ανωτάτη Εκπαίδευση, αρχίζουν οι ιδρύσεις νέων σχολών και οι προαγωγές ΤΕΙ σε Πανεπιστήμια. Ανώτατα ιδρύματα μεταβάλλουν δομή και μέγεθος με βάση μόνο την ψηφοθηρία.

Η κυβέρνηση προανήγγειλε τη μετατροπή των ΤΕΙ Αθηνών και Πειραιώς σε ένα ενιαίο Πανεπιστήμιο, την ένταξη του ΤΕΙ Ιονίων Νήσων στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και τώρα την ίδρυση Γεωπονικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στον τόπο καταγωγής του πρωθυπουργού, την Άρτα, όπου ήδη λειτουργεί το Τμήμα Τεχνολόγων Γεωπόνων του ΤΕΙ Ηπείρου. Όλες δε αυτές οι «ανωτατοποιήσεις» γίνονται χωρίς να υπάρχει μία μελέτη, η οποία θα καταγράφει τις ανάγκες της χώρας, χωρίς πλήρη καταγραφή των υποδομών και του προσωπικού των εν λόγω τμημάτων, χωρίς προϋπολογισμό, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι διεθνείς έρευνες και πρακτικές ενοποίησης των ΑΕΙ. Οι τελευταίες δείχνουν ότι η Ελλάδα διατηρεί περίπου διπλάσια Πανεπιστήμια και ΤΕΙ από άλλες χώρες με τον ίδιο πληθυσμό, ενώ, βάσει των ετησίων εκθέσεων του ΟΟΣΑ, είναι πρώτη στη Γενική και προτελευταία (36η θέση) στην Επαγγελματική Εκπαίδευση (με αναλογία περίπου 1 πανεπιστήμιο και 1,2 ΤΕΙ ανά 1 εκατομμύριο κατοίκους). Την ίδια στιγμή, η χώρα δαπανά τεράστια ποσά για την εκπαίδευση νέων πολιτών σε γνωστικά αντικείμενα είτε υπερκορεσμένα είτε καινοφανή -γεγονός που αποτελεί μία από τις αιτίες της μεγάλης ανεργίας των νέων επιστημόνων, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη φυγή 450.000 νέων τα τελευταία χρόνια της κρίσης. Οι παθογένειες στην εκπαίδευση συνεχίζουν και μεγεθύνονται. Οι κυβερνώντες είναι συνεχιστές πολιτικών που μας οδήγησαν στην χρεοκοπία, γεγονός που αποδεικνύει πως δεν είναι καθόλου άμοιροι των ευθυνών για το πώς οδηγήθηκε η χώρα στην κρίση.

Η Ώρα Αποφάσεων προτείνει την εφαρμογή των διεθνών πρακτικών, όπως απορρέουν από τις εκθέσεις του ΟΟΣΑ (Education at a Glance of OECD), αλλά και τις εκθέσεις της Ανεξάρτητης Αρχής ΑΔΙΠ, προκειμένου να εφαρμοσθεί άμεσα η κατάργηση και συγχώνευση ιδρυμάτων, σχολών και τμημάτων, ώστε να σχηματισθούν ιδρύματα συμπαγή και λειτουργικά. Η Πολιτεία οφείλει να δώσει έμφαση στην ίδρυση Μεταλυκειακών Επαγγελματικών Κέντρων και να δοθεί απόλυτη προτεραιότητα στην  επαγγελματική εκπαίδευση.

 

Ξανθός και Πολάκης βλάπτουν σοβαρά την Υγεία. Ένα καταστροφικό χτύπημα στο κοινωνικό κράτος. – Δελτίο Τύπου, Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2017

Ξανθός και Πολάκης βλάπτουν σοβαρά την Υγεία. Ένα καταστροφικό χτύπημα στο κοινωνικό κράτος. – Δελτίο Τύπου, Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2017

Οι προτεινόμενες διοικητικές δομές και διαδικασίες για τη σχέση της κεντρικής διοίκησης του Υπουργείου Υγείας με τον ΕΟΠΥΥ, όπως διατυπώνονται στο υπό κατάρτιση Προεδρικό Διάταγμα για τον οργανισμό του Υπουργείου, δεν αποδεικνύουν μόνον ότι ο παλαιοκομματισμός και το πελατειακό κράτος «καλά κρατούν», αλλά επιβεβαιώνουν επίσης ότι οι ορθολογικές και δίκαιες πολιτικές χρηματοδότησης και ελέγχου των δαπανών στο κοινωνικό κράτος δέχονται ένα καταστροφικό χτύπημα.

Είναι προφανές ότι επαναλαμβάνεται η διένεξη για διανομή της εξουσίας μεταξύ του Υπουργού και του Αναπληρωτή του. Διένεξη για μια αρμοδιότητα την οποία σε ένα κανονικό ευρωπαϊκό κράτος δεν έπρεπε καν να ασκούν. Διότι ο ΕΟΠΥΥ, ως αγοραστής υπηρεσιών υγείας, ένας καθολικός ασφαλιστικός φορέας δηλαδή,  έπρεπε να είναι ανεξάρτητος  ή να εποπτεύεται από το Υπουργείο Κοινωνικής Ασφάλισης. Δεν είναι δυνατόν να συνεχίζεται η διοικητική στρέβλωση του τύπου «Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει». Οι Φορείς  Υγείας  του Δημοσίου (ΕΣΥ) και οι ιδιώτες  ως «παραγωγοί» δεν πρέπει, μέσω «του υπουργείου τους», να ελέγχουν και να καθορίζουν την αγορά υπηρεσιών που προσφέρουν.

Κάθε μεταφορά αρμοδιοτήτων, αύξηση του διοικητικού ελέγχου και μεταφορά πόρων στην κεντρική διοίκηση, δημιουργεί ανυπέρβλητα γραφειοκρατικά εμπόδια, νέες στρεβλώσεις και οπισθοδρόμηση στην πελατειακή και σπάταλη λογική της λειτουργίας του ΙΚΑ.

Read More

Οι άριστοι του δημοσίου τομέα – Άρθρο του Μιχάλη Καλφίδη στη “ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ”, Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2017

Οι άριστοι του δημοσίου τομέα – Άρθρο του Μιχάλη Καλφίδη στη “ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ”, Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2017

Το θέμα της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων αποτελεί προϋπόθεση για την εξυγίανση και τη βελτίωση της δημόσιας διοίκησης. Η άρνηση στην αξιολόγηση του 80-85% των εργαζομένων και η παρότρυνση σε ανυπακοή της ΑΔΕΔΥ αποτελούν ντροπή για μια σύγχρονη χώρα και δείχνουν την επικρατούσα λάθος νοοτροπία στον δημόσιο τομέα. Το θέμα αυτό θα αντιμετωπιστεί το επόμενο διάστημα, έστω και για λόγους συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις των θεσμών. Η ΩΡΑ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ, στη σχετική ανακοίνωσή της, αναφέρει ότι η αξιολόγηση είναι μια μάχη που θα έπρεπε να είχε δοθεί στον προηγούμενο αιώνα, ενώ ο μόνος από τους υποψήφιους για τον νέο φορέα που πήρε ξεκάθαρη θέση είναι ο Σταύρος Θεοδωράκης.

Μεγάλωσα εργασιακά στον ιδιωτικό τομέα, έζησα το κλίμα και τις συνθήκες του εργαζόμενου και του επιχειρηματία, ήρθα ταυτόχρονα αρκετές φορές “αντιμέτωπος” με τους δημόσιους φορείς, τις υπηρεσίες, τις αρχές του κράτους. Παράλληλα, συμμετέχοντας σε διάφορες διοικήσεις -κλαδικού φορέα, δημοσίου οργανισμού, μη κερδοσκοπικού σωματείου- συνεργάστηκα με δημόσιους και ιδιωτικούς υπαλλήλους σε όλα τα επίπεδα.

Στη διαδρομή αυτή, με έχει αγγίξει πολλές φορές το βαθύ συναίσθημα αδικίας στη σύγκριση του κακού δημοσίου υπαλλήλου με τον εργαζόμενο του ιδιωτικού τομέα αλλά κι εκείνη του ικανού και εργατικού δημοσίου υπαλλήλου με τον φυγόπονο συνάδελφό του.

Στον ιδιωτικό τομέα, οι εργαζόμενοι αξιολογούνται συνεχώς στην πράξη με αυστηρά κριτήρια και αμείβονται σημαντικά λιγότερο (38% κατά μέσο όρο), ακόμη κι αν συνυπολογιστούν οι 14 μισθοί τους σε ετήσια βάση. Η αξιολόγηση γίνεται με την αναγνώριση, την προαγωγή, τα bonus και τις προτάσεις θέσεων ή, στον αντίποδα, με την επίπληξη, τη μείωση αμοιβών και την απόλυση. Η ανεργία – μείωση θέσεων εργασίας – αυξάνει την αυστηρότητα των κριτηρίων, ενώ επειδή κριτής είναι ο εργοδότης, ο οποίος επηρεάζεται από την κατάσταση της αγοράς, πολλές φορές η αξιολόγηση είναι άδικη και ορισμένα από τα κριτήρια όπως η ηλικία, οι αμοιβές ή ο ρατσισμός της εμφάνισης είναι καθοριστικά και υπερισχύουν των ικανοτήτων των εργαζομένων.

Στον δημόσιο τομέα, το γεγονός ότι η μονιμότητα είναι κατοχυρωμένη από το Σύνταγμα και δεν υπάρχει μέχρι σήμερα καμία μορφή αξιολόγησης των εργαζομένων, δημιουργεί συνθήκες παρακμής. Η μονιμότητα ευθύνεται για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική δημόσια διοίκηση, αλλά και για την εύρυθμη λειτουργία του ιδιωτικού τομέα, όπου οι ελεγκτικοί μηχανισμοί είναι ο ρυθμιστής των κανόνων λειτουργίας των επιχειρήσεων.

Όμως, αν δεν εφαρμοστεί και στο δημόσιο η αξιολόγηση, πώς θα ξεχωρίσουμε τους ικανούς, αποδοτικούς, αρίστους δημοσίους υπαλλήλους από τους κακούς συναδέλφους τους; Πώς θα ξεχωρίσουμε τον δάσκαλο που προσπαθεί να διαπαιδαγωγήσει και να μεταδώσει τη γνώση στους μαθητές του, εκείνον που έχει υπηρετήσει αρκετά χρόνια σε ακριτικά μέρη επειδή, αντίθετα από άλλους συναδέλφους του, δεν είχε “μέσον” στο υπουργείο να πάρει τη βολική απόσπαση, από τους άλλους, βολεμένους συναδέλφους του που, αφού εξασφάλισαν την επιθυμητή θέση τους, διαμαρτύρονται με αχαριστία για τα πολλά τεστ που έχουν να διορθώσουν ή για τα άβολα προγράμματα των διδακτικών ωρών τους;

Πώς θα ξεχωρίσουμε τον γιατρό ή τον νοσηλευτή που δουλεύει πέρα από το ωράριό του γιατί οι ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναμικό είναι τραγικές -εκείνον  που κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες για να βοηθήσει ή να παρηγορήσει τους αρρώστους συμπολίτες μας, εκείνον που εκτίθεται σε ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας, σε αντίθεση με τους άλλους που δέχονται τα “φακελάκια” εκβιάζοντας καταστάσεις ή συνδιαλέγονται με τις φαρμακευτικές εταιρίες και τους προμηθευτές υλικών; Πώς θα ξεχωρίσουμε τον ένστολο που υπηρετεί την πατρίδα με αυταπάρνηση, σε επικίνδυνες ζώνες, πολλές φορές με ακατάλληλο υλικό εξοπλισμό, στα σύνορα, στις φωτιές, στην πάλη με το έγκλημα, από τους μόνιμα βολεμένους σε βουλευτικά γραφεία ή τους οκνηρούς που πάντοτε βρίσκουν τρόπους να μην βρίσκονται στη θέση στην οποία τους χρειάζεται η χώρα; Πώς θα ξεχωρίσουμε τους εργαζόμενους που προσπαθούν να κάνουν σωστά τη δουλειά τους, εκείνους που είναι παραγωγικοί, εκείνους για τους οποίους η δουλειά δεν είναι μόνο ο μισθός αλλά και η αίσθηση καθήκοντος, εκείνους που χαίρονται να βλέπουν το αποτέλεσμα των προσπαθειών τους, που θα τους άρεσε να δουλεύουν σε ένα ευχάριστο περιβάλλον, που θέλουν να εξυπηρετούν τους πολίτες, που είναι ακέραιοι, που δεν τους φοβίζει να αξιολογηθούν, που έχουν διοριστεί με τον ΑΣΕΠ, που είναι τιμή τους να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και να είναι περήφανοι για την πατρίδα;

Αντίθετα, όταν δεν κρίνονται, δέχονται τη γενική «ρετσινιά» του τεμπέλη λόγω των κακών συναδέλφων τους, τους οποίους βλέπουν να λουφάρουν ενώ αμείβονται με τον ίδιο μισθό, παρακολουθούν τις αλλαγές των πολιτικών προϊστάμενων τους και την εύνοια στους δικούς τους, περνούν τον εργασιακό τους χρόνο σε άθλια κτήρια, παρατημένα από το κράτος αλλά και από τους ίδιους τους εργαζόμενους σε αυτά, δέχονται πολλές φορές τη δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη προσβλητική συμπεριφορά αγανακτισμένων πολιτών ενώ προσπαθούν να τους εξυπηρετήσουν.

Θα πρέπει, επιτέλους, να υπάρξει η πολιτική βούληση, έστω και με την πίεση των θεσμών, για την αξιολόγηση και την ανάδειξη των αρίστων και την αναδιάταξη των δημόσιων υπηρεσιών, ώστε με λίγες εξειδικευμένες νέες προσλήψεις να βελτιωθεί συνολικά η λειτουργία του δημοσίου τομέα και να ενισχυθούν οι άμεσες υπηρεσίες προς τους πολίτες, κυρίως στους τομείς της Υγείας, της Παιδείας, των Ασφαλιστικών Ταμείων και των Κοινωνικών Υπηρεσιών.

Οι άριστοι του δημοσίου τομέα αξίζουν την προσοχή και τη φροντίδα μας. Γι’ αυτούς πρωτίστως οφείλουμε να εφαρμόσουμε την αξιολόγηση σήμερα, έστω και με τεράστια καθυστέρηση.

Υ.Γ. Το κείμενο αυτό απευθύνεται στους πολλούς αρίστους του δημοσίου τομέα που συνάντησα στην προσωπική μου διαδρομή!

Υ.Γ. Με στοιχεία του Σεπτεμβρίου 2016 οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης είναι 1758.
Οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι είναι τουλάχιστον 567.000 με στοιχεία που έδωσαν σε συνέντευξή τους τον Νοέμβριου 2016 μέλη του Δ.Σ. της ΑΔΕΔΥ. Το νούμερο αυτό αμφισβητείται ως χαμηλό και φυσικά μεγαλώνει με τους συμβασιούχους και τις προσλήψεις-μονιμοποιήσεις που πραγματοποιεί η σημερινή κυβέρνηση.

Ασφάλεια και Δημοκρατία – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017

Ασφάλεια και Δημοκρατία – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017

«Υπουργέ μου, πρέπει να ξέρεις πως ό,τι κάνεις εσύ ή οι συνεργάτες σου στο Υπουργείο, σε μισή ώρα θα έχει φτάσει στο πιο απομακρυσμένο Αστυνομικό Τμήμα της χώρας». Με αυτά τα λόγια με υποδέχτηκε τον Ιούλιο του 2003 στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης ο τότε Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας Φώτης Νασιάκος. Κατάλαβα το νόημά τους πολύ σύντομα. Το σώμα της ελληνικής αστυνομίας «αναπνέει», κυριολεκτικά, στον ρυθμό της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας του. Αντιλαμβάνεται απόλυτα αν αυτή διαθέτει και θέλει να υλοποιήσει ένα σχέδιο αντιεγκληματικής πολιτικής, αν επιθυμεί την επαγγελματική λειτουργία του σώματος, αν ενστερνίζεται την αξιοκρατία απέναντι στα στελέχη του. Στάθηκα τυχερός γιατί διαδέχτηκα τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη που είχε οδηγήσει την Ελληνική Αστυνομία σε υψηλά επίπεδα επαγγελματισμού και αποτελεσματικότητας, τα οποία συνοδεύονταν από την αναγκαία κοινωνική ευαισθησία. Οι αστυνομικοί ήταν περήφανοι, γιατί ένιωθαν ότι συμμετείχαν σε μια υψηλή κοινωνική αποστολή, με απτά αποτελέσματα.

Η προετοιμασία, τότε, για την ασφάλεια των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας προσέδιδε περισσότερες δυνατότητες στην ΕΛ.ΑΣ και, σε μια εποχή που τα βλέμματα όλου του κόσμου ήταν στραμμένα στην Αθήνα, πετύχαινε τη διεθνή αναγνώριση. Κι όταν πια έσβησαν τα φώτα των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, το κύρος της ΕΛ.ΑΣ εκτοξεύθηκε στα ύψη. Είχαμε πετύχει. Πριν λίγες μέρες, διάβασα, με ικανοποίηση πρέπει να πω, ότι στην υπόθεση της απαγωγής Λεμπιδάκη εφαρμόστηκε ένα από τα πολλά σχέδια ασφάλειας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.

Read More

Πολιτική Απόφαση – Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2017

Πολιτική Απόφαση – Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2017

Η Εκτελεστική Γραμματεία της Ώρας Αποφάσεων συνεδρίασε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2017 και εξέδωσε την ακόλουθη Πολιτική Απόφαση.

 

Α. ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

1.Το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών απέδειξε  ότι  η ψήφος των πολιτών δεν καθορίζεται μόνον από την οικονομία, αλλά και από το αίσθημα προσωπικής και εθνικής ασφάλειας. Η χώρα με την ισχυρότερη οικονομία στην Ευρώπη, με πολύ χαμηλά ποσοστά ανεργίας και σεβαστούς από τους πολίτες θεσμούς, ανέδειξε ισχυρή ακροδεξιά και κατέδειξε ότι και εκεί τα πρόσωπα παίζουν καθοριστικό ρόλο, ενώ η σημασία των κομμάτων υποχωρεί. Ο διαφαινόμενος συνασπισμός προϋποθέτει μεγάλους συμβιβασμούς, μεταξύ κομμάτων με σημαντικές διάφορες σε θέματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Πιο εσωστρεφής γερμανική πολιτική θα σημάνει πισωγύρισμα στην ευρωπαϊκή ενοποίηση.

2.Οι προτάσεις του Γάλλου Προέδρου Εμμ. Μακρόν για το μέλλον της Ευρώπης είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες και πρέπει να τύχουν ευρείας επεξεργασίας, μέσα από την ανάπτυξη υπεύθυνου διαλόγου σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Ώρα Αποφάσεων πιστεύει ότι, ανεξάρτητα από τις γερμανικές εκλογές, η Ελλάδα πρέπει να παρουσιάσει τη δική της πρόταση για την «Νέα Ευρώπη», λαμβάνοντας υπόψη τη σύμπτωση εθνικών και ευρωπαϊκών συμφερόντων και την ανάγκη συγκεκριμένων συμμαχιών.

 

Β. ΕΘΝΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

1.Στον έβδομο χρόνο μετά την ελληνική χρεοκοπία, το πολιτικό σύστημα παραμένει αμετανόητο και στάσιμο, αναπαράγοντας τις ιδεολογικές παθογένειες και τα πολιτικά ελλείμματα που το κατέστησαν στην συνείδηση της κοινωνίας ως τον κύριο υπαίτιο της κρίσης.

2.Η εθνικολαϊκιστική κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ πετυχαίνει με συνεχείς πολιτικές μεταμορφώσεις, να «ροκανίσει» τον πολιτικό χρόνο και να παρατείνει την παραμονή της στην εξουσία, παρότι οι αλλεπάλληλες προσπάθειες του κ. Τσίπρα για συγκρότηση νέων αφηγημάτων καταρρέουν εν τη γενέσει τους, ενώ η διαχειριστική ανεπάρκεια της σημερινής διακυβέρνησης  βρίσκεται στην κορύφωσή της.

3.Το επενδυτικό και επιχειρηματικό περιβάλλον χειροτερεύει συνεχώς, κι αυτό οδηγεί σοβαρές επιχειρήσεις είτε να φεύγουν από την Ελλάδα (βλ. τις τελευταίες μέρες τις εταιρείες Nestle, Unilever Hellas και Coca Cola), είτε να μην μπορούν να υλοποιήσουν σημαντικές επενδύσεις (όπως εκείνες στο Ελληνικό, στα Μεταλλεία Χαλκιδικής, στη Ζάκυνθο από το Κατάρ κλπ). Ενδεικτικό παράδειγμα της βαθιά αντιεπιχειρηματικής νοοτροπίας των κυβερνώντων είναι η προσπάθεια κατεδάφισης της πρωτοπόρας και καινοτόμου διεθνώς επιχείρησης του TAXIBEAT – προσπάθειας που βάλλει ευθέως κατά των καταναλωτών, των σωστών επιχειρηματιών και της τεχνολογικής προόδου.

4.Το τραπεζικό σύστημα σκιάζεται από τις καταγγελλόμενες αδιαφανείς διαδικασίες σε κάποιες λειτουργίες του ενώ, ταυτόχρονα, οδηγείται σε μεγάλους κινδύνους λόγω της μη αντιμετώπισης των «κόκκινων» δανείων, θέμα για το οποίο η κυβέρνηση έχει βασικές ευθύνες.

5.Η διαφαινόμενη φορολογική εξάντληση των Ελλήνων και η νομοθετημένη ανάγκη επίτευξης πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 3,5% για το 2018 οδηγούν το ΔΝΤ να εκφράζει την απαίτηση να μεταφερθούν προς υλοποίηση από το 2019 στο 2018, τα ψηφισμένα από τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ μέτρα για την περικοπή των συντάξεων κατά 2,3 δισεκατομμύρια ευρώ καθώς και να μειωθεί το αφορολόγητο στις 5.600 ευρώ.

6.Η διαφαινόμενη καθυστέρηση της τρίτης αξιολόγησης εντείνει το αρνητικό κλίμα, ενώ βαθύ σκοτάδι καλύπτει τις βασικές πτυχές της. Η κυβέρνηση δεν ανακοινώνει τα βασικά προαπαιτούμενα της αξιολόγησης και τις δικές της θέσεις, ενώ η αντιπολίτευση αποφεύγει να τα θέσει καθαρά ώστε να πληροφορηθεί ο ελληνικός λαός ποιες είναι οι απαιτήσεις και ποιοι οι σχετικοί κίνδυνοι.

7.Εάν η κυβέρνηση επιδιώκει να ολοκληρωθεί σύντομα η τρίτη αξιολόγηση, θα πρέπει άμεσα να αναλάβει να ενημερώσει τη Βουλή και τον ελληνικό λαό σχετικά με αναγκαία στοιχεία που αφορούν τη διαδικασία που ακολουθείται, τις υποχρεώσεις της ελληνικής πλευράς, το χρονοδιάγραμμα  υλοποίησης των αναγκαίων δράσεων και ενεργειών καθώς και τους λόγους των εκάστοτε καθυστερήσεων. Για το ζήτημα αυτό, η Ώρα Αποφάσεων έχει καταθέσει αναλυτική πρόταση σε πρόσφατο Δελτίο Τύπου. Εάν η κυβέρνηση εξακολουθήσει την τακτική μιας αργόσυρτης δήθεν διαπραγμάτευσης, τότε τα αποτελέσματα θα είναι καταστροφικά για την οικονομία και την κοινωνία.

8.Με δεδομένο το υπάρχον πολιτικό τοπίο, μοναδικό εφόδιο της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ είναι η αδυναμία της αντιπολίτευσης συνολικά να συγκροτήσει πειστική εναλλακτική λύση. Αυτό, εξάλλου, αξιοποιείται με κάθε ευκαιρία από τον Πρωθυπουργό, ως συγκριτικό του πλεονέκτημα. Οι προσπάθειες του αρχηγού της ΝΔ να επιβάλλει νέα ατζέντα με νέες λύσεις και νέα πρόσωπα αναστέλλονται από το δυσκίνητο και αναχρονιστικό περιβάλλον και αναιρούνται από το πολιτικό προσωπικό της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

9.Στον προοδευτικό χώρο θα περίμενε κανείς ότι, εξαιτίας της στασιμότητας του δικομματισμού των ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ, η προσπάθεια εκλογής νέας ηγεσίας, έστω σε μη υπαρκτό για την ώρα κόμμα, θα αποτελούσε εφαλτήριο για τη δημιουργία πολιτικής δυναμικής για τον χώρο, αλλά και έναυσμα για την αναδιάταξη του πολιτικού συστήματος γενικότερα. Δυστυχώς, ο αρχικός ενθουσιασμός υποχώρησε μπροστά στη φανερή αδυναμία του εγχειρήματος και των συντελεστών του να υπερβούν συζητήσεις περί διαδικασιών, να ξεφύγουν από προσωπικούς εκλογικούς υπολογισμούς, και, κυρίως, να αρθρώσουν ενδιαφέρουσες προτάσεις που απαντούν στα προβλήματα της χώρας, αλλά και να συμφωνήσουν μεταξύ τους επί μίας έστω ελάχιστης πολιτικής πλατφόρμας. Αυτή η εξέλιξη μειώνει σταδιακά την πολιτική εμβέλεια και τη δυναμική του εγχειρήματος προς τέρψιν των ηγεσιών ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ. Την ίδια στιγμή, εντείνει την απογοήτευση στους προοδευτικούς πολίτες.

Η ΩΡΑ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ εξακολουθεί να παρακολουθεί με την δέουσα πολιτική προσοχή τα τεκταινόμενα στον προοδευτικό χώρο, επιμένοντας πως η εκ των προτέρων αποσαφήνιση της ιδεολογικής, πολιτικής και οργανωτικής διάστασης του εγχειρήματος, η οποία δεν κατέστη εφικτή, θα το προφύλασσε από διαδικαστικούς εγκλωβισμούς,  ιδεολογικοπολιτικά ετερόκλητες συγκρούσεις και αδιέξοδα. Πολιτικά, το εγχείρημα κινδυνεύει να καταγραφεί ως αδύναμο και μεταβατικό. Επομένως, ο αγώνας για ολοκλήρωση της συγκρότησης του προοδευτικού χώρου σε μεταρρυθμιστική κατεύθυνση συνεχίζεται…