Αποτροπή και όχι κατευνασμός με εθνική ισχύ και συμμαχίες – Άρθρο της Άννας Διαμαντοπούλου στην εφημερίδα ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, Τρίτη 21 Μαρτίου 2018

Αποτροπή και όχι κατευνασμός με εθνική ισχύ και συμμαχίες – Άρθρο της Άννας Διαμαντοπούλου στην εφημερίδα ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, Τρίτη 21 Μαρτίου 2018

Οι ανατρεπτικές αλλαγές στο ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον της Ευρώπης και της χώρας μας δημιουργούν ανασφάλεια αλλά και φόβο στους πολίτες.. Πόσο μάλλον όταν είναι επιβαρυμένοι με την πληγωμένη αυτοπεποίθηση και την έλλειψη αισιοδοξίας για την ισχύ και την πορεία της χώρας μας.

Η περίοδος που διανύουμε δεν είναι «στιγμιαία».

Η μελέτη της ιστορίας και η ανάλυση των νέων δεδομένων στην ισορροπία του οικονομικού ανταγωνισμού διεθνώς, δείχνουν ότι οι αναταραχές στην περιοχή θα συνεχιστούν.

Είναι εμφανές ότι όσον αφορά στην Ελλάδα (αλλά και στην Ευρώπη), η χώρα που έχει οδηγήσει σε αλλαγή πεδίου άσκησης της εξωτερικής πολιτικής είναι η Τουρκία.

Εξετάζοντας την σημερινή Τουρκία του Erdogan και ξεπερνώντας τις πρώτες αναλύσεις περί εσωτερικών προβλημάτων και «κουρδικοποίησης» της τουρκικής πολιτικής, είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε μερικά από τα βασικά στοιχεία της Τουρκικής πολιτικής άλλα παλαιά και άλλα νέα.

Η Τουρκία επανέρχεται στην «επεκτατική στρατηγική διαρκείας» δημιουργεί τετελεσμένα μικρά ή μεγάλα που κυμαίνονται από την εισβολή σε άλλη χώρα μέχρι τις συλλήψεις ξένων πολιτών στο έδαφος της. Τα τετελεσμένα αυτά είναι η βάση διαπραγμάτευσης.

Η διαπραγμάτευση γίνεται με την Δύση δηλαδή ΕΕ και ΗΠΑ με την Ελληνοτουρκική μεθόριο να αντιμετωπίζεται ως Δυτικοτουρκική ενώ το εργαλείο της ένταξης στην ΕΕ δεν υπάρχει πια στο τραπέζι για κανέναν.

Η διαρκής αυτονόμηση από την Δύση με επιλογή άλλων συμμάχων κατά περίπτωση και επίδειξη αυταρχισμού δυσκολεύει την έγκυρη και πρόθυμη διαιτησία για τα ελληνοτουρκικά προβλήματα.

Η φαινομενικά απρόβλεπτη συμπεριφορά του Erdogan φαίνεται ότι είναι μελετημένη αν δει κανείς προσεκτικά τις κινήσεις του. Παράδειγμα η κατάκτηση του Αφρίν (συνεννόηση με την Ρωσία) και η παρενόχληση στην ΕΝΙ μέσα στην Κυπριακή ΑΟΖ, την περίοδο των ιταλικών εκλογών.

Ο Erdogan καλλιεργεί και οργανώνει ισλαμοτουρκικά προγεφυρώματα στο εσωτερικό της ΕΕ όπως στην Γερμανία, στο Βέλγιο, στη Βουλγαρία αλλά και στην Ελλάδα. Οι επιπτώσεις στα πολιτικά συστήματα κάποιων χωρών είναι ήδη εμφανείς.
Η χρήση του προσφυγικού που είναι ένα αληθινό πρόβλημα για την Τουρκία με 3,5 εκατομμύρια Σύριους στο έδαφος της χρησιμοποιείται αφενός ως απειλή και εκβιασμός για την Ευρώπη και αφετέρου ως δύναμη εποικισμού των εδαφών της στα ανατολικά σύνορα μετά από το σχέδιο Κουρδικής εκκαθάρισης.

Ο τρόπος αντίδρασης της ΕΕ και των Διεθνών Οργανισμών απέναντι στην Τουρκία μέχρι στιγμής ακολουθεί την πολιτική του κατευνασμού. Η συσσώρευση διαφορετικών προβλημάτων, η στροφή της αμερικανικής πολιτικής, η αναδυθείσα νέα Ρωσία και το νέο τοπίο των ενεργειακών πόρων, κάνουν διστακτικούς Διεθνείς Οργανισμούς και ηγέτες, θέλοντας να κρατήσουν τον Erdogan και την Τουρκία μέσα σε ένα όσο γίνεται συμβατικό πεδίο συνεννόησης. Η Τουρκία είναι η δεύτερη δύναμη συνεισφοράς στρατιωτών στο ΝΑΤΟ.

Η Ελλάδα όμως δεν έχει τα περιθώρια της Στρατηγικής του Κατευνασμού ως χώρα που απειλείται άμεσα και πολλαπλώς. Το αντίθετο του κατευνασμού δεν είναι φυσικά ο τυχοδιωκτισμός ή η εύκολη και επικίνδυνη μαγκιά της ρητορείας. Χρειάζεται Στρατηγική Αποτροπής. Π.χ. στο Αφρίν υπάρχει καταπάτηση του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και βέβαια σαφής καταπάτηση (του άρθρου 3) της Συνθήκης της Λωζάνης όπου καθορίζονται τα σύνορα της Τουρκίας με τη Συρία και το Ιράκ.

Η ελληνική κυβέρνηση θα έπρεπε να έχει θέσει δια της διπλωματικής οδού το ζήτημα στους Διεθνείς Οργανισμούς αλλά και στους συνυπογράφοντες της Συνθήκης. Το θέμα της ένταξης στην ΕΕ της Τουρκίας θέλει από την Ελλάδα νέα προσέγγιση και νέες συμμαχίες.

Τα δύσκολα είναι μπροστά μας και επί μακρόν. Το νέο περιβάλλον είναι εξαιρετικά σύνθετο, μεταβαλλόμενο και απαιτεί εθνική ισχύ και συμμαχίες.

Μία χώρα χρεοκοπημένη, παραγωγικά αδύναμη και με κυβερνώντα κόμματα κακέκτυπα των χειρότερων κομματικών εκφάνσεων της ιστορίας μας, κινδυνεύει να μπει στο περίφημο δίλημμα του Π.Κονδύλη: «Υποταγή ή συντριβή». Η αποφυγή του διλήμματος είναι η στρατηγική της αποτροπής που σημαίνει πρώτον τι αλλάζουμε «εμείς» στη χώρα μας και δεύτερον πως οργανώνουμε τις συμμαχίες μας. Το «εμείς» σημαίνει εθνικό αναστοχασμό που θα μας μετακινήσει από έναν φολκλορικό ελληνοκεντρισμό στην ισχυρή εθνική ταυτότητα και επομένως στη δημιουργία εθνικού ισχυρού μετώπου.
Εθνική ταυτότητα που θα συνδέει το παρελθόν με μεγάλους και ευγενείς στόχους για την πρωτοπορία στη νέα εποχή της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, με ισχυρούς θεσμούς και αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου.

Το δεύτερο σημείο, η ανάγκη δηλαδή συμμαχιών, παραπέμπει στον Ελευθέριο Βενιζέλο αλλά και σε όλη την νεοελληνική ιστορία μας. Η συνεπής και προσεκτική επιλογή συμμάχων οι οποίοι μας δίνουν και τους δίνουμε υπήρξε καθοριστικής σημασίας για τις επιτυχίες στη χώρα μας σε δύσκολες εποχές.

Η εύθραυστη στρατηγική συμμαχιών σε περιόδους μεγάλων ανακατατάξεων είναι ο υπ΄αριθμόν ένα κίνδυνος για εθνικό ακρωτηριασμό.

Τα δύο παραπάνω στοιχεία η εθνική ισχύς και οι συμμαχίες προϋποθέτουν την ύπαρξη των αρίστων των Ελλήνων και από την μεριά τους αφιέρωση και θυσία.

Το παράδειγμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, όπως γράφει ο Θάνος Βερέμης, συνίσταται στην επιλογή των συνεργατών του. «Ουδέποτε γνώρισε η Ελλάδα υπουργικά συμβούλια σαν του Βενιζέλου. Άτομα με εξαιρετικές ικανότητες και ανάλογη με την δική του βουλητικότητα».

Δυστυχώς το ακριβώς αντίθετο από ότι ζούμε σήμερα όπου οι πλέον κρίσιμοι θεσμοί και θέσεις είναι αποτέλεσμα φτηνών παζαριών και κομματικών ισορροπιών. Η συνταγή για μια όλο και πιο «μικρή» Ελλάδα. Αυτό δεν μπορεί να γίνει πλέον αποδεκτό και οφείλουμε να το αναδείξουμε και να το ανατρέψουμε.

Πολιτική και ποδόσφαιρο την εποχή των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

Πολιτική και ποδόσφαιρο την εποχή των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

Τελικά δεν χρειάζεται να ψάχνουμε τον πρωταθλητή. Είναι η ίδια η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Όχι, όμως, πρωταθλητής του ποδοσφαίρου, αλλά της παραδοξότητας και της παραφροσύνης. Από κυβερνητικά χείλη, και μάλιστα επί ποινή ποδοσφαιρικού Grexit, μάθαμε ότι είναι ανάγκη να διακοπεί το «πιο δίκαιο και πιο συναρπαστικό πρωτάθλημα» των τελευταίων χρόνων. Τώρα πώς γίνεται να διακοπεί, αντί με κάθε τρόπο να συνεχιστεί, ένα τόσο καλό πρωτάθλημα, μόνον ο πρωθυπουργός και ο υφυπουργός αθλητισμού το ξέρουν.

Ας δούμε ψύχραιμα τη φετινή πορεία του ελληνικού πρωταθλήματος. Οι φίλαθλοι δείχνουν παροιμιώδη αυτοσυγκράτηση. Η ΕΠΟ νομιμοποιήθηκε με πρόσφατες εκλογές. Η διαιτησία, υπό άμεση διεθνή παρακολούθηση, είναι σε γενικές γραμμές ισορροπημένη. Γιατί, λοιπόν, το μπλοκάρισμα;

Πιστεύω, χωρίς περιστροφές, ότι αυτό επήλθε εξαιτίας της κυβερνητικής εμπλοκής στο χώρο και των σαφών προτιμήσεών της. Η ουσία δεν βρίσκεται στο ποιες είναι αυτές, ως προς τα πρόσωπα και τα σωματεία. Βρίσκεται στο ότι η κυβέρνηση επέλεξε να εμπλακεί και να εκφράσει προτίμηση. Έτσι το αδιέξοδο ήταν προδιαγεγραμμένο, όποιος και να ήταν ο κυβερνητικός εκλεκτός.

Όταν, λοιπόν, ο ανταγωνισμός στο πρωτάθλημα έφθασε σε οριακό σημείο, βοηθούσης και της μπάλας που, κατά τη ρήση του Όσιμ «είναι πόρνη»,  η κυβέρνηση βρέθηκε σε αδιέξοδο, παγιδευμένη από τις επιλογές και τις παρεμβάσεις της. «Έχασε κυριολεκτικά τη μπάλα» και, παραζαλισμένη, αποφάσισε τη διακοπή του πρωταθλήματος. Ταυτόχρονα, προσπαθεί να μεταθέσει τις ευθύνες της στους ιδιοκτήτες των ομάδων, πιστεύοντας ότι αυτοί θα τις αποδεχτούν.

Έτσι, ενώ τώρα είναι η ώρα της να εγγυηθεί την αυστηρή τήρηση των νόμων από ομάδες και πρόσωπα, είναι απολύτως αδύναμη να το κάνει.

Τα πράγματα, λοιπόν, είναι καθαρά. Στο ποδόσφαιρο -και όχι μόνο-  επικρατούν αυθαιρεσία και ανομία. Η κάθαρση και η εξυγίανση μπορούν να επέλθουν μόνο από την πολιτεία, την οποία, όμως, θα εκφράσει μια κυβέρνηση θεσμικής εμπιστοσύνης. Αυτό προϋποθέτει μια κυβέρνηση αυτόνομη και εγγυήτρια της εφαρμογής των νόμων. Οι μεγαλοπαράγοντες και οι ομάδες δεν πρόκειται ποτέ να συμφωνήσουν, πολύ περισσότερο εάν πιστεύουν ότι η εκάστοτε κυβέρνηση έχει προτιμήσεις. Στο πρώτο πέναλτι ή στο κρίσιμο οφσάιντ θα αρχίσουν οι τσακωμοί. Άλλωστε, το μεγάλο έπαθλο των 20 εκατομμυρίων ευρώ του Τσάμπιονς Λιγκ είναι μόνο για έναν.

Αυτό που απομένει είναι η απαρέγκλιτη εφαρμογή της νομιμότητας μέχρις ότου εξαλειφθούν η παραβατικότητα και η παρανομία. Όταν αυτές ηττηθούν συντριπτικά, τότε θα καθήσουν όλοι γύρω από το ίδιο τραπέζι να συζητήσουν ουσιαστικά για την προαγωγή του αθλήματος. Με την πολιτική εξουσία αμερόληπτη και τους αθλητικούς θεσμούς ισότιμους, όπου οι τίτλοι θα κρίνονται από την υπεροχή των ομάδων και την τύχη του παιχνιδιού. Αυτό προϋποθέτει την αυτονόμηση και τον εγγυητικό ρόλο της κυβέρνησης στην εφαρμογή της νομιμότητας. Μια κυβέρνηση μπλεγμένη με εκλεκτικές συγγένειες και προτιμήσεις για αλλότριους σκοπούς είναι κυβέρνηση που «καίγεται».

Δυστυχώς, τα χαρακτηριστικά της αυτονομίας και του εγγυητικού ρόλου δεν υπάρχουν στη σημερινή κυβέρνηση. Θα έλεγα το αντίθετο. Στην πράξη, η άποψη ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ έχει την κυβέρνηση, αλλά όχι την εξουσία» καθοδηγεί τη συμπεριφορά της. Πιστεύει ότι τα προβλήματα δεν υπάρχουν τόσο για να λυθούν, όσο για να χρησιμοποιηθούν -είτε για δικό της όφελος είτε για να πληγούν οι αντίπαλοι. Αντίστοιχα, οι θεσμοί δεν υπάρχουν τόσο για να λειτουργήσουν, όσο για να καταληφθούν ή να υποταγούν.

Η κυβέρνηση, λοιπόν, των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ πιστεύει ότι χρειάζεται επειγόντως μια «άλλη», δική της δικαιοσύνη, κάποια «άλλα» δικά της ΜΜΕ, τελικά μια «άλλη» δική της  διαπλοκή. Έτσι θεωρεί ότι θα κατακτήσει την πολυπόθητη εξουσία, δηλαδή  θα μετατραπεί σε στέρεο καθεστώς. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται με το Σκοπιανό – όχι για να το λύσει, αλλά για να διασπάσει την αντιπολίτευση, να αλλάξει κυβερνητικό σύμμαχο αν χρειαστεί, να ξεφορτωθεί στα γρήγορα την επόμενη κυβέρνηση μέσα από μια «δεξιά παρένθεση» και γρήγορα να επιστρέψει εδώ όπου βρίσκεται τώρα. Στη θαλπωρή και στις απολαύσεις της εξουσίας. Κι όλα αυτά μέσα από τη συστηματική προώθηση του πολιτικού  διχασμού, τη στιγμή που το έθνος βιώνει μια υπαρξιακή αγωνία.

Η αριστερή διακυβέρνηση, αγνοώντας την ανάγκη υπεράσπισης του δημοσίου συμφέροντος, υπονομεύει τους δημοκρατικούς θεσμούς της χώρας, την εθνική ασφάλεια και την προοπτική για την οικονομική ανόρθωση. Η αποτυχία της είναι καθολική. Όσο συνεχίζεται η θητεία της, η ελπίδα  να δούμε κάτι καλύτερο στο ποδόσφαιρο είναι μηδαμινή. Αυτό θα το ξεπεράσουμε. Όμως, όσο κυβερνά είναι απίθανο να σταματήσει ο κατήφορος της παρακμής, με πιθανό ενδεχόμενο ένα ανυπολόγιστο εθνικό κόστος. Αυτό δύσκολα θα ξεπεραστεί. Και πρέπει να το αποτρέψουμε.

Σύγχρονος εθνικός διχασμός και αριστερή εξουσία – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στην ATHENS VOICE, Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2018

Σύγχρονος εθνικός διχασμός και αριστερή εξουσία – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στην ATHENS VOICE, Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2018

Ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε για να μείνει. Αυτήν την απόφαση πήρε τον Ιούλιο του 2015. Και για να μείνει, θα κάνει ό,τι είναι δυνατό, ανεξάρτητα από τις επιπτώσεις που θα υπάρξουν στο πολιτικό, κοινωνικό και εθνικό γίγνεσθαι.

Με την ίδια, παροιμιώδη άνεση με την οποία συγκυβερνά εδώ και τρία χρόνια μ’ ένα ακροδεξιό κόμμα, θα επιδιώξει πλέον να προχωρήσει σε μια κεντροαριστερή συμμαχία.

Σήμερα υποτάσσεται με παροιμιώδη άνεση σε όλες τις επιλογές των ξένων που αντιμάχονταν και είχε καταγγείλει στο παρελθόν, ενώ απολαμβάνει την αυξανόμενη συμπάθεια της εσωτερικής ολιγαρχίας, την οποία μέχρι πρότινος  απειλούσε.

Αυτά είναι τα σταθερά χαρακτηριστικά κάθε κυβερνώσας Αριστεράς που θέλει να είναι «συνεπής με τον εαυτό της». Πιστεύει, τελείως αυτοαναφορικά, ότι κατέχει την πολιτική αλήθεια και το κοινωνικό δίκιο και καμώνεται ότι έχει ως αποστολή να τα υπερασπίζει με πάθος έναντι όλων των άλλων. Θεωρεί ότι τα πάντα γύρω της αλλάζουν καταπώς την βολεύει, ενώ ή ίδια παραμένει εσαεί «συνεπής».

Αυτήν ακριβώς την αντίληψη  οργανώνει σε σταθερή πολιτική μέθοδο ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα. Επιλέγει τη στρατηγική της αναμέτρησης των δύο πόλων, έχοντας ως  στόχο να διατηρήσει την πρωτοκαθεδρία του δεύτερου πόλου που κατέκτησε μέσα στην κρίση. Αυτό είναι το διαβατήριο για τη μακροχρόνια, ηγεμονική πολιτική του παρουσία. Οι αντίπαλοι του είναι αποδεκτοί μόνον όταν κυβερνούν ως «παρενθέσεις».

Η πολιτική του συγκροτείται πάνω στα διλήμματα παλιό – νέο και δεξιό-αριστερό, ενώ υλοποιείται  μετωπικά, διχαστικά και διαλυτικά. Τα μεγάλα θέματα που αφορούν τα τα εθνικά ζητήματα, τη λειτουργία της δημοκρατίας και την οικονομία δεν τίθενται από τον ΣΥΡΙΖΑ με σκοπό την αναζήτηση βιώσιμων λύσεων, αλλά την αναδιάταξη των πολιτικών και κομματικών συσχετισμών υπέρ του. Γι’ αυτό, άλλωστε, δεν επιζητά στην αφετηρία ούτε επιδιώκει στη συνέχεια κοινωνικές, κομματικές ή εθνικές συναινέσεις.

Για παράδειγμα, το όντως χρονίζον ζήτημα των Σκοπίων δεν επιδιώκει να το λύσει με κομματική συναίνεση και λαϊκή συγκατάθεση, αλλά διαιρώντας την κοινωνία σε ακροδεξιούς και προοδευτικούς.

Αντίστοιχα, το σκάνδαλο της ΝOVARTIS δεν επιχειρεί να το διαλευκάνει θεσμικά και πολιτικά, αλλά το χρησιμοποιεί ως εργαλείο σπίλωσης των πολιτικών αντιπάλων του.

Τη θρυλούμενη  έξοδο από το μνημόνιο δεν θέλει να την διασφαλίσει από κάθε ενδεχόμενο κίνδυνο, αλλά να την καρπωθεί και να τη διαχειριστεί μόνον πολιτικοεκλογικά, αδιαφορώντας για τους σοβαρούς κινδύνους ενός νέου, καταστροφικού οικονομικού εκτροχιασμού.

Τι αφήνει, όμως, πίσω της μια τέτοια πολιτική αντίληψη και πρακτική εξουσίας του ΣΥΡΙΖΑ;

Είναι αλήθεια ότι με αυτόν τον τρόπο επανασυσπειρώνει ένα σημαντικό κομμάτι της μετέωρης εκλογικής του βάσης, πράγμα που τον καθιστά αδιαφιλονίκητο ηγέτη του δεύτερου πόλου, με ταυτόχρονη περιθωριοποίηση της κεντροαριστεράς.

Αυτή η «κομματική επιτυχία» του ΣΥΡΙΖΑ παράγει στον αντίποδα ένα τεράστιο εθνικό, πολιτικό, δημοκρατικό και οικονομικό κόστος για το σύνολο της χώρας. Έτσι διαμορφώνεται ένας σύγχρονος διχασμός στα κρίσιμα εθνικά μέτωπα και, κυρίως, στο μέτωπο εξ Ανατολών, τη στιγμή που η Τουρκία αναβαθμίζει την απειλή της σε όλα τα ζητήματα αιχμής των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Μια απειλή που καθίσταται, πλέον, ασύμμετρη και απρόβλεπτη όχι μόνον για την Ελλάδα, αλλά και για όλο τον δυτικό κόσμο, από τον οποίο η Τουρκία αυτονομείται.

Την ώρα που η Ελλάδα θα έπρεπε να επανασχεδιάσει σοβαρά, με όρους πολιτικής και κοινωνικής ομοψυχίας και ενότητας, την αποτρεπτική της δυνατότητα, υπερβαίνοντας τη μέχρι τώρα κατευναστική της προσπάθεια που αποθρασύνει τους Τούρκους, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ διχάζει το λαό και επιχειρεί να διαλύσει το πολιτικό σύστημα της χώρας.

Εξίσου αρνητικά αποτελέσματα διαμορφώνονται στο εσωτερικό μέτωπο της δημοκρατίας, της πολιτικής, της οικονομίας και της κοινωνίας. Με τη στρατηγική του διχασμού και της έντασης, ο ΣΥΡΙΖΑ παράγει ένα μεγάλο ρεύμα πολιτικής απαξίωσης με αντι-πολιτικά και υπο-πολιτικά χαρακτηριστικά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ταχεία φθορά των θεσμών και των πολιτικών αξιών, ενώ οδηγεί στην οικονομική αποεπένδυση και την κοινωνική ανομία, χωρίς εναλλακτική διέξοδο. Διαμορφώνεται, εν τέλει, ένα δημόσιο θέατρο διχαστικών αναμετρήσεων, υποβαθμισμένης αισθητικής και διαρκώς χαμηλότερων προσδοκιών.

Μετά από μια οικονομική χρεοκοπία, η χώρα βρίσκεται σε σημείο καμπής και προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της, με τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος.

Ταυτόχρονα, το γεωπολιτικό μας περιβάλλον βρίσκεται σε μεταβατική φάση αστάθειας, με σοβαρές μεταβολές στους μέχρι σήμερα παράγοντες σταθερότητας και ελέγχου. Το κεφάλαιο σταθερότητας της μεταπολιτευτικής μας δημοκρατίας δεν είναι ανεξάντλητο στην πίεση της κάθε κομματικής και εξουσιαστικής ιδιοτέλειας.

Την ίδια ώρα είναι, επίσης, απολύτως φανερό, ότι το πολιτικό σύστημα της χώρας είναι ανεπαρκές και κατώτερο των περιστάσεων και των καιρών.

Αυτή η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την αποδυναμωμένη Ελλάδα, μετατρέποντάς την σε διχασμένο έθνος και φθίνουσα δημοκρατία, πρέπει να ηττηθεί. Τώρα. Η συγκρότηση ενός πολιτικού μετώπου για την αποτροπή του ενδεχομένου ενός εθνικού ακρωτηριασμού, για την υπεράσπιση της δημοκρατίας και για την ανόρθωση της οικονομίας, είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ.

«Το ανάθεμα των δέκα»- με την πρόφαση μιας στρέβλωσης που βαπτίστηκε σκάνδαλο – Άρθρο του Γιάννη Δατσέρη στη ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

«Το ανάθεμα των δέκα»- με την πρόφαση μιας στρέβλωσης που βαπτίστηκε σκάνδαλο – Άρθρο του Γιάννη Δατσέρη στη ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

Επιτρέψτε μου μερικές εστιάσεις με  τη δική μου οπτική στα γεγονότα της εβδομάδας που πέρασε και αφορούν την υπόθεση NOVARTIS, αλλά και την άντληση κάποιων συμπερασμάτων στην άσκηση πολιτικής στην Υγεία.

1. Πρώτη φορά ασχολούμαστε με «σκάνδαλο» χωρίς να έχει ασκηθεί δίωξη κατά υπευθύνων εταιρίας ή άλλου νομικού προσώπου και δεν έχουν κληθεί να καταθέσουν οι φερόμενοι ως αυτουργοί. Διαπλοκή  με ολογράμματα, αντί φυσικών προσώπων δεν περιγράφεται.

2. Η παρέμβαση του κ. Καρτερού με το « ου γαρ οίδασι…….τι πηδούσι» είναι αποκαλυπτική, κατά συνεπαγωγή δε ,αποδεικτική ότι εκτελείται ένα οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης πολιτικών αντιπάλων. Ένα σύγχρονο ανάθεμα, καταλύοντας το κράτος δικαίου. Ο φανατισμός, στοιχείο του εθνικολαϊκισμού, έκανε το βήμα που τον χώριζε από την βαρβαρότητα.

3. Στους κατηγορούντες ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και σε αρκετούς υπερασπιστές των δέκα πολιτικών δεν υπήρχε ειρμός επιχειρημάτων, γιατί δεν υπάρχει λογική να προσεγγίζεται η φαρμακευτική πολιτική με ενιαία κριτήρια από το 2004 έως το 2014. Σκανδαλώδης δημόσια δαπάνη και στρέβλωση υπήρξαν το διάστημα 2004-2009. Βασικός πολιτικός υπεύθυνος είναι ο τότε Πρωθυπουργός. Γιατί; Επειδή, τότε η φαρμακευτική και η υγειονομική πολιτική αφορούσε τη συνέργεια πέντε Υπουργείων. Εμπορίου, για την τιμολόγηση. Υγείας, για το ΕΣΥ, τον ΟΓΑ και τον ΟΠΑΔ. Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για το ΙΚΑ (και τους γιατρούς του, και τα Νοσοκομεία του) και τους άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς. Παιδείας, για τα αμιγώς πανεπιστημιακά νοσοκομεία και, κυρίως, για την  καλλιέργεια κακής εγωκεντρικής επαγγελματικής νοοτροπίας στους  νέους γιατρούς. Εθνικής  Άμυνας,  για τα Νοσοκομεία του και τον ανεξέλεγκτο επαγγελματισμό των στρατιωτικών γιατρών. Η συνέργεια Υπουργείων είναι πρωθυπουργική ευθύνη.

4.Σήμερα η στρέβλωση εξακολουθεί, δεν έχει τελειώσει το «πάρτι του φαρμάκου». Η μείωση της δημόσιας  φαρμακευτικής δαπάνης, τουλάχιστον κατά το ήμισυ και παρά τη συνεχή είσοδο νέων πολύ ακριβών φαρμάκων, είναι αυταπόδεικτη. Υπάρχει, όμως, καπνός συνεχιζόμενης παραβατικότητας και διαφθοράς. Να πάψουμε την υποκρισία. Ο έλεγχος είναι πλέον σχετικά εύκολος, αν θέλει κάποιος να τον κάνει. Κάθε NOVARTIS, εννοώ τις πολυεθνικές που εισάγουν φάρμακα και ιατρικό εξοπλισμό ή υλικά, οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες και οι μεγάλοι πάροχοι  υπηρεσιών (κλινικές, αλυσίδες  διαγνωστικών κέντρων), αν διαπλέκονται,  τότε διαθέτουν στο στενό πυρήνα των ανθρώπων της  κάθε ιδιοκτησίας  τροφοδότες λογαριασμούς και εξωχώριες εταιρίες, που επιβάλλεται να αναζητηθούν.

5.Μην ισοπεδώνουμε τα πάντα. Οι παραγωγοί του φαρμάκου και των ιατρικών υπηρεσιών προσφέρουν ζωή και ποιότητα ζωής. Το θέμα είναι να τηρούν τη δεοντολογία, τη νομιμότητα και την κοινωνική τους ευθύνη. Σήμερα, ένας γιατρός του ΕΣΥ έχει μέγιστο μισθό 1.800€ το μήνα. Δεν μπορεί να του καλύψει τη συμμετοχή του σε ένα ευρωπαϊκό συνέδριο που -συνολικά- κοστίζει περίπου 1.200€. Η προσφυγή σε χορηγό είναι αναπόφευκτη, αρκεί να είναι διαυγής. Αν θέλουμε να ελέγξουμε την παραβατικότητα , εύκολα οι ελεγκτικοί μηχανισμοί εντοπίζουν και επιβάλλουν την προσαρμογή στα θεραπευτικά πρωτόκολλα και την ιατρική που βασίζεται σε ενδείξεις των μεγάλων μονάδων του ΕΣΥ, των Πανεπιστημίων και των Ιδιωτικών Κλινικών.

6.Δεν είναι όλοι οι πολιτικοί το ίδιο. Νομοθετικές παρεμβάσεις στην Υγεία για την επιβολή της κανονικότητας και με μεταρρυθμιστικό πνεύμα που τελικά υλοποιήθηκαν ή υλοποιούνται  έγιναν  από Υπουργούς του ΠΑΣΟΚ. Καμιά νομοθετική πρωτοβουλία Υπουργών της ΝΔ ή του ΣΥΡΙΖΑ, συνήθως δευτερεύουσας σημασίας, ακόμη και αυτές που μπορεί να αποδομούν, αντί να συγκροτούν, δεν εφαρμόζεται. Υπουργοί που ανήκουν στη ΝΔ επέδειξαν αποτελεσματικότητα στην εφαρμογή Νόμων της μνημονιακής περιόδου, ακόμη και αν δεν αφορούσαν τα μνημόνια.

7.Η συζήτηση στη Βουλή, προσαρμοσμένη αναγκαστικά στη συγκυρία που καθορίζεται από την άνανδρη επίθεση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και τα μείζονα θεσμικά προβλήματα που προκύπτουν, δεν συμπεριέλαβε ουσιαστική κριτική στις πολιτικές υγείας που ασκήθηκαν ή ασκούνται. Άμβλυνε εντυπώσεις και παρέκαμψε το γεγονός ότι στις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες  της περιόδου 2010-2012 αντιστάθηκε  μανιωδώς  ο ΣΥΡΙΖΑ στο σύνολό του επικουρούμενος  από   όλους τους  συνδικαλιστές-γιατρούς  της ΝΔ και τα κομματικά στελέχη του « βαθέως ΠΑΣΟΚ».

8.Είναι δε πρόκληση και κωμωδία η σημερινή ηγεσία του Υπουργείου να παρουσιάζει σαν λυδία λίθο  για την εξάλειψη της διαφθοράς στο φάρμακο τη νομοθετική πρωτοβουλία για τη σύσταση των επιστημονικών εταιριών των κυρίων ιατρικών ειδικοτήτων και τη μεταφορά της αρμοδιότητας των ιατρικών συνεδρίων από τον ΕΟΦ στο ΚΕΣΥ, διακινώντας επακριβώς τις διατάξεις του νομοσχεδίου που κατατέθηκε στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή στις  8/2/2012  δεν συζητήθηκε λόγω της πτώσης της κυβέρνησης Παπαδήμου και κανείς έως σήμερα δεν επανέφερε. Πολιτική που ο ΣΥΡΙΖΑ καταψήφισε στο ΚΕΣΥ και μανιωδώς αντιπολιτεύθηκε στη διάρκεια της διαβούλευσης. Να εμφανίζει ως επίτευγμα την εφαρμογή 15 θεραπευτικών πρωτοκόλλων επί των ημερών τους, όταν το 2013 είχαν ολοκληρωθεί 150.

9.Επανέρχομαι στο σκάνδαλο της πολιτικής δίωξης των δέκα. Οι συμψηφισμοί είναι ανεπίτρεπτοι. Πολιτικά υπεύθυνος και υπόλογος έναντι της Ιστορίας είναι ο Πρωθυπουργός. Επέφερε οξύτητα με εμφυλιοπολεμικά χαρακτηριστικά. Η οξύτητα οδηγεί σε μανιχαϊστική λογική. « Να φύγουν». « Να φύγουν και να τιμωρηθούν». Όμως δεν είναι η κατάλληλη λογική στο σύνθετο περιβάλλον του 2018. Δεν πρέπει να αποπροσανατολιζόμαστε από τον κύριο στόχο να οδηγηθεί η χώρα σε μια σταθερή ευρωπαϊκή κανονικότητα και στην εφαρμογή προοδευτικών μεταρρυθμίσεων. Απαιτείται νηφάλια να αναζητήσουμε και να συζητήσουμε «τα πρέπει» της ανόρθωσης της Χώρας. Δεν αρκεί να φύγουν αυτοί, αλλά να προετοιμάσουμε και εμείς το μέλλον που αξίζει στην Ελλάδα του 2020, που αν δικάζει αυτό θα γίνεται γιατί έτσι επιβάλλει το Δίκαιο και όχι ο πολιτικός βολονταρισμός ή η μισαλλοδοξία.

Κέρδη και απώλειες από τη συζήτηση για το σκάνδαλο Novartis – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολάκη στη “ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ”, Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2018

Κέρδη και απώλειες από τη συζήτηση για το σκάνδαλο Novartis – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολάκη στη “ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ”, Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2018

Οι απώλειες από την ολοκλήρωση της χθεσινής συζήτησης στη Βουλή είναι πολλές και έχουν εθνική διάσταση. Τη στιγμή, που η χώρα αντιμετωπίζει απειλές και προκλήσεις από κάθε κατεύθυνση, η κυβέρνηση κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια, προκειμένου να διχάσει τον πολιτικό κόσμο, να πολώσει τους πολίτες και να αποπροσανατολίσει τις συζητήσεις από τα φλέγοντα θέματα. Θέματα, όπως αυτά του αναπτυξιακού σχεδίου που πρέπει να εκπονηθεί για να βγει από το αδιέξοδο η χώρα, του νέου χωροταξικού χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που οφείλει η κυβέρνηση να εκπονήσει ώστε να τεθούν οι βάσεις της ανάπτυξης και της απασχόλησης, του «Μακεδονικού» προκειμένου να ηρεμήσει το βόρειο μέτωπο και να αρχίσει μία συνεργασία επί υγιών βάσεων με την γείτονα, της διένεξης με την Τουρκία και της προετοιμασίας εξόδου της χώρας από την οικονομική κρίση, έπεσαν πλέον σε τρίτη και τέταρτη μοίρα, προκειμένου να αποπροσανατολιστούν οι πολίτες. Αποδεδειγμένα πλέον, ακόμη και για τους αφελείς, μόνο μέλημα της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ είναι η διατήρηση και επέκταση του ελέγχου της εξουσίας. Και όλα αυτά για την ολοκλήρωση του σχεδίου υπαγωγής των πάντων υπό τον Ηγεμόνα. Τον Πατερούλη Τσίπρα.

Υπάρχει, όμως, και ένα μεγάλο κέρδος. Όλοι εκείνοι, που επεδίωκαν και προσπαθούσαν να μας πείσουν ότι «μία συμμαχία με τον υγιή ΣΥΡΙΖΑ είναι εφικτή» ή που διακήρυσσαν ότι «μας χωρίζει χάος από την ΝΔ» ή που προσπαθούσαν να μας περάσουν το μήνυμα «μετά τις εκλογές θα επιλέξουμε σύμμαχο», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο συμμαχίας με τον ηττημένο ΣΥΡΙΖΑ, στερούνται πλέον τεκμηρίωσης ενός τέτοιου ενδεχομένου και επιχειρημάτων για την υποστήριξη μιας τέτοιας θέσης. Ο Βαγγέλης Βενιζέλος το είπε ξεκάθαρα στη χθεσινή βαρυσήμαντη ομιλία του στη Βουλή: «η κυβέρνηση στράφηκε εναντίον εμού και του Λοβέρδου, διότι είμαστε εκείνοι που αντιτιθέμεθα σε ενδεχόμενη συνεργασία της Δημοκρατικής Παράταξης με τον ΣΥΡΙΖΑ».

Με τη χθεσινή της ομιλία η κα Γεννηματά υποχρεώθηκε από τις συνθήκες πόλωσης, που προσπάθησε να επιβάλει η κυβέρνηση, να διαχωρίσει τη θέση της από τα ανωτέρω ενδεχόμενα και να κάνει πιο διακριτά πλέον τα σύνορα, που χωρίζουν το Δημοκρατικό Τόξο από το Αντιευρωπαϊκό, Λαϊκίστικο και Εθνικιστικό Τόξο. Η σύμπνοια ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ, Χρυσής Αυγής στη χθεσινή συνεδρίαση της Βουλής πόλωσε το κλίμα και έφερε εγγύτερα τις δυνάμεις της Κεντροδεξιάς και του Προοδευτικού Κέντρου. Απομένει πλέον μία ξεκάθαρη θέση, η οποία θα εκφράζεται με μία και μόνη φράση: «Με τις δυνάμεις, που προσπαθούν να πολώσουν το πολιτικό κλίμα, να ενοχοποιήσουν και στιγματίσουν κάθε πολιτικό τους αντίπαλο, να ελέγξουν κάθε ανεξάρτητη αρχή, της Δικαιοσύνης συμπεριλαμβανομένης, και να πατήσουν επί ερειπίων, προκειμένου να εγκαθιδρύσουν ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, το Κίνημα Αλλαγής δεν έχει και δεν θα έχει και στο μέλλον σχέση. Αντιθέτως, με αυτούς μας χωρίζει τεράστια ιδεολογική, πολιτισμική και κοινωνική απόσταση. Θα είμαστε σταθερά απέναντι στις μεθοδεύσεις τους, θα ενημερώσουμε τους πολίτες για τον κίνδυνο που η χώρα διατρέχει από την συνεχιζόμενη παραμονή τους στην κυβέρνηση και εγγυόμαστε την κυβερνησιμότητα της χώρας μετά τις επερχόμενες εθνικές εκλογές». Μία τέτοια διακήρυξη από ένα ανοικτό ενωτικό συνέδριο με εκλεγμένους συνέδρους, που θα οδηγεί στην ίδρυση ενός νέου ενιαίου κόμματος του προοδευτικού και μεταρρυθμιστικού χώρου, θα δώσει νέα ώθηση. Κυρίως, θα κεντρίσει το ενδιαφέρον των προοδευτικών πολιτών, που τώρα παραμένουν ανήσυχοι, προβληματισμένοι και απόμακροι. Εάν, όμως παρ’ ελπίδα, αυτό δεν συμβεί, τότε το μόνο που θα πετύχουν θα είναι η πύκνωση των γραμμών εκείνου του κόμματος, που προβάλει ως το πιθανότερο να εκπαραθυρώσει το ολοκληρωτικό και εθνικολαϊκιστικό μόρφωμα που μας κυβερνά.

Τέλος, η χθεσινή συζήτηση της μεθόδευσης σπίλωσης των πολιτικών αντιπάλων της κυβέρνησης απέδειξε το ακόλουθο: Η στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ δεν αρκεί. Είναι απλώς προϋπόθεση, δηλαδή αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη, ανασύνταξης του πολιτικού συστήματος. Η διάδοχος κατάσταση είναι η κύρια διακύβευση. Δηλαδή, ποια κυβέρνηση θα τον διαδεχθεί, ποιοι θα την στηρίξουν, από ποιους θα συγκροτηθεί, με ποια προτάγματα και με ποιο σχέδιο ανασυγκρότησης της χώρας θα πορευτεί. Γι αυτό προβάλουμε διαρκώς την αναγκαιότητα (α) εκσυγχρονισμού της ΝΔ με νέα πρόσωπα που θα επιδιώξουν τον πολιτικό φιλελευθερισμό και θα αποτάξουν τον λαϊκισμό, τον κομματισμό και τον κρατισμό και (β) συγκρότησης του μεσαίου χώρου σε ένα Προοδευτικό και Μεταρρυθμιστικό Κόμμα (και όχι ομοσπονδία υπαρχόντων παλαιοκομματικών μηχανισμών), το οποίο θα εκθέσει από τώρα έναν οδικό χάρτη εξόδου από την κρίση.

Ο νόμος Γαβρόγλου, η «ακαδημαϊκότητα», οι «ανάγκες των φοιτητών» και οι εγκληματικές ευθύνες της Αριστεράς – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολάκη στο ESOS.gr, Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Ο νόμος Γαβρόγλου, η «ακαδημαϊκότητα», οι «ανάγκες των φοιτητών» και οι εγκληματικές ευθύνες της Αριστεράς – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολάκη στο ESOS.gr, Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Σήμερα δεν θα αναφερθώ στην οριστική καταστροφή, που επέφερε στην Ανώτατη Εκπαίδευση ο πρόσφατος νόμος Γαβρόγλου. Εξ άλλου πριν από την ψήφιση του νόμου πολλοί είχαμε τοποθετηθεί και σχολιάσει τα άρθρα, που καταργούσαν την αυτοτέλεια των πανεπιστημίων, κατέστρεφαν κάθε δημιουργική πρωτοβουλία του παρελθόντος, προέβαλαν την εσωστρέφεια, τον κρατισμό και την απέχθεια στην σύνδεση των ιδρυμάτων με την επιχειρηματικότητα, καταργούσαν την αξιοκρατία και την αξιολόγηση και επανέφεραν την ασυδοσία των κομματικών νεολαιών και την ανομία εγκληματικών ομάδων στους πανεπιστημιακούς χώρους.

Έτσι, μετά την αδρανοποίηση και αλλοίωση διατάξεων του νόμου Διαμαντοπούλου από τους προηγούμενους υπουργούς (ενδεικτικά αναφέρω την υπουργική απόφαση Γ.Υ.27/22-9-2014, βάσει της οποίας για τη διαγραφή φοιτητή, που είχε υπερβεί το χρονικό όριο φοίτησης, απαιτείτο αίτηση του φοιτητή!!!), ήρθε ο νόμος Γαβρόγλου να θέσει την ταφόπλακα στον μόνο νόμο (4009/2011), που ήταν απότοκο μιας πολύ μακράς διαβούλευσης, ψηφίστηκε από 255 βουλευτές και έφερε την ακαδημαϊκότητα και την αξιοκρατία στο Ελληνικό πανεπιστήμιο.

Αφορμή για την παρούσα παρέμβασή μου είναι η κατάληψη, δηλαδή η παύση λειτουργίας της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών & Μηχανικών Υπολογιστών του Πολυτεχνείου Κρήτης από τον φοιτητικό σύλλογο, δηλαδή από μία μερίδα συνδικαλιστών. Ο λόγος είναι η απαίτηση να δοθεί μία επιπλέον εξεταστική περίοδος (εκτός εκείνων του Ιανουαρίου και του Σεπτεμβρίου), η «εμβόλιμη όπως την αποκαλούν, διότι το ζητούμενο είναι . . . να περνούν τα μαθήματα. Αυτή η τρίτη εξεταστική περίοδος είχε δοθεί το 2015 από τον υπουργό Α. Μπαλτά, ενώ ο νόμος Γαβρόγλου το αφήνει στη διακριτική ευχέρεια των σχολών, παίζοντας το ρόλο του Πόντιου Πιλάτου και αφήνοντας ορθάνοιχτο παράθυρο σε παράλογες απαιτήσεις.

Αντιγράφω ένα πολύ ενδιαφέρον, αλλά απογοητευτικό, απόσπασμα από την πρόσφατη ανακοίνωση του φοιτητικού συλλόγου, η οποία διέπεται από τη φιλοσοφία της ήσσονος προσπάθειας, με την οποία δηλητηριάζουν την κοινωνία και η οποία αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της εξουσίας της σημερινής Αριστεράς: «Το μόνο που τελικά “ενδιαφέρει” έναν προπτυχιακό φοιτητή είναι να περνάει μαθήματα, λαμβάνοντας ή μη τη βασικότατη γνώση.

Μέσα σε όλα αυτά, η χαμηλή κρατική χρηματοδότηση οδηγεί το τμήμα σε αναζήτηση εξωτερικών πόρων. Συνεπώς, δίνεται έμφαση σε συγκεκριμένους τομείς του αντικειμένου, οι οποίοι καλύπτουν τις ανάγκες των χρηματοδοτών, αντί των φοιτητών, καθορίζοντας έτσι την έρευνα προς όφελός τους. Η αυξανόμενη έμφαση που δίνεται στην εμπορική εκμετάλλευση των ερευνητικών αποτελεσμάτων βρίσκεται σε απόλυτη δυσαρμονία με τις θεμελιώδεις αρχές της ακαδημαϊκότητας . . . Βαρεθήκαμε να ακούμε περί ακαδημαϊκότητας, την ώρα που λειτουργούμε σαφώς αντιακαδημαϊκά. Να μας δοθεί η εμβόλιμη εξεταστική σε όλα τα μαθήματα . . . ».

Από την ανακοίνωση αντιλαμβανόμαστε ότι, μετά από μία μακρά οικονομική, πολιτισμική, κοινωνική κρίση, ορισμένους τους ενδιαφέρει όχι η απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων, ώστε να ενταχθούν στην άκρως ανταγωνιστική (παγκόσμια πλέον) αγορά εργασίας, αλλά η απόκτηση του «χαρτιού». Επιπλέον, η κρίση δεν δίδαξε μία μεγάλη μερίδα πολιτών για την αναγκαιότητα σύνδεσης του πανεπιστημίου με την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών και την αδήριτη ανάγκη απόκτησης δεξιοτήτων και επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων, ώστε οι νέοι επιστήμονες και τεχνικοί να είναι πανέτοιμοι να εισέλθουν στο στίβο της ζωής. Όταν τη δεκαετία του 1990 χώρες της Βόρειας Ευρώπης βρέθηκαν σε δεινή οικονομική θέση, αποφάσισαν να ρίξουν όλο το βάρος τους στο θέμα της Παιδείας, ώστε να προετοιμάσουν τις επόμενες γενιές για την ανταγωνιστικότητα στην παγκόσμια κοινωνία. Και το πέτυχαν. Εμείς, αντιθέτως, ασχολούμαστε με τον έλεγχο των ΜΜΕ, την κυβερνητική προπαγάνδα, το «Μακεδονικό» και την Novartis.

Όλα αυτά δεν έρχονται τυχαία. Αποτελούν το καταστάλαγμα μιας στοχευμένης πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών εκ μέρους της Αριστεράς στο σύνολό της. Μερικοί από εμάς είχαμε τότε την αφέλεια να νομίζουμε ότι με την έλευση του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία θα αντιλαμβανόντουσαν το άτοπο των θέσεών τους. Έγραφα στις 18/11/2014 σε άρθρο μου στην Athensvoice με τίτλο «Σχόλια επί των θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ για το Εκπαιδευτικό Σύστημα»: «Όσον αφορά στις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, και εφ’ όσον κάποια στιγμή κληθεί να κυβερνήσει, θα βρεθεί μπροστά στην αμείλικτη πραγματικότητα να απεμπολήσει τις αντιφατικές και προχειρογραμμένες θέσεις του και να διαπιστώσει ότι για λόγους οικονομικούς, εκπαιδευτικούς, ακαδημαϊκούς και κοινωνικούς είναι αδύνατη έως άκρως επικίνδυνη η υλοποίηση πολλών εξ αυτών». Μεγίστη αφέλεια, όπως απεδείχθη.

Η σημερινή κυβέρνηση, όπως έχει κατ’ επανάληψη αποδείξει, αδιαφορεί για την ποιότητα των σπουδών, για την απόκτηση γνώσεων, δεξιοτήτων και εμπειριών εκ μέρους των φοιτητών, οι οποίες θα τους συνδέσουν με την αγορά εργασίας. Μόνο ενδιαφέρον της είναι η λειτουργία των πανεπιστημίων ως χώρων παραγωγής κομματικών στελεχών, που, λόγω ανεπάρκειας κριτικής σκέψης, θα υποτάσσονται στην καθοδήγηση του «κόμματος».

Έτσι, μετά την κατάργηση των διδάκτρων σε ανταγωνιστικά επαγγελματικά Μεταπτυχιακά Προγράμματα Σπουδών και τα εμπόδια που θέτουν για την μη υλοποίησή τους, την επαναφορά της ασυλίας στους παρανομούντες εντός των ιδρυμάτων και την κατάργηση του χρονικού ορίου φοίτησης, επανέρχεται στο προσκήνιο η μετατροπή των ιδρυμάτων σε εξεταστικά κέντρα. Εξ άλλου, μας είχαν προϊδεάσει για τις προθέσεις τους από το 2014 τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ με τις θέσεις του όσο και οι Γ. Σπαθής και Κ. Γαβρόγλου με άρθρα τους στην ΑΥΓΗ. Ιδιαίτερα ο τελευταίος με εκείνη την κραυγή αγωνίας και θλίψης για την μεγάλη αποδοχή της οποίας έτυχε ο νόμος Διαμαντοπούλου στους καθηγητές των πανεπιστημίων (δες ΑΥΓΗ 21/7/2014 «Μία σοβαρή ήττα της Αριστεράς στα Πανεπιστήμια»).

Συλλαλητήρια, η γέννηση του νέου ή η αρχή των τεράτων – Άρθρο του Μιχάλη Καλφίδη, Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2018

Συλλαλητήρια, η γέννηση του νέου ή η αρχή των τεράτων – Άρθρο του Μιχάλη Καλφίδη, Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2018

Η αριστερά και ο σοσιαλισμός ήταν μια ουτοπία της νεότητάς μας. Ξεκινήσαμε ως μεταπολιτευτική γενιά με πολύ σοσιαλισμό, σιγά-σιγά κάναμε περικοπές, συμβιβασμούς, κλείσαμε τα μάτια μπροστά στο προσωπικό συμφέρον, κατεβάσαμε τις σοσιαλιστικές σημαίες, ξεκρεμάσαμε ήρωες και αφίσες από τους τοίχους και χτίσαμε τις ζωές μας μέσα στον “καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο” -και με πολλά δανεικά.

Η ελληνική  πελατειακή και, κυρίως, κρατικιστική δεξιά, παγκόσμιας πρωτοτυπίας, απείχε πολύ από ένα σύγχρονο συντηρητικό ευρωπαϊκό κόμμα  και κυβέρνησε ως αναποτελεσματικό ΠΑΣΟΚ με ακόμη περισσότερα δανεικά.

Η εκλογή Μητσοτάκη δεν μετάλλαξε το DNA της δεξιάς παράταξης που προσπαθεί να αλλάξει χωρίς την παραμικρή αυτοκριτική για τη μέχρι σήμερα διαδρομή της και τις ευθύνες της.
Ο εκσυγχρονισμός, παρότι έβαλε τη χώρα σε σωστή τροχιά, ήταν μειοψηφία στο ΠΑΣΟΚ, αλλά και στη ΝΔ όπου εμφανίστηκε -και τελικά κυριάρχησαν οι λαϊκιστικές δυνάμεις και τον σημάδεψαν τα διεφθαρμένα πρόσωπα.

Ύστερα ήρθαν η κατάρρευση και η Αριστερά. Η Αριστερά ως η απόλυτη χίμαιρα, το τέλειο ψέμα. Σε μια γενιά, η ουτοπία έγινε χίλια κομμάτια που σκορπίστηκαν γύρω μας και μας πληγώνουν. Η κυβερνώσα “πρώτη φορά” αριστερά ήταν η προδοσία της ωριμότητάς μας.

Οι πρόσφατες εξελίξεις στο «Κίνημα Αλλαγής» επιβεβαίωσαν ότι το ΠΑΣΟΚ του προηγούμενου αιώνα θα ήθελε να «είναι εδώ, ενωμένο δυνατό». Με τη διαφορά ότι το ΠΑΣΟΚ του προηγούμενου αιώνα εξέφραζε την εποχή, έπιανε το εθνικό αίσθημα και είχε μια ισχυρή ταυτότητα, της έστω “αλά γκρέκα” σοσιαλδημοκρατίας. Σήμερα το Κίνημα Αλλαγής ως ομοσπονδία με βασικό κορμό το ΠΑΣΟΚ και guest star τον Σταύρο Θεοδωράκη ως άτομο, είναι ένας χώρος χωρίς ταυτότητα, ο χρήσιμος τρίτος!

Απογοήτευση! Παντού υπερισχύουν οι προσωπικές επιλογές, ενώ αριστερές και δεξιές εθνικολαϊκιστικές δυνάμεις αποδεικνύονται νικήτριες προς δικό τους όφελος αλλά σε βάρος της χώρας!

Τα συλλαλητήρια της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας στέλνουν ένα βαθύτερο μήνυμα πέρα από το προφανές θέμα της Μακεδονίας. Ένα μήνυμα αντίδρασης των πολιτών ενάντια στα υπάρχοντα κόμματα που δεν τα εμπιστεύονται να λύσουν το εθνικό μας θέμα. Τα συλλαλητήρια αυτά είναι ταυτόχρονα οι πρώτες μαζικές διαμαρτυρίες εναντίον της Κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Το εθνικό θέμα γίνεται αφορμή για συλλογική αντίδραση και τα πολιτικά “πιστεύω” των Ελλήνων βγαίνουν από τις γραμμές τους και ανακατεύονται.

Το ΝΑΙ και το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος του 2015 συνυπάρχουν στις συγκεντρώσεις, ενώ τα ακραία στοιχεία, και από τις δυο πλευρές, παρότι μειοψηφία, βρίσκουν την ευκαιρία να προβληθούν.

Μπορεί το εθνικό συναίσθημα να χαριστεί σε ένα κόμμα ; ΟΧΙ

Μπορεί το αίσθημα κοινωνικής δικαιοσύνης να χαριστεί σε ένα κόμμα; ΟΧΙ

Μπορεί να καταλογιστεί στο πολιτικό σύστημα ανικανότητα διαχείρισης των δύο παραπάνω; ΝΑΙ

Μέρα με τη μέρα δημιουργούνται οι συνθήκες για την γέννηση ενός νέου χώρου μακριά από τον “λαϊκισμό που δεν συνομιλεί με την λογική” και μακριά από “τον ρηχό εκσυγχρονισμό που δεν συνομιλεί με το λαϊκό αίσθημα”.

Ενός νέου πολιτικού χώρου που θα βάλει την ατζέντα του 21ου αιώνα και που ελπίζω να είναι από τον χώρο του Προοδευτικού Κέντρου, γιατί υπό παρόμοιες ρευστές συνθήκες γεννιούνται και τα … Τέρατα!
Υ.Γ. Δεν πήγα σε κανένα συλλαλητήριο αλλά είναι πολιτική αλαζονεία να αγνοείς ή να υποτιμάς τον κόσμο που πήγε, πόσο μάλλον να τον χαρίζεις στα άκρα.

 

Το μακεδονικό ζήτημα: η συγκυρία και ο κυβερνήτης – Άρθρο της Άννας Διαμαντοπούλου στην “ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ”, Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2018

Το μακεδονικό ζήτημα: η συγκυρία και ο κυβερνήτης – Άρθρο της Άννας Διαμαντοπούλου στην “ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ”, Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2018

 Η σημερινή συγκυρία για την επίλυση του μακεδονικού ζητήματος είναι ιστορικά η πλέον θετική. Αναφέρω ενδεικτικά ορισμένους λόγους:

1. Υπάρχει πίεση και άμεσο συμφέρον από τους ισχυρούς του δυτικού κόσμου να αναχαιτίσουν την επιρροή της Ρωσίας στα Δυτικά Βαλκάνια, στα οποία συνυπάρχουν η ένταση μεταξύ Κοσόβου και Σερβίας, οι αναταραχές στους αλβανικούς πληθυσμούς, η δραστηριοποίηση ακραίων ισλαμιστικών στοιχείων και η αύξηση της διεθνούς φύσεως εγκληματικότητας.

2. Στη γειτονική μας χώρα εξελέγη ύστερα από πολλά χρόνια μια κυβέρνηση έτοιμη και πρόθυμη να προχωρήσει στην επίλυση του ζητήματος σε συνεργασία με τον διεθνή παράγοντα και την ελληνική κυβέρνηση.

3. Στην Ελλάδα μετά 25 χρόνια κομματικών περιπετειών, η συντριπτική πλειονότητα των κομμάτων της Βουλής έχει αποδεχθεί ως βάση τη σύνθετη ονομασία με ταυτόχρονα πολιτική αποτροπή του αλυτρωτισμού (εθνότητα, γλώσσα κ.λπ.) με πολιτειακά θεσμικό τρόπο.

Σημαντικά ζητήματα παραμένουν η μη προετοιμασία της κοινής γνώμης και η κατανόηση της έννοιας του εθνικού συμφέροντος και όχι απλά της διακήρυξης του εθνικού δικαίου. Σε κάθε ιστορική συγκυρία η ευθύνη ανήκει στον κυβερνήτη – πρωθυπουργό της χώρας. Αυτός, έχοντας συναίσθηση του εθνικού συμφέροντος, όπως αυτό προκύπτει από την επίλυση ενός εθνικού εκκρεμούς ζητήματος, έχει την ευθύνη να διαμορφώσει την πολιτική που το υπηρετεί. Να συγκροτήσει δηλαδή εθνικό αφήγημα, να επιτύχει τις μεγαλύτερες δυνατές συμμαχίες και να ενημερώσει τον λαό. Ας φανταστούμε, λοιπόν, πώς θα ήμασταν σήμερα αν ο κυβερνήτης οργάνωνε με τον άλλο τρόπο τη διαχείριση του ζητήματος:

Ας σκεφτούμε τον πρωθυπουργό να απευθύνει διάγγελμα για το μακεδονικό ζήτημα στην αρχή της διαπραγμάτευσης, με στόχο την εθνική συσπείρωση όλων των κομμάτων. Δηλαδή να αποτίσει φόρο τιμής στον Ανδρέα Παπανδρέου και στο ΠΑΣΟΚ για την ενδιάμεση συμφωνία του 1995, η οποία έδωσε το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούμαστε σήμερα, να αποτίσει φόρο τιμής στον Κώστα Καραμανλή και στη Ν.Δ. για την εθνική συνεννόηση που επετεύχθη πριν από το Βουκουρέστι το 2008 και αποτελεί πολιτικό κεκτημένο. Σε αυτό το πνεύμα να καλούσε αμέσως τους αρχηγούς των κομμάτων να παρουσιάσει τα εθνικά δεδομένα και την αρχική θέση διαπραγμάτευσης του υπουργείου Εξωτερικών. Να οργάνωνε μία ομάδα με εκπροσώπους-εμπειρογνώμονες όλων των αρχηγών των κομμάτων, η οποία θα παρακολουθούσε και θα ενημερωνόταν για τις εξελίξεις. Και βέβαια, να επένδυε την ικανότητα της επικοινωνιακής ομάδας του Μαξίμου στην παρουσίαση ενός βίντεο για τα εθνικά οφέλη από την επίλυση του ζητήματος, αναδεικνύοντας την ανάγκη εθνικής λαϊκής ενότητας. Αντί για όλα τα παραπάνω, στα οποία πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να αντισταθούν οι πολιτικοί αρχηγοί, έκανε ακριβώς τα αντίθετα.

Απαξίωσε και επιτέθηκε από την πρώτη στιγμή στο «παλαιό» πολιτικό σύστημα και φυσικά στους ηγέτες του, θεωρώντας τους υπευθύνους για τη δημιουργία του προβλήματος. Δημιούργησε, λοιπόν, με το καλημέρα σας στα κόμματα την ανάγκη άμυνας απέναντι στο δικό τους κεκτημένο και στους ψηφοφόρους τους. Εβαλε αμέσως μπροστά ένα σχέδιο αλλαγής του πολιτικού σκηνικού, θεωρώντας το μακεδονικό ζήτημα ως καταλύτη ρευστοποίησης των υπαρχόντων κομματικών σχηματισμών. Το σχέδιο και προπαγανδίζεται από τα συγκεκριμένα μέσα και παρουσιάστηκε από τον πρόεδρο της Βουλής. Ο σχεδιασμός ήταν πολλαπλός: η διάσπαση της Ν.Δ., ο εγκλωβισμός του Κινήματος Αλλαγής ως μεσοπρόθεσμο σχέδιο για την επόμενη διακυβέρνηση, η σταδιακή απομάκρυνση από τους ΑΝΕΛ και βέβαια η επικοινωνιακή υποβάθμιση των κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων της αξιολόγησης (πλειστηριασμοί κ.λπ.).

Ετσι φτάσαμε σήμερα η συζήτηση για το εθνικό διακύβευμα να έχει εξελιχθεί σε μια κομματική μάχη όλων εναντίον όλων για το διακύβευμα των εκλογών. Η δε ιδεολογικοποίηση της δημόσιας συζήτησης σε λαϊκιστές – εθνικιστές και εκσυγχρονιστές, σε δεξιούς και αριστερούς, σε βόρειους και νότιους δημιουργεί και πάλι τον κίνδυνο ενός νέου διχασμού, ο οποίος αναδιατάσσει τις δυνάμεις του ΝΑΙ και του ΟΧΙ (κάτι που δεν είχε προβλέψει ο αρχικός σχεδιασμός) και βέβαια επαναφέρει τον κίνδυνο πολιτικής αστάθειας. Πριν από χρόνια όσοι μιλούσαν για τον κίνδυνο «παρασιτικής κατάρρευσης» της χώρας έμπαιναν στο περιθώριο. Η κατάρρευση επήλθε!

Ας σκεφτούμε καλά πως υπάρχουν έντονες ανησυχίες για εθνική κατάρρευση μέσω απόπειρας ενός εθνικού ακρωτηριασμού. Ο κίνδυνος δεν είναι από τον αδύναμο Βορρά όπου τα ζητήματα πρέπει να επιλυθούν, αλλά από την Ανατολή. Ας σκεφτούμε όλοι καλά τι σημαίνει για την Ελλάδα σ’ αυτή την περίοδο εθνικό μέτωπο διασπασμένο και λαός διχασμένος και ο κυβερνήτης ας αναλογιστεί την ιστορική του ευθύνη.

Κυβερνητικός τυχοδιωκτισμός και εθνική στρατηγική – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στον “ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ”, Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2018

Κυβερνητικός τυχοδιωκτισμός και εθνική στρατηγική – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στον “ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ”, Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2018

Είναι πράγματι ευκαιρία και, κυρίως, ανάγκη στα πλαίσια μιας ευρύτερης εθνικής στρατηγικής, να λυθεί το πρόβλημα με τα Σκόπια. Υπάρχουν από καιρό άλλες επείγουσες εθνικές προτεραιότητες. Εμφανίζονται και πάλι άμεσοι κίνδυνοι εξ Ανατολών και καλό θα ήταν να έκλειναν ανοιχτά μέτωπα με προωθητικούς, εθνικά επωφελείς συμβιβασμούς. Συμβιβασμούς οι οποίοι θα περιλαμβάνουν ρητές, Πολιτειακού επιπέδου, διασφαλίσεις ότι δεν θα γίνουν εργαλεία αλυτρωτικών διεκδικήσεων σε βάρος των εθνικών μας συμφερόντων.

Όμως, εδώ ακριβώς εντοπίζεται το μείζον θέμα της πολιτικής διαχείρισης του προβλήματος από την κυβέρνηση του κ. Τσίπρα. Η συζήτηση και οι ενέργειες για την λύση του εθνικού προβλήματος, εκφράζουν, με ανάγλυφο τρόπο, τις διαχρονικές παθογένειες άσκησης της ελληνικής εθνικής στρατηγικής: κομματική ιδιοτέλεια, ιδεολογικοποίηση των διαφορών και αφόρητη προχειρότητα.

Η σημερινή κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, διεκδικεί τον τίτλο του  αυθεντικότερου εκπροσώπου, αυτής της εθνικής κακοδαιμονίας.

Πρώτον, σχεδίασε την επίλυση του ζητήματος συνδυάζοντάς την με την αναδιάταξη και ανατροπή του πολιτικού σκηνικού προς ίδιον όφελος. Οι στόχοι πολλαπλοί: αποσταθεροποίηση και διάσπαση της ΝΔ με τη δημιουργία εθνικιστικού-μακεδονικού κόμματος, σύγχυση και προσεταιρισμός του Κινήματος Αλλαγής, που εμφανίζει ήδη, διαλυτικού χαρακτήρα, αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις στο εσωτερικό του, με ταυτόχρονη αποστασιοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ από τους ΑΝΕΛ.

Είναι προφανές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει να κερδίσει και πάλι την εξουσία, αντικαθιστώντας το ακροδεξιό πολιτικό του σύμμαχο με τον κεντροαριστερό, επενδύοντας στο σχέδιο, της μελλοντικής μεγάλης κεντροαριστερής διακυβέρνησης, το οποίο ήδη υπηρετούν πολλοί.

Πρόκειται για την αποθέωση της τυχοδιωκτικής επιδίωξης κομματικού οφέλους –μιας επιδίωξης που έχει στην αφετηρία της τη διάσπαση της  εθνικής συνοχής, της τόσο αναγκαίας για την επίλυση του εθνικού θέματος. Αυτή την εθνική ανάγκη, υπονόμευσε συστηματικά ο κ. Τσίπρας με τους τυχοδιωκτισμούς του.

Δεύτερον, η τακτική των πολιτικών συνεταίρων Τσίπρα-Καμμένου, ανέδειξε και πάλι τα γνωστά και συγχυτικά ιδεολογήματα περί δεξιάς και αριστερής, εθνικιστικής και ενδοτικής πολιτικής. Τείνει να επικρατήσει μια  ατζέντα τελείως αποπροσανατολιστική και, κυρίως, διαιρετική. Σ’ αυτήν πρωτοστατούν οι ρηχοί εκσυγχρονιστές που προσέτρεξαν να πάρουν θέση, χωρίς να αντιλαμβάνονται τι τελικά υπηρετούν και σε ποια πολιτική παγίδα έπεσαν, η εθνομηδενιστική ριζοσπαστική αριστερά, αλλά και ο κάθε ανόητος λεβεντόμαγκας που καταγγέλλει κάθε τόσο εθνικές προδοσίες.

Συνοδευτικά των παραπάνω είναι η απουσία στρατηγικής ανάλυσης και επεξεργασίας των θεμάτων και, κυρίως, η ανυπαρξία ενημέρωσης και προετοιμασίας της κοινωνίας για να στηρίξει τέτοιου βάρους προσπάθειες.

Και εδώ ακριβώς μας προέκυψαν τα συλλαλητήρια.

Αν θέλουμε να «διαβάσουμε» καλύτερα το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, θα διαπιστώσουμε ότι το πολιτικό αποτέλεσμα που παρήγαγε  δεν είναι, απλώς, η διατύπωση μιας μαξιμαλιστικής εθνικής  θέσης: ότι δηλαδή δεν θέλει ονοματολογικά  τον όρο Μακεδονία, ενώ το σύνολο, σχεδόν, του επίσημου πολιτικού συστήματος μιλάει για συμβιβασμό, με γεωγραφικό ή χρονικό προσδιορισμό.

Το πρόβλημα που αναδείχθηκε είναι βαθύτερο και αγγίζει τον πυρήνα του πολιτικού συστήματος. Η κοινωνία σε μεγάλο βαθμό αυτονομείται και εκφράζει την βαθιά της δυσπιστία για τη διαχείριση των μεγάλων εθνικών ζητημάτων από κομματικές ηγεσίες που είναι κατώτερες των περιστάσεων. Στα πλαίσια μιας εθνικής κατάθλιψης και εξελισσόμενης φτωχοποίησης, ξεσπά και αντιδρά.  Νοιώθει τις ηγεσίες, υπεύθυνες για τις οικονομικές καταρρεύσεις και φοβάται ότι επέρχονται νέες εθνικές ήττες. Βίωσε, άλλωστε, πριν λίγο καιρό, στο εθνικό υποσυνείδητο την σκαιά συμπεριφορά Ερντογάν, αλλά και θυμώνει με τους κλιμακούμενους αλβανικούς λεονταρισμούς. Όλα αυτά,  την στιγμή, που κάθε κόμμα και, ιδιαιτέρως, τα δύο κόμματα ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ που συναπαρτίζουν τη σημερινή κυβέρνηση, αντιμετωπίζουν το «Μακεδονικό» ως το εργαλείο για αλλότριες  επιδιώξεις.

Η πλειοψηφία των αντιδρώντων, είτε πήραν μέρος στο συλλαλητήριο είτε όχι, δεν έχει καμία σχέση με τα διάφορα γραφικά και περιθωριακά άκρα που συμμετείχαν σε αυτό. Ο κόσμος που βρέθηκε εκεί, προέρχονταν από όλες τις κοινωνικές και ηλικιακές κατηγορίες. Βρέθηκαν μαζί, για πρώτη φορά μετά το διχαστικό δημοψήφισμα του 2015, άνθρωποι που είχαν ψηφίσει είτε ΝΑΙ είτε ΟΧΙ, σε μια υπερβατική σύνθεση και προέρχονταν από όλο σχεδόν το φάσμα της σημερινής πολιτικής και κομματικής γεωγραφίας.

Με αφορμή, λοιπόν, την ανακυκλούμενη  εθνική διαχειριστική ανεπάρκεια, που κορυφώθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, ξαναμπαίνει  στην ατζέντα του ελληνισμού η συγκρότηση μιας σταθερής εθνικής στρατηγικής.

Το θέμα δεν είναι φιλολογικό, ούτε καν δεοντολογικό. Είναι επιτακτικά δραματικό. Η «παρασιτική οικονομική κατάρρευση» της χώρας επήλθε. Είναι ώρα να αναρωτηθούμε εάν επαπειλείται και μια εθνική κατάρρευση μέσω ενός νέου εθνικού ακρωτηριασμού.

Κάποιοι, λίγοι, το διατύπωσαν προφητικά μερικά χρόνια πριν, αλλά   κανείς δεν άκουγε. Σήμερα είναι αρκετοί σήμερα που το σιγοψιθυρίζουν,  αλλά δεν θέλουν να το σκέφτονται και το απωθούν. Η ιστορία, όμως, είναι αμείλικτη, ακόμα και με αυτούς που την έχουν τιμήσει κατ’ επανάληψη.

Ο κίνδυνος και οι φορείς του είναι ορατοί και καθημερινοί.

Τώρα  είναι η ευκαιρία, εξαιτίας της «παρασιτικής κατάρρευσης» της χώρας, να επανασχεδιάσουμε εκ θεμελίων την εθνική μας προοπτική: με στέρεο θεμέλιο την παραγωγική ανάπτυξη, να ξανακτίσουμε την εθνική αξιοπρέπεια, να ισχυροποιήσουμε την εθνική ασφάλεια και να δημιουργήσουμε μια νέα κοινωνία συνοχής και δικαιοσύνης. Αυτά είναι και τα βασικά ζητούμενα για τους Έλληνες σήμερα.

Το κλειδί για την κατάστρωση ενός τέτοιου σχεδίου είναι η σοβαρή πολιτική ηγεσία και ένα ώριμο εθνικά πολιτικό σύστημα, που θα κάνει τα παραπάνω πράξη. Όμως, αυτά τα στοιχεία απουσιάζουν. Και όσο απουσιάζουν, ο μεγάλος κίνδυνος μιας δεύτερης κατάρρευσης, πιο επώδυνης και τραυματικής είναι μπροστά μας.

 

 

Πολιτική Απόφαση Ώρας Αποφάσεων – Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

Πολιτική Απόφαση Ώρας Αποφάσεων – Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

Α. Στην πολιτική εισήγηση της Πολιτικής Γραμματείας,  τον Δεκέμβριο 2017, με σημείο αναφοράς τις εκλογικές εξελίξεις της «Νέας Προοδευτικής Παράταξης», αλλά και τις βασικές αδυναμίες Κυβέρνησης και Αντιπολίτευσης ν΄ απαντήσουν και να οργανώσουν το μεγάλο παραγωγικό ζητούμενο της χώρας, καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι βρισκόμαστε, δυστυχώς, σε πορεία αναπαλαίωσης και όχι μεταβολής του σημερινού,  αμετανόητου, πολιτικού συστήματος.

Ενδεικτικά σημειώναμε ότι : «Το πολιτικό σύστημα, συμπολιτευτικό και αντιπολιτευτικό, παραμένει αμετανόητο και συνεχίζει την παραπλανητική ψευδοπόλωση,  απέναντι σε μια κοινωνία κουρασμένη, απογοητευμένη, χαμηλών προσδοκιών και αναζητούσα πλέον, δυστυχώς, το μικρότερο κακό». Επίσης, υπογραμμίζαμε ότι  «Μιλάμε, λοιπόν, για ένα αναπαλαιωμένο πολιτικό σκηνικό που δεν αντιστοιχείται στις κοσμογονικές αλλαγές που έχουν συμβεί στην Ελλάδα της κρίσης. Φαίνεται ότι έχουμε πολύ δρόμο για την εμφάνιση ενός Νέου Πολιτικού Συστήματος, που θα ανταποκριθεί πολιτικά στις μεγάλες αυτές κοινωνικοοικονομικές αλλαγές».

Σήμερα, συνοψίζοντας στην ίδια ρότα,  μπορούμε να μιλήσουμε για την σταθεροποίηση ενός βασικού πολιτικού σκηνικού, που χαρακτηρίζεται από το κυρίαρχο δίπολο ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ και ένα ενδιάμεσο κόμμα-μπαλαντέρ, το Κίνημα Αλλαγής, για κάθε πολιτική χρήση.  Δυστυχώς, με αυτό το αναπαλαιωμένο πολιτικό  σκηνικό, βαδίζουμε για την επόμενη εθνική εκλογική αναμέτρηση.

Στην πορεία αυτή είναι ευθύνη έναντι των επομένων γενιών να ηττηθούν ο εθνολαικισμός, οι πελατειακές σχέσεις και ο αχαλίνωτος κρατισμός- φαινόμενα στα οποία πρωταγωνιστεί η υπάρχουσα κυβερνητική πλειοψηφία.

Β. Ιδιαίτερα για το Προοδευτικό Κίνημα, μέρος του οποίου αποτελεί και  η Ώρα Αποφάσεων, έχει σημασία ένας σοβαρός απολογισμός πορείας, αλλά και η ανάλυση της κατάστασής του,     ως απαραίτητος όρος για την συνέχεια  και της δικής μας πολιτικής δράσης.

Την περίοδο της εθνικής κατάρρευσης και της μνημονιακής εποπτείας, η Κεντροαριστερά, όπως αυτή ορίστηκε στη μεταπολίτευση, άλλαξε, με ραγδαίο τρόπο, πολιτική έκφραση. Από το ΠΑΣΟΚ μετατοπίστηκε στον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η αλλαγή πρέπει να αξιολογείται μονοδιάστατα . Ήταν από τη μια μεριά δικαιολογημένη, διότι απέδιδε πολιτική τιμωρία ευθύνης στο ΠΑΣΟΚ, απ’ την άλλη, όμως, η πρόσδεσή του στον ΣΥΡΙΖΑ κουβαλούσε όλες τις καταστροφικές «κεντροαριστερές»  παθογένειες, χωρίς τις αρετές του. Το αποτέλεσμα ήταν η αναπαραγωγή  της προηγούμενης τάξης πραγμάτων, του γνωστού χρεοκοπημένου παρασιτικού υποδείγματος της κρατικής και καταναλωτικής ψευδοευημερίας.

Είχαμε να κάνουμε, λοιπόν, από τη μια μ’ ένα δικαίως οργισμένο  κίνημα απέναντι στον μέχρι τότε πολιτικό του εκφραστή, το ΠΑΣΟΚ, απ’ την άλλη, όμως, είχαμε να κάνουμε με την απαράδεκτη συνέχιση του κινήματος στον λαϊκισμό της δανειακής επιδότησης, στον εθνοπαρασιτισμό των ευρωπαϊκών πακέτων , στον πελατειασμό, στον κρατισμό, στον κομματισμό, στον συντεχνιασμό, στην μετριοκρατία και άλλες μεταπολιτευτικές «κεντροαριστερές» παθογένειες, που ήρθε να καθαγιάσει, να εξωθήσει και να εκμεταλλευτεί πολιτικά ο ΣΥΡΙΖΑ, σε συνθήκες εθνικής οργής και θλίψης.

Έτσι, λοιπόν, κατά την διάρκεια της κρίσης (2010 – 2017), οι πολιτικές δυνάμεις που πίστεψαν σε μια ριζική επανατοποθέτηση, ιδεολογική, πολιτική και κομματική του προοδευτικού κινήματος, είχαν να επιτελέσουν έργο διπλό και δύσκολο . Να ανανεώσουν την χρεοκοπημένη πολιτικο-κομματική του έκφραση  και, ταυτόχρονα, να προχωρήσουν σε μια βαθιά αναθεώρηση των ιδεολογικών και στρατηγικών προσεγγίσεών του για την κοινωνία και τη χώρα. Έργο πολυεπίπεδο, που είχε να αντιμετωπίσει  δύο  αξεπέραστα, όπως αποδείχτηκε,  εμπόδια: την οπισθοδρομική αντίληψη του εναπομείναντος ΠΑΣΟΚ, αλλά και την τυχοδιωκτική –λαϊκιστική πολιτική  ΣΥΡΙΖΑ, που χειραγωγούσε το προοδευτικό κίνημα «μέσα από την κολακεία των παθών του». Ταυτόχρονα, ένα μέρος της πολιτικής του ατζέντας, υιοθετήθηκε από τον Κ. Μητσοτάκη, που όμως δεν μπόρεσε να το μετασχηματίσει σε ατζέντα του κόμματός του.

Αυτό το διπλό έργο, προσπάθησαν να υπηρετήσουν, κατ’ αρχάς μεμονωμένα και στη συνέχεια συνεργαζόμενα, κάποια εκσυγχρονιστικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ με τους γνωστούς στόχους: «Νέος Φορέας» και «Νέο Προοδευτικό Κίνημα» (μεταρρυθμισμός, εθνική αυτογνωσία, εθνικό σχέδιο, αντιπαρασιτισμός, αντικρατισμός, αντιπελατειασμός κοκ), με σοβαρές ιδεολογικές τομές, αλλά περιορισμένα πολιτικοργανωτικά αποτελέσματα. Αυτό το διπλό έργο, επωμίστηκε εξαρχής και ως ιδρυτικό, ιδεολογικό και πολιτικό φορτίο η Ώρα Αποφάσεων, θέτοντας σε πιο εξειδικευμένη βάση τους παραπάνω στόχους. Δηλαδή, την ενοποίηση του χώρου μέσα από την δημιουργία ενός Νέου Ενιαίου Προοδευτικού Κόμματος  με ταυτόχρονη, όμως, επικράτηση μιας νέας προοδευτικής φυσιογνωμίας, απαλλαγμένης από τις ξεπερασμένες ιδεολογικές και στρατηγικές αντιλήψεις, που μας οδήγησαν στην χρεοκοπία. Αυτό, που εν συντομία ορίστηκε από την Ώρα Αποφάσεων, ως το επόμενο Κύμα Προόδου ή, κατ’ άλλους, εκσυγχρονιστική ηγεμονία στον Προοδευτικό Χώρο.

Απέναντι σ’ αυτούς τους δίδυμους δύσκολους στόχους, η Ώρα Αποφάσεων, παρά τις μικρές, υποκειμενικά, δυνατότητες και τις υπολειπόμενες  πολιτικά και οργανωτικά δυνάμεις, δημιούργησε μια δυναμική κινητοποίησης και ενοποίησης του χώρου, όλο το πρώτο εξάμηνο του 2017. Η εκτίμησή μας είναι, ότι η βασική μετατόπιση της ΔΗΣΥ και, κυρίως, του ηγετικού ΠΑΣΟΚ, να προχωρήσει σε εκλογές για τον λεγόμενο Νέο Φορέα, προήλθε από την δυναμική ενοποίησης για το πολιτικά καινούργιο, που προκάλεσε η Ώρα Αποφάσεων.

Στον δεύτερο, όμως, στόχο της νέας προοδευτικής αντίληψης και πολιτικής ηγεμονίας στο χώρο, καθοριστικό ρόλο -κλειδί  έπαιξε η αποτυχία συνεννόησης του εκσυγχρονιστικού δυναμικού του χώρου. Κατ’ αντιδιαστολή  με την πάγια  τέτοια δυνατότητα που η έχει λαϊκιστική πλευρά και ειδικά αυτή του βαθέως ΠΑΣΟΚ.  Οι εκσυγχρονιστικές δυνάμεις κινήθηκαν, για άλλη μια φορά,  στο παραταξιακό ζήτημα, πολιτικά και οργανωτικά διαφοροποιημένες και διασπασμένες, ανακυκλώνοντας  το διχαστικό έλλειμμά  τους.

Κατ’ εξακολούθηση επικράτησαν,  η προσωπική και η παραγοντική επιλογή,  καθώς και η πολιτική αμφιθυμία,  με αποτέλεσμα  την ακύρωση κάθε προσπάθειας για  αυτόνομη εκσυγχρονιστική συγκρότηση του χώρου, παρά τις προσπάθειες της Ώρας Αποφάσεων ή, έστω, μιας απόπειρας  ενιαίας επιλογής για την κυριάρχηση της εκσυγχρονιστικής αντίληψης στο εκλογικό εγχείρημα του Νοεμβρίου.

Σήμερα, δύο μήνες μετά την εκλογή αρχηγού του Κινήματος Αλλαγής, διαπιστώνουμε ότι οι μεταρρυθμιστικές δυνάμεις ηττήθηκαν, ενώ επικράτησαν οι δυνάμεις της αναπαλαίωσης και της συντήρησης των αβελτηριών, που οδήγησαν τη χώρα στην κρίση. Ο στόχος της ίδρυσης ενός νέου και ενιαίου προοδευτικού και μεταρρυθμιστικού κόμματος αναβλήθηκε για άγνωστο, αυτή τη στιγμή, διάστημα.

Γ. Με βάση την παραπάνω οπτική και ανάλυση, οι δυνατότητες   σήμερα για άμεσες αυτόνομες πολιτικές παρεμβάσεις ανατροπής και μετασχηματισμού του υπάρχοντος σκηνικού παραμένουν ιδιαίτερα περιορισμένες, αν δεν υπάρξουν καταλυτικές εξελίξεις. Αντίθετα, το μετεκλογικό σκηνικό προβλέπεται ενδιαφέρον και από την άποψη της κυβερνητικής σταθερότητας, αλλά και από τις εξελίξεις που θα προκύψουν στον ενδιάμεσο προοδευτικό χώρο.

Δεν πρέπει, όμως, να αποκλείσουμε πιθανές συνεργασίες στη βάση πολιτικών και προγραμματικών συγκλίσεων, ανάλογα με τις συνθήκες που θα διαμορφωθούν από τις πολιτικές εξελίξεις.

Γι’ αυτό και στην Ώρα Αποφάσεων τίθεται κατά την γνώμη μας το υπαρξιακό δίλημμα : Κατάλυση του εγχειρήματός μας ή διατήρησή του,  έστω και σε διαφορετική βάση λειτουργίας ;

Εμείς επιμένουμε και πιστεύουμε  ότι ένας πολιτικός  τόπος, όπως η Ώρα Αποφάσεων, ακόμα και μέσα σε συνθήκες πολιτικής στασιμότητας, παραμένει αναγκαίος και χρήσιμος . Μπορούμε να συνυπάρξουμε, έστω και με προσωπικές πολιτικές στάσεις διαφοροποιημένες, γιατί μας ενώνει κάτι ευρύτερο: Η κοινή ιδεολογική προσέγγιση και η στρατηγική σύγκλιση για την πορεία της χώρας στον 21ο αιώνα με πρώτο στόχο την εθνική ανόρθωση , έξω και πέρα από τις οργανωτικές και πολιτικές αλυσίδες του παρελθόντος.

Μας ενώνει η βούληση να επεξεργαστούμε κοινές θέσεις για ένα νέο πλαίσιο λειτουργίας και συναινέσεων των κοινωνικών και παραγωγικών δυνάμεων στο νέο πεδίο της παγκοσμιοποίησης και της Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης, μέσα από τις διαφορετικές μας προσεγγίσεις. Η ανάγκη να διατυπώσουμε το εθνικό σχέδιο για την τοποθέτηση της χώρας μέσα σ αυτές τις ιστορικές εξελίξεις. Και, ταυτόχρονα, να παρασχεθεί η δυνατότητα στα μέλη μας να εκφράζονται με την υπογραφή τους χωρίς να δεσμεύουν την ταυτότητα της Ώρας Αποφάσεων, εάν κάτι δεν συγκεντρώνει συντριπτικές συναινέσεις.

Η Ώρα Αποφάσεων συγκεντρώνει πολύτιμο στελεχιακό δυναμικό και αποτελεί ένα πολιτικό κεφάλαιο μέσα σε συνθήκες πολιτικής υστέρησης της χώρας. Γι’ αυτό και προτείνουμε την συνέχιση της λειτουργίας της ως  οργανωμένης πολιτικής κίνησης με, επεξεργασία και ανταλλαγή απόψεων και θέσεων, και  ταυτόχρονα, την διατήρησή της ως πολιτικού εργαλείου προώθησης μεταρρυθμιστικών θέσεων. Η Ώρα αναλύει και παρακολουθεί τις ευρύτερες διεργασίες και  εξελίξεις, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν είτε σε οριοθετημένες συνεργασίες είτε σε αυτόνομη κάθοδο, με βασικό κριτήριο το εθνικό όφελος -δηλαδή τι χρειάζεται η χώρα και ο λαός μας, οι επόμενες γενιές του τόπου.

Είναι, πάντως, σαφές ότι το πολιτικό κενό στο χώρο των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων είναι σοβαρό και αποκτά διαστάσεις εθνικού ελλείμματος. Γι’ αυτό, η Ώρα Αποφάσεων αποσκοπεί στην κάλυψη του κενού, είτε με συνέργειες με άλλες δυνάμεις είτε με τη δική μας αυτόνομη πρωτοβουλία.