Το Μέτωπο της Αλήθειας και της Δημοκρατίας είναι αναπόφευκτο κα Γεννηματά – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολάκη στη ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, Τετάρτη 25 Απριλίου 2018

Το Μέτωπο της Αλήθειας και της Δημοκρατίας είναι αναπόφευκτο κα Γεννηματά – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολάκη στη ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, Τετάρτη 25 Απριλίου 2018

Είναι κανόνας χωρίς εξαιρέσεις το γεγονός ότι τις πολιτικές καταρτίζουν, προγραμματίζουν και υλοποιούν άνθρωποι. Αυτές δεν εμφυτεύονται σε μια κοινωνία από εξωγενείς παράγοντες, αλλά και δεν ξεριζώνονται από παρόμοιες. Μέλη ή ομάδες μιας κοινωνίας οργανώνουν πολιτικές και κάποιες άλλες τις αλλάζουν. Θυμάμαι προ μηνών κάποιον φίλο και συνάδελφο να προσπαθεί να με πείσει ότι οι διενέξεις στο Πολυτεχνείο έληξαν και όλοι πλέον προχωρούν ενωμένοι με τον ίδιο στόχο. Του απάντησα τότε ότι αυτό είναι μία μεγάλη ουτοπία, αφού σε μία μεγάλη ή μικρή κοινωνία πάντα θα υπάρχουν μέλη της που επιδιώκουν και στοχεύουν στην αριστεία και στην ευγενή άμιλλα, αλλά και μέλη της που πορεύονται με γνώμονα την ήσσονα προσπάθεια.

Αφορμή μου δόθηκε, όταν προσφάτως διάβασα την ομιλία της προέδρου του Κινήματος Αλλαγής (ΚΙΝΑΛΛ) στην διορισμένη Κεντρική Επιτροπή. Μεταξύ άλλων είπε η κα Γεννηματά: «Δεν είναι τυχαίο ότι στο όνομα της απαλλαγής από τον ΣΥΡΙΖΑ, μας καλεί η ηγεσία της Δεξιάς σε ένα δήθεν «μέτωπο δημοκρατίας» για να φύγει η κυβέρνηση και να προστατευτούν οι θεσμοί. Στο όνομα δε της προοδευτικής διακυβέρνησης μας καλεί η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα δήθεν «προοδευτικό» μέτωπο απέναντι στη συντήρηση. . . . . . . Οι λαϊκο-μετωπικές συγκρούσεις είναι εντελώς ξένες με την παράδοση και τη διαδρομή της προοδευτικής δημοκρατικής παράταξης. Γιατί επιβάλλουν βαθιές διαχωριστικές γραμμές όχι μόνο σε επίπεδο ηγεσίας και κομμάτων αλλά στον ίδιο τον ελληνικό λαό. Διασπούν αυτό που από παλιά ονομάζαμε εθνική λαϊκή ενότητα. . . . . Τα μέτωπα και οι μετωπικές συγκρούσεις είναι πολύ μακριά από τη λογική και τις αρχές της δικής μας παράταξης».

Θεωρώ ουτοπία τη δήλωση αυτή ή υπεκφυγή στη χειρότερη εκδοχή της. Η κατάσταση, στην οποία βρίσκεται σήμερα η χώρα είναι τέτοια, ώστε χρειάζεται άμεσα ένα Δημοκρατικό και Μεταρρυθμιστικό Μέτωπο, το οποίο θα χαρακτηρίζεται από:
1. την εμμονή και πίστη του στους δημοκρατικούς θεσμούς και στο Σύνταγμα,
2. την πίστη του στο Κράτος Δικαίου και στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης από τις άλλες εξουσίες,
3. στην πίστη του στο διαχωρισμό Κράτους και κομμάτων,
4. την απέχθειά του στον λαϊκισμό και στην χειραγώγηση των πολιτών με χρήση του ψεύδους και της εξαπάτησης,
5. την επιμονή του στην άμεση μεταρρύθμιση όλου του φάσματος του Εκπαιδευτικού Συστήματος, βάσει των εκθέσεων του ΟΟΣΑ από το 2012 έως σήμερα (Education at a glance of OECD), της πρόσφατης έκθεσης του ΟΟΣΑ, της μελέτης της Ε.Τ.Ε. το 2017, των μεταρρυθμιστικών νόμων της περιόδου 2010-2012 και άλλων μελετών, οι οποίες έμεινα στα συρτάρια του υπουργείου παιδείας, λόγω διστακτικότητας των επόμενων κυβερνήσεων,
6. την μεταρρυθμιστική του ικανότητα να προβεί σε εκσυγχρονισμό, μέσω αναθεώρησης, του Συντάγματος και της επιμονής του να προβεί σε μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό, στο φορολογικό και στο ασφαλιστικό σύστημα, προκειμένου αυτά να τεθούν επί νέων, υγιών και ελκυστικών βάσεων, και τέλος
7. τη διάθεσή του να ενημερώσει λεπτομερώς τους πολίτες για το ιστορικό των εθνικών θεμάτων, αλλά και τις διακυβεύσεις, που θα έχει η χώρα σε περίπτωση διαιώνισης των εκκρεμοτήτων, όπως είναι το Μακεδονικό, το Κυπριακό και οι σχέσεις μας με την Τουρκία. Στη συνέχεια δε να προτείνει και να τολμήσει να λύσει αυτά τα χρόνια προβλήματα, που καθημερινά τραυματίζουν και πληγώνουν τη χώρα μας. Και μάλιστα με δική μας ευθύνη πολλές φορές.

Ένα τέτοιο μέτωπο δεν στρέφεται κατά της λαϊκής ενότητας. Αντιθέτως, την ενισχύει και πολλαπλασιάζει εκείνους τους πολίτες, που θα προσχωρήσουν σε αυτό, όταν δουν και πεισθούν ότι μία τέτοια πορεία είναι δυνατή και έχει υλοποιήσιμους στόχους, που θα μας βγάλουν από το αδιέξοδο, στο οποίο μας έχει οδηγήσει το ψεύδος, η αποφυγή της αλήθειας, ο λαϊκισμός και η πολιτική της ήσσονος προσπάθειας. Αυτό προσπαθεί, εν μέσω αντίξοων συνθηκών, να πράξει ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Αυτό οφείλει να επιδιώξει και ο προοδευτικός χώρος, στην προκειμένη περίπτωση το ΚΙΝΑΛΛ. Να καταστρώσει δηλαδή ένα τολμηρό και ξεκάθαρο σχέδιο – πρόγραμμα με τα χαρακτηριστικά, που περιγράφονται ανωτέρω. Είναι βέβαιο ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα θα δυσαρεστήσει αρκετούς. ¨Όπως, όμως, είναι βέβαιο ότι θα προσελκύσει, θα αναθαρρήσει και θα δώσει ελπίδα σε περισσότερους. Και να πει ξεκάθαρα:

Ναι, θα υπάρξει Μέτωπο της Αλήθειας.
Ναι, θα υπάρξει Μέτωπο Πάταξης του Λαϊκισμού.
Ναι, θα υπάρξει Μέτωπο, που θα βάλει τη χώρα άμεσα στο δρόμο της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης.
Ναι, θα υπάρξει Μέτωπο Εκσυγχρονισμού της Δημόσιας Ζωής και Μεταρρύθμισης του Κράτους.
Ναι, θα τολμήσουμε να σχηματίσουμε ένα Μέτωπο Προστασίας της Δημοκρατίας και των Θεσμών, ενάντια στο μέτωπο της χυδαιότητας, της βλακείας, της αδεξιότητας, της κατασπατάλησης δημόσιων πόρων, της κατάληψης του Κράτους, της ανασφάλειας και της ανοχής της βίας, εφ’ όσον προέρχεται από «τα δικά τους παιδιά», του εκχυδαϊσμού του δημόσιου βίου και της επιβολής της φιλοσοφίας της ήσσονος προσπάθειας.

Τότε θα είμαστε και εμείς μαζί τους. Διότι η ουδετερότητα, που προσπαθεί να επιβάλλει η κα Γεννηματά με τη θεωρία των ίσων αποστάσεων, δυσαρεστεί τόσο εκείνους που επιμένουν και προσβλέπουν στην ένταξη του ΚΙΝΑΛΛ στο Μέτωπο της Χυδαιότητας και του Λαϊκισμού (δείτε ΣΥΡΙΖΑ) όσο και εκείνους, που προσβλέπουν στο Δημοκρατικό και Εκσυγχρονιστικό Μέτωπο της Αλήθειας, της Προστασίας των Θεσμών και της Πάταξης του Λαϊκισμού. Ουδείς μπορεί να πατά σε δύο βάρκες, διότι νομοτελειακά θα πάθει ανεπανόρθωτη ζημία. Εδώ και τώρα η κα Γεννηματά οφείλει να ξεκαθαρίσει με ποιους θα πορευτεί και ποιους θα αφήσει πίσω της. Μέχρι σήμερα βέβαια φαίνεται ότι έχει επιλέξει την (κατά την ταπεινή γνώμη μου) λανθασμένη πορεία. Ας γνωρίζει, όμως, ότι εμείς (και δεν είμαστε αμελητέα ποσότητα και ποιότητα) έχουμε ήδη επιλέξει τον άλλο δρόμο και την καλούμε να μας ακολουθήσει. Οι άλλοι ας πάνε στον ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή στο μέτωπο του λαϊκισμού, του ψεύδους, της αντιμεταρρύθμισης και της εξαπάτησης των πολιτών, όπου και ανήκουν ψυχικά.

Διχασμός και συναίνεση – Άρθρο της Άννας Διαμαντοπούλου στην εφημερίδα “ΤΟ ΒΗΜΑ”, Κυριακή 15 Απριλίου 2018

Διχασμός και συναίνεση – Άρθρο της Άννας Διαμαντοπούλου στην εφημερίδα “ΤΟ ΒΗΜΑ”, Κυριακή 15 Απριλίου 2018

Οι επόμενες εθνικές εκλογές συνοδεύονται από τον φόβο της πολιτικής αστάθειας για την επόμενη ημέρα. Προεδρική εκλογή, απλή αναλογική, όξυνση της κρίσης με την Τουρκία, είναι μερικά από τα στοιχεία που ωθούν στην ανάγκη προετοιμασίας συναινέσεων. Η χώρα μας, δυστυχώς, δεν έχει αντίστοιχη εμπειρία και κουλτούρα. Και γι’ αυτό είναι καλό να μελετηθούν κάποια δείγματα συναίνεσης του μεταπολιτευτικού μας παρελθόντος (ακόμη και στην κρίση), από τα οποία μπορούμε να αντλήσουμε διδάγματα.
Έστω και με δυσκολίες, καταφέρναμε να έχουμε κοινή γραμμή στα εθνικά θέματα, στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό – που κάποιες στιγμές στη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ διακυβεύτηκε -, στη διακομματική στήριξη του Μνημονίου το 2015 και πετύχαμε ευρύτατη κοινοβουλευτική συναίνεση στην Παιδεία το 2011.
Η συναίνεση δεν είναι ένα κομματικό παίγνιο με το βλέμμα στην εξουσία. Είναι μια σύνθετη πολιτική διαδικασία που απαιτεί σαφή στόχο, εσωτερική προετοιμασία των κομμάτων, τεκμηρίωση για το εθνικό όφελος, θεσμικό διάλογο, κυβερνώσα δύναμη ικανή να σεβαστεί τους άλλους, να συμβιβαστεί, όπως και όλοι οι συμμετέχοντες, και εν τέλει να οδηγήσει σε συμφωνία. Ολα αυτά δηλαδή στα οποία η πολιτική και η πρακτική του ΣΥΡΙΖΑ είναι αντίθετη μιας και έχει επιλέξει την πόλωση και τον διχασμό.
Με αφορμή την πρόταση του ΚΙΝΑΛ για την αναθεώρηση του Συντάγματος, η απάντηση του Π/Θ δεν αφορούσε την ουσία της πρότασης, αλλά θεωρήθηκε ως ευκαιρία να μιλήσει για «Προοδευτική Αναθεώρηση» και «Προοδευτική συμμαχία».
Ο ΣΥΡΙΖΑ, που θεωρεί εαυτόν προοδευτικό, και το ΚΙΝΑΛ, που ανήκει στα προοδευτικά κόμματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, θα συνεργαστούν με τελικό σκοπό την ενοποίησή τους. Ο νέος δικομματισμός θα αποτελείται από τον διευρυμένο και δήθεν «σοσιαλδημοκρατικοποιημένο» ΣΥΡΙΖΑ και τη «νεοφιλελεύθερη  Δεξιά». Καλώς ήρθατε στο 1981!
Μόνο που ο κόσμος έχει αλλάξει προ πολλού. Κόμματα, νέα και παλιά, αλλάζουν τις πολιτικές, τους στόχους, τα εργαλεία, τη ρητορική τους. Οι σοσιαλδημοκράτες αυτοαποκαλούνται προοδευτικοί και τα δεξιά κόμματα αυτοαποκαλούνται λαϊκά, ενώ οι διαφορές τους, δυσδιάκριτες πια, εντοπίζονται στο Προσφυγικό και στις κοινωνικές μειονότητες. Τα κυρίαρχα κόμματα από τη δεκαετία του ’80 στον δυτικό κόσμο έχουν διαφορετικό παρελθόν, κοινό παρόν και άδηλο μέλλον. Νέα κόμματα αριστερού ή εθνικιστικού λαϊκισμού ξεφυτρώνουν παντού. Η ατζέντα για δουλειά, παραγωγή, συμμετοχή, δικαιοσύνη καθορίζει τον 21ο αιώνα και η Σοσιαλδημοκρατία σήμερα δεν έχει τη δική της θαυματουργή απάντηση όπως στο παρελθόν. Η αναφορά στη Σοσιαλδημοκρατία η οποία στην Ελλάδα θα αναστηθεί με την ένωση ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ είναι ένα βολικό και εύληπτο αφήγημα που όμως αφορά τον προηγούμενο αιώνα.

Τι κόμμα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ

Ας δούμε, όμως, ακόμη και με αυτή την ανάλυση, τι κόμμα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ με βάση τη ρητορική του και την εφαρμοσμένη πολιτική του.
Α. Ο,τι ονόμαζε νεοφιλελεύθερο το υλοποιεί πλήρως: ιδιωτικοποιεί ασυνάρτητα στρατηγικούς τομείς της οικονομίας, ρευστοποιεί χωρίς εξαιρέσεις όλη τη δημόσια περιουσία, απελευθερώνει πλήρως τις εργασιακές σχέσεις, ανοίγει τις αγορές υπηρεσιών και προϊόντων.
Β. Ταυτίζεται με τα φιλελεύθερα ευρωπαϊκά κόμματα σε θέματα κοινωνικών μειονοτήτων και με τα αριστερά κόμματα στο Προσφυγικό.
Γ. Ταυτίζεται με τα λαϊκιστικά κόμματα της Λατινικής Αμερικής όσον αφορά τις θεσμικές λειτουργίες και τον εξισωτισμό. Δηλαδή άλωση των θεσμών, άρνηση νομιμοποίησης των πολιτικών αντιπάλων, ανοχή στη βία, ισοπεδωτική πολιτική στην παιδεία, επιδόματα φτώχειας αντί για πολιτικές εργασίας, έλεγχο των ΜΜΕ, καλλιέργεια του διχασμού.
Δ. Ταυτίζεται με τις χειρότερες διαχρονικές παθογένειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος, δηλαδή το πελατειακό – παρασιτικό σύστημα μέσα από την ιδιοποίηση του κράτους.

Με ποια λοιπόν συγκεκριμένα στοιχεία τοποθετείται ο ΣΥΡΙΖΑ στα σημερινά προοδευτικά κόμματα της Ευρώπης; Οι ενδιαφερόμενοι απαντούν ότι είναι προοδευτικό κόμμα επειδή συμμορφώνεται αδιαμαρτύρητα με τις οδηγίες της τρόικας!

Πόσοι μπορούν να αποδεχθούν το παραπάνω αφήγημα; Ελάχιστοι προφανώς.
Η επιβολή μια τέτοιας προοδευτικής ταυτότητας σημαίνει ότι στην πολιτική σκηνή σήμερα κυριαρχούν η ιδεολογική στρέβλωση και ο πολιτικός μεταμορφισμός.

Ζητούμενο η εθνική και ηθική αφύπνιση

Ετσι νομιμοποιείται κάθε συκοφαντία, σκευωρία και βία εναντίον των αντιπάλων, ορίζεται ως κεντρικό αφήγημα η απειλή εσωτερικών ή εξωτερικών εχθρών και επιβάλλεται ακραίος πολιτικός διχασμός.

Με δικαιολογία την αποτυχία και διαφθορά των προηγούμενων, μπορείς να καταστρέψεις την οικονομία, τους θεσμούς, τις εξωτερικές σχέσεις της χώρας και να διχάσεις τον λαό.

Οταν καταλάβεις την εξουσία τότε μπορείς να αλλάξεις ταυτότητα, να μιλήσεις για αυταπάτες και να απευθυνθείς κατά περίπτωση σε όσους εξευτέλισες, ζητώντας συναίνεση για το καλό της πατρίδας.
Αυτή η αντίληψη πρέπει να πολεμηθεί και να ηττηθεί ολοκληρωτικά.

Το ζητούμενο είναι η εθνική και ηθική αφύπνιση που θα οδηγήσει στην εθνική ανόρθωση: στην εξωτερική και εσωτερική ασφάλεια, την παραγωγή, τους θεσμούς, την παιδεία, μέσα από την υπέρβαση του διχασμού και την ενότητα που βασίζεται στην αλήθεια.

Η χώρα έχει ανάγκη από εθνικό στόχο που θα ορίσει σε ποια μεριά του χάρτη θα βρίσκεται στην επόμενη πενταετία των τεραστίων αλλαγών της τεχνητής νοημοσύνης, των γεωπολιτικών και κλιματικών μεταβολών και των νέων δημογραφικών δεδομένων.

Αυτός ο στόχος θα μπορέσει να ξαναδώσει ελπίδα στους 500.000 νέους που έφυγαν και στη νέα γενιά που έμεινε να παλέψει εδώ. Αυτούς τους νέους Ελληνες δεν τους νοιάζει πλέον ποιος θα πάει με ποιον αλλά πού θα πάει η χώρα και μετά με ποιον.

Και αυτό μπορεί να απαντηθεί μόνο όταν δημιουργικά πρόσωπα κατ’ αρχάς, και πολιτικά κόμματα (μικρά ή μεγάλα) κατά δεύτερον επανιδρύσουν το πολιτικό σύστημα και δεν αρκεστούν στην πεπατημένη. Το ζητούμενο δεν είναι απλά τα πλειοψηφικά αθροίσματα στη Βουλή, αλλά ηγεσίες που θα απαντήσουν στο ιστορικό δίλημμα που διαμορφώνεται μπροστά μας: εθνικός αφανισμός ή εθνική αναγέννηση. Αυτές οι ηγεσίες μπορούν να δημιουργήσουν πλειοψηφικά ρεύματα. Τέτοιες ηγεσίες μπορούν να εμπνεύσουν και να συσπειρώσουν στον στόχο μιας ισχυρής Ελλάδας με σταθερούς συμμάχους σε αυτόν τον συναρπαστικό και απειλητικό κόσμο που εξελίσσεται γύρω μας. Σε αυτή την ατζέντα η συναίνεση θα γεννήσει σταθερότητα και ευημερία.

Το Δημοκρατικό Τόξο και η Προοδευτική Συμμαχία – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολλάκη στη ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018

Το Δημοκρατικό Τόξο και η Προοδευτική Συμμαχία – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολλάκη στη ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018

Τα δίπολα «προοδευτικό – συντηρητικό» και «Αριστερά – Δεξιά» έχουν χρησιμοποιηθεί κατά κόρον για ιδιοτελείς σκοπούς. Πώς θα αποκαλέσεις την κατάργηση της αξιολόγησης από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ; Τι επιθετικό προσδιορισμό θα θέσεις προ της κατάργησης των Προτύπων Σχολείων; Πώς θα χαρακτηρίσεις τη ρήση του Αριστείδη Μπαλτά «Η Αριστείας είναι ρετσινιά»; Πού κατατάσσεις την εργώδη προσπάθεια της κυβέρνησης να ελέγξει τα ΜΜΕ, εκβιάζοντας τους τηλεοπτικούς σταθμούς; Πώς θα χαρακτηρίσεις την απαξίωση των Ανεξάρτητων Αρχών, την προσπάθεια χειραγώγησης της Δικαιοσύνης και τη διάλυση των Πανεπιστημίων; Εντάσσονται όλες αυτές οι ενέργειες στη χωρία των προοδευτικών ενεργειών; Τέλος, για να θυμηθούμε αυτό που είπε μόλις χθες σε συνέντευξή του ο Π. Σκουρλέτης, πρωτοκλασάτος υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ: «πολλές φορές η κυβέρνηση πήγαινε να νομοθετήσει και σκόνταφτε πάνω στο Σύνταγμα». Αυτή η δήλωση υποδηλώνει δημοκρατικό κόμμα ή μήπως ένα κόμμα με σταλινικά κατάλοιπα, που προσπαθεί να ελέγξει τα πάντα και να καθυποτάξει κάθε εξουσία; (ας θυμηθούμε το σχετικό σχόλιο της συζύγου του Α. Τσίπρα «η κυβέρνηση δεν έχει ακόμη όλη την εξουσία»). Βέβαια, την απαξίωση των θεσμών στην Μεταπολίτευση εισήγαγε ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος μας είπε ότι ο μόνος θεσμός είναι ο Λαός, αλλά το 1981 απέχει πολιτικούς αιώνες από το 2018.

Και επειδή οι Έλληνες χαρακτηρίζονται τόσο για την αφέλειά τους όσο και για την βραχεία μνήμη, οφείλουμε να υπενθυμίζουμε συχνά όλες τις ενέργειες του Α. Τσίπρα και της παρέας του από το 2012 έως σήμερα. Διότι η οικονομική καταστροφή, που προκάλεσε ο ΣΥΡΙΖΑ στην κοινωνία μας (200 δις ευρώ κατά τον πρώην πρόεδρο του Euroworking Group) είναι ένα πολύ σοβαρό θέμα. Μία εξ ίσου, αν όχι μεγαλύτερη, καταστροφή, όμως, είναι η διάλυση του Εκπαιδευτικού Συστήματος, που διασφαλίζει το μέλλον μιας κοινωνίας, και η απαξίωση των Θεσμών. Κατήργησαν τα Πρότυπα Σχολεία και το Ολοήμερο Σχολείο, κατήργησαν την αξιολόγηση σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, επανέφεραν τις 176.000 αιώνιους φοιτητές, κατήργησαν τις διατάξεις του ν. 4009/2011, που περιόριζε το διάστημα σπουδών και αποτελούσε ένα ισχυρό κίνητρο παρακολούθησης των μαθημάτων, κατήργησαν τα Συμβούλια Ιδρυμάτων, που είχαν προσελκύσει αμισθί δεκάδες διεθνώς αναγνωρισμένων ακαδημαϊκών από όλο τον κόσμο, επανέφεραν το άσυλο της ανομίας στα ΑΕΙ, εμποδίζουν την συνέχιση διεθνώς αναγνωρισμένων Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων Σπουδών με δίδακτρα, που προσήλκυαν εκατοντάδες φοιτητών από την αλλοδαπή, ενώ απαγόρευσαν ξενόγλωσσα Προγράμματα Σπουδών, τα οποία θα παρακολουθούσαν χιλιάδες ξένων φοιτητών. Ο κατάλογος της καταστροφής είναι τόσο μεγάλος, που δεν μπορεί να εξαντληθεί σε ένα άρθρο.

Ποιος θα τολμούσε να τεκμηριώσει την άποψη ότι η ψήφιση της απλής αναλογικής, ως του επόμενου εκλογικού νόμου, δεν είναι μία πράξη άκρως καταστροφική για την κυβερνησιμότητα της χώρας και υστερόβουλη, δεδομένου ότι από τις επόμενες εκλογές θα επιβληθεί η συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, εφ’ όσον βέβαια διατηρηθούν τα ποσοστά των δημοσκοπήσεων; Πώς θα χαρακτηρίζαμε άραγε την εμμονή της Φ. Γεννηματά στην συμμετοχή και του ΣΥΡΙΖΑ στην επόμενη κυβέρνηση, προκειμένου να συμμετάσχει και το Κίνημα Αλλαγής; Προοδευτική ή Συντηρητική; Ή πώς θα χαρακτηρίζατε την εμμονή των Γ. Παπανδρέου, Θ. Θεοχαρόπουλου, Γ. Ραγκούση, Ν. Μπίστη, Δ. Χατζησωκράτη, Θ. Μαργαρίτη και άλλων στελεχών του ΚΙΝ.ΑΛΛ. για συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ, διότι «στρατηγικός μας αντίπαλος είναι η Δεξιά», όπως μονολογεί καθημερινά η νεοεκλεγείσα πρόεδρος της ομοσπονδίας; Τέλος, πώς θα χαρακτηριστεί ο παραγκωνισμός των Β. Βενιζέλου και Α. Λοβέρδου από την Φ, Γεννηματά στο μείζον θέμα της αναθεώρησης του Συντάγματος; Προοδευτικές ενέργειες ή συντηρητικές; Αριστερές ή Δεξιές; Δημοκρατικές ή Αντιδημοκρατικές; Η τελευταία δεν πρέπει να θεωρείται άσχετη με την άρνηση των δύο αυτών να συμπράξει το ΚΙΝ.ΑΛΛ. με τον ΣΥΡΙΖΑ. Προς επίρρωση αυτού ήρθε μόλις χθες η δήλωση του Π. Σκουρλέτη ότι η κίνηση του ΚΙΝ.ΑΛΛ. είναι ευπρόσδεκτη και είναι δυνατή η συνεργασία των δύο, εφ’ όσον απομακρυνθούν από αυτό οι Βενιζέλος και Λοβέρδος.

Προ δεκαοκτώ μηνών, σε μία συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ στην Μακεδονία ο εξ απορρήτων του πρωθυπουργού Νίκος Παππάς είπε ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αποφασισμένος να μείνει στην εξουσία για πολλά χρόνια, όχι προς όφελος του ιδίου, αλλά προς όφελος του Λαού». Ποια ή διαφορά από τις προθέσεις και τους λόγους των ηγετών όλων των ολοκληρωτικών καθεστώτων του 20ου αιώνα;

Επαναφέρω απόσπασμα από άρθρο της 11ης/10/2016: Ας επικαλεστούμε το διάλογο δύο εκ των σημαντικότερων Γάλλων φιλοσόφων, του Alain Badiou και του Marcel Gauchet (Τι να κάνουμε; ΔΙΑΛΟΓΟΣ για τον καπιταλισμό, τον κομμουνισμό και το μέλλον της Δημοκρατίας, εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ 2016). Στις σελίδες 72 και 73 συμφωνούν ότι «στον εθνικοσοσιαλισμό και τον φασισμό το πρόταγμα της απόλυτης κυριαρχίας επί της κοινωνίας υλοποιείται με την έμφαση στο έθνος – κράτος (θυμόμαστε ότι κατ’ επανάληψη στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και υπουργοί έχουν δηλώσει ότι οι αντιρρήσεις της αντιπολίτευσης επί προτάσεων της Κυβέρνησης στρέφονται κατά του έθνους και του κράτους) και στη δημοψηφισματικού τύπου επικύρωση της παντοδυναμίας του ηγέτη». Αντίστοιχα, «στον σοβιετικό κομμουνισμό, το πρόταγμα της αυτονομίας υλοποιείται με την απόλυτη κυριαρχία του Κράτους επί της κοινωνίας». Και αν αυτά αναφέρονται κατ’ αρχάς από τον Marcel Gauchet, ο οποίος πρεσβεύει τη σοσιαλδημοκρατία, έρχεται στη συνέχεια ο Alain Badiou, ο οποίος πρεσβεύει την παλιννόστηση του κομμουνισμού, λέγοντας ότι «δεν αρνούμαι τα κοινά στοιχεία μεταξύ φασισμού, ναζισμού και κομμουνισμού, που είναι η δεσποτική εξουσία του Κόμματος και η καταστολή κάθε αντιπολιτευτικής φωνής».

Μετά από αυτά που προηγήθηκαν, υπάρχει κάποιος που θα ισχυρισθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ανήκει στο Δημοκρατικό Τόξο ή ακόμη και στο Προοδευτικό Τόξο; Ελπίζω πως όχι. Εκτός εάν το πράξει από υστεροβουλία και μόνον, θεωρώντας μας σανοφάγους. Όχι λοιπόν. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ή για να είμαι επιεικής η πολυμελής ηγετική ομάδα του, εντάσσεται στα σταλινικά κατάλοιπα και σε εκείνες τις ομάδες, που προσπαθούν να απαλλαγούν από το παρόν Σύνταγμα, ώστε να καθιερώσουν ένα αυταρχικό και ολοκληρωτικό καθεστώς, που θα προβλέπει δημοψηφίσματα, ώστε να εκφράζεται η βούληση του Ηγέτη και δεν θα σέβεται το διαχωρισμό των εξουσιών και τις αξίες του αστικού πολιτισμού.

Για όλους τους παραπάνω λόγους το Κίνημα Αλλαγής έχει δύο επιλογές: Η πρώτη είναι να αλλάξει αμέσως κατεύθυνση και στοχεύσεις. Να αποκηρύξει κάθε σκέψη συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ, να καταστρώσει σχέδιο εκσυγχρονισμού της χώρας, να αποκηρύξει τον λαϊκισμό και τον κρατισμό, να διαβεβαιώσει ότι θα καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να υπάρξει κυβέρνηση μετά τις εκλογές, να διασφαλίσει την αλλαγή του εκλογικού νόμου και την εκλογή ΠτΔ και να διοργανώσει ιδρυτικό συνέδριο ενός νέου και ενιαίου κόμματος, εντός του οποίου θα διαλυθούν τα υπάρχοντα. Η δεύτερη επιλογή είναι να εμμείνει στις θέσεις του (αναφέρονται ανωτέρω) και να καταλήξει σε μία ασήμαντη ολιγομελή ομάδα στην επόμενη Βουλή.

Κεντροαριστερά: Ενδογαμική πολυγαμία; – Άρθρο του Δημήτρη Κατσαντώνη στην Athens Voice, Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018

Κεντροαριστερά: Ενδογαμική πολυγαμία; – Άρθρο του Δημήτρη Κατσαντώνη στην Athens Voice, Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018

Η ενδογαμία είναι είτε επιλογή (για να διατηρηθούν ή να μην αλλοιωθούν χαρακτηριστικά της «φυλής» ή της «κοινότητας») είτε αναγκαστική λύση λόγω αδυναμίας επαφής με άλλες «κοινότητες». Οι επιπτώσεις της, σύμφωνα με την επιστήμη, είναι αρνητικές για την υγεία των επόμενων γενεών.

Η πολυγαμία συνήθως είναι επιλογή. Όταν δεν είναι επιλογή, τότε ή αποτελεί αντικείμενο της ψυχιατρικής ή εμπίπτει στο ευρύ πεδίο των εννοιών του βιασμού.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, δεν είναι πολλές οι περιπτώσεις που η πολυγαμία είναι και  ενδογαμία. Στη χώρα μας δε, αυτή η παράδοση είναι ανύπαρκτη. Αλλά πάντοτε μπορεί να γίνει μία αρχή – και, σε πολιτικό επίπεδο, έγινε. Υπό αυτή την έννοια, το πρόσφατο Συνέδριο του Κινήματος Αλλαγής, ήταν κάτι πρωτοποριακό:

– Ήταν Συνέδριο χωρίς εκλογές (συνέδρων/αντιπροσώπων/οργάνων) και χωρίς επιλογές (προγραμματικές/πολιτικές). Απλώς αρραβωνιάστηκαν όλοι με όλους, με τη συμφωνία όμως να μην αναλάβουν καμία δέσμευση, όλοι έναντι όλων. Παρόλα αυτά γίνεται πρόσκληση προς τον ευρύ κόσμο της Κεντροαριστεράς σε νέα αρχή, σε μία συστράτευση όλων – είναι, δεν είναι οπαδοί της ενδογαμίας («αφού όλοι μια οικογένεια είμαστε»…)

– Το Συνέδριο κατασκεύασε ένα κόμμα που αποτελείται από πολλά διακριτά και αυτόνομα μέρη, στη θέση ενός κόμματος που αποτελούνταν από πολλά, διακριτά και αυτόνομα μέρη. Σύμφωνοι, αυτό μπορεί και να μην ονομαστεί πολυγαμία. Κοινόβιο;

– Το Συνέδριο πέτυχε την ενότητα των συμβαλλομένων μερών εξελίσσοντας το ομοσπονδιακό Πολιτικό Συμβούλιο που δεν είχε κανένα άλλο όργανο από κάτω του και συνεπώς δεν έδινε πουθενά λόγο, σε ομοσπονδιακό Πολιτικό Συμβούλιο που (θα) έχει άλλα ομοσπονδιακά όργανα από κάτω του στα οποία επίσης δεν θα δίνει λόγο. Ο θρίαμβος του θεσμικού κόμματος…

– Όσοι πήγαν δεν εξελέγησαν από κανέναν και δεν εξέλεξαν κανένα. Παρόλα αυτά μετέφεραν την εντολή για «νέα αρχή» και την ανέθεσαν σε κάποιους που δε ξέρουν ακόμη, αφού θα διοριστούν αργότερα και από άλλους. Όλα αυτά στον 21ο αιώνα…

– Για να μην είμαστε ισοπεδωτικοί πρέπει να πούμε πως το Συνέδριο έκανε μια κομβική επιλογή: βρήκε το νέο σήμα του φορέα, μια πολύχρωμη αυτο-μαδούμενη μαργαρίτα η οποία, στα πλαίσια των αθρόων μετονομασιών που ενδημούν στο χώρο, ονομάστηκε ρόδο. Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε.

Στο Βυζάντιο, στην αυτοκρατορική αυλή, συνέβαιναν κάποια φαινόμενα ενδογαμίας. Όχι πολυγαμίας. Και πολύ περισσότερο δεν υπήρχε ενδογαμική πολυγαμία. Προφανώς. Οι διαδικασίες του ήταν απλοϊκές μπροστά στην ελληνική Κεντροαριστερά…

Αποτροπή και όχι κατευνασμός με εθνική ισχύ και συμμαχίες – Άρθρο της Άννας Διαμαντοπούλου στην εφημερίδα ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, Τρίτη 21 Μαρτίου 2018

Αποτροπή και όχι κατευνασμός με εθνική ισχύ και συμμαχίες – Άρθρο της Άννας Διαμαντοπούλου στην εφημερίδα ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, Τρίτη 21 Μαρτίου 2018

Οι ανατρεπτικές αλλαγές στο ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον της Ευρώπης και της χώρας μας δημιουργούν ανασφάλεια αλλά και φόβο στους πολίτες.. Πόσο μάλλον όταν είναι επιβαρυμένοι με την πληγωμένη αυτοπεποίθηση και την έλλειψη αισιοδοξίας για την ισχύ και την πορεία της χώρας μας.

Η περίοδος που διανύουμε δεν είναι «στιγμιαία».

Η μελέτη της ιστορίας και η ανάλυση των νέων δεδομένων στην ισορροπία του οικονομικού ανταγωνισμού διεθνώς, δείχνουν ότι οι αναταραχές στην περιοχή θα συνεχιστούν.

Είναι εμφανές ότι όσον αφορά στην Ελλάδα (αλλά και στην Ευρώπη), η χώρα που έχει οδηγήσει σε αλλαγή πεδίου άσκησης της εξωτερικής πολιτικής είναι η Τουρκία.

Εξετάζοντας την σημερινή Τουρκία του Erdogan και ξεπερνώντας τις πρώτες αναλύσεις περί εσωτερικών προβλημάτων και «κουρδικοποίησης» της τουρκικής πολιτικής, είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε μερικά από τα βασικά στοιχεία της Τουρκικής πολιτικής άλλα παλαιά και άλλα νέα.

Η Τουρκία επανέρχεται στην «επεκτατική στρατηγική διαρκείας» δημιουργεί τετελεσμένα μικρά ή μεγάλα που κυμαίνονται από την εισβολή σε άλλη χώρα μέχρι τις συλλήψεις ξένων πολιτών στο έδαφος της. Τα τετελεσμένα αυτά είναι η βάση διαπραγμάτευσης.

Η διαπραγμάτευση γίνεται με την Δύση δηλαδή ΕΕ και ΗΠΑ με την Ελληνοτουρκική μεθόριο να αντιμετωπίζεται ως Δυτικοτουρκική ενώ το εργαλείο της ένταξης στην ΕΕ δεν υπάρχει πια στο τραπέζι για κανέναν.

Η διαρκής αυτονόμηση από την Δύση με επιλογή άλλων συμμάχων κατά περίπτωση και επίδειξη αυταρχισμού δυσκολεύει την έγκυρη και πρόθυμη διαιτησία για τα ελληνοτουρκικά προβλήματα.

Η φαινομενικά απρόβλεπτη συμπεριφορά του Erdogan φαίνεται ότι είναι μελετημένη αν δει κανείς προσεκτικά τις κινήσεις του. Παράδειγμα η κατάκτηση του Αφρίν (συνεννόηση με την Ρωσία) και η παρενόχληση στην ΕΝΙ μέσα στην Κυπριακή ΑΟΖ, την περίοδο των ιταλικών εκλογών.

Ο Erdogan καλλιεργεί και οργανώνει ισλαμοτουρκικά προγεφυρώματα στο εσωτερικό της ΕΕ όπως στην Γερμανία, στο Βέλγιο, στη Βουλγαρία αλλά και στην Ελλάδα. Οι επιπτώσεις στα πολιτικά συστήματα κάποιων χωρών είναι ήδη εμφανείς.
Η χρήση του προσφυγικού που είναι ένα αληθινό πρόβλημα για την Τουρκία με 3,5 εκατομμύρια Σύριους στο έδαφος της χρησιμοποιείται αφενός ως απειλή και εκβιασμός για την Ευρώπη και αφετέρου ως δύναμη εποικισμού των εδαφών της στα ανατολικά σύνορα μετά από το σχέδιο Κουρδικής εκκαθάρισης.

Ο τρόπος αντίδρασης της ΕΕ και των Διεθνών Οργανισμών απέναντι στην Τουρκία μέχρι στιγμής ακολουθεί την πολιτική του κατευνασμού. Η συσσώρευση διαφορετικών προβλημάτων, η στροφή της αμερικανικής πολιτικής, η αναδυθείσα νέα Ρωσία και το νέο τοπίο των ενεργειακών πόρων, κάνουν διστακτικούς Διεθνείς Οργανισμούς και ηγέτες, θέλοντας να κρατήσουν τον Erdogan και την Τουρκία μέσα σε ένα όσο γίνεται συμβατικό πεδίο συνεννόησης. Η Τουρκία είναι η δεύτερη δύναμη συνεισφοράς στρατιωτών στο ΝΑΤΟ.

Η Ελλάδα όμως δεν έχει τα περιθώρια της Στρατηγικής του Κατευνασμού ως χώρα που απειλείται άμεσα και πολλαπλώς. Το αντίθετο του κατευνασμού δεν είναι φυσικά ο τυχοδιωκτισμός ή η εύκολη και επικίνδυνη μαγκιά της ρητορείας. Χρειάζεται Στρατηγική Αποτροπής. Π.χ. στο Αφρίν υπάρχει καταπάτηση του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και βέβαια σαφής καταπάτηση (του άρθρου 3) της Συνθήκης της Λωζάνης όπου καθορίζονται τα σύνορα της Τουρκίας με τη Συρία και το Ιράκ.

Η ελληνική κυβέρνηση θα έπρεπε να έχει θέσει δια της διπλωματικής οδού το ζήτημα στους Διεθνείς Οργανισμούς αλλά και στους συνυπογράφοντες της Συνθήκης. Το θέμα της ένταξης στην ΕΕ της Τουρκίας θέλει από την Ελλάδα νέα προσέγγιση και νέες συμμαχίες.

Τα δύσκολα είναι μπροστά μας και επί μακρόν. Το νέο περιβάλλον είναι εξαιρετικά σύνθετο, μεταβαλλόμενο και απαιτεί εθνική ισχύ και συμμαχίες.

Μία χώρα χρεοκοπημένη, παραγωγικά αδύναμη και με κυβερνώντα κόμματα κακέκτυπα των χειρότερων κομματικών εκφάνσεων της ιστορίας μας, κινδυνεύει να μπει στο περίφημο δίλημμα του Π.Κονδύλη: «Υποταγή ή συντριβή». Η αποφυγή του διλήμματος είναι η στρατηγική της αποτροπής που σημαίνει πρώτον τι αλλάζουμε «εμείς» στη χώρα μας και δεύτερον πως οργανώνουμε τις συμμαχίες μας. Το «εμείς» σημαίνει εθνικό αναστοχασμό που θα μας μετακινήσει από έναν φολκλορικό ελληνοκεντρισμό στην ισχυρή εθνική ταυτότητα και επομένως στη δημιουργία εθνικού ισχυρού μετώπου.
Εθνική ταυτότητα που θα συνδέει το παρελθόν με μεγάλους και ευγενείς στόχους για την πρωτοπορία στη νέα εποχή της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, με ισχυρούς θεσμούς και αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου.

Το δεύτερο σημείο, η ανάγκη δηλαδή συμμαχιών, παραπέμπει στον Ελευθέριο Βενιζέλο αλλά και σε όλη την νεοελληνική ιστορία μας. Η συνεπής και προσεκτική επιλογή συμμάχων οι οποίοι μας δίνουν και τους δίνουμε υπήρξε καθοριστικής σημασίας για τις επιτυχίες στη χώρα μας σε δύσκολες εποχές.

Η εύθραυστη στρατηγική συμμαχιών σε περιόδους μεγάλων ανακατατάξεων είναι ο υπ΄αριθμόν ένα κίνδυνος για εθνικό ακρωτηριασμό.

Τα δύο παραπάνω στοιχεία η εθνική ισχύς και οι συμμαχίες προϋποθέτουν την ύπαρξη των αρίστων των Ελλήνων και από την μεριά τους αφιέρωση και θυσία.

Το παράδειγμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, όπως γράφει ο Θάνος Βερέμης, συνίσταται στην επιλογή των συνεργατών του. «Ουδέποτε γνώρισε η Ελλάδα υπουργικά συμβούλια σαν του Βενιζέλου. Άτομα με εξαιρετικές ικανότητες και ανάλογη με την δική του βουλητικότητα».

Δυστυχώς το ακριβώς αντίθετο από ότι ζούμε σήμερα όπου οι πλέον κρίσιμοι θεσμοί και θέσεις είναι αποτέλεσμα φτηνών παζαριών και κομματικών ισορροπιών. Η συνταγή για μια όλο και πιο «μικρή» Ελλάδα. Αυτό δεν μπορεί να γίνει πλέον αποδεκτό και οφείλουμε να το αναδείξουμε και να το ανατρέψουμε.

Πολιτική και ποδόσφαιρο την εποχή των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

Πολιτική και ποδόσφαιρο την εποχή των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

Τελικά δεν χρειάζεται να ψάχνουμε τον πρωταθλητή. Είναι η ίδια η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Όχι, όμως, πρωταθλητής του ποδοσφαίρου, αλλά της παραδοξότητας και της παραφροσύνης. Από κυβερνητικά χείλη, και μάλιστα επί ποινή ποδοσφαιρικού Grexit, μάθαμε ότι είναι ανάγκη να διακοπεί το «πιο δίκαιο και πιο συναρπαστικό πρωτάθλημα» των τελευταίων χρόνων. Τώρα πώς γίνεται να διακοπεί, αντί με κάθε τρόπο να συνεχιστεί, ένα τόσο καλό πρωτάθλημα, μόνον ο πρωθυπουργός και ο υφυπουργός αθλητισμού το ξέρουν.

Ας δούμε ψύχραιμα τη φετινή πορεία του ελληνικού πρωταθλήματος. Οι φίλαθλοι δείχνουν παροιμιώδη αυτοσυγκράτηση. Η ΕΠΟ νομιμοποιήθηκε με πρόσφατες εκλογές. Η διαιτησία, υπό άμεση διεθνή παρακολούθηση, είναι σε γενικές γραμμές ισορροπημένη. Γιατί, λοιπόν, το μπλοκάρισμα;

Πιστεύω, χωρίς περιστροφές, ότι αυτό επήλθε εξαιτίας της κυβερνητικής εμπλοκής στο χώρο και των σαφών προτιμήσεών της. Η ουσία δεν βρίσκεται στο ποιες είναι αυτές, ως προς τα πρόσωπα και τα σωματεία. Βρίσκεται στο ότι η κυβέρνηση επέλεξε να εμπλακεί και να εκφράσει προτίμηση. Έτσι το αδιέξοδο ήταν προδιαγεγραμμένο, όποιος και να ήταν ο κυβερνητικός εκλεκτός.

Όταν, λοιπόν, ο ανταγωνισμός στο πρωτάθλημα έφθασε σε οριακό σημείο, βοηθούσης και της μπάλας που, κατά τη ρήση του Όσιμ «είναι πόρνη»,  η κυβέρνηση βρέθηκε σε αδιέξοδο, παγιδευμένη από τις επιλογές και τις παρεμβάσεις της. «Έχασε κυριολεκτικά τη μπάλα» και, παραζαλισμένη, αποφάσισε τη διακοπή του πρωταθλήματος. Ταυτόχρονα, προσπαθεί να μεταθέσει τις ευθύνες της στους ιδιοκτήτες των ομάδων, πιστεύοντας ότι αυτοί θα τις αποδεχτούν.

Έτσι, ενώ τώρα είναι η ώρα της να εγγυηθεί την αυστηρή τήρηση των νόμων από ομάδες και πρόσωπα, είναι απολύτως αδύναμη να το κάνει.

Τα πράγματα, λοιπόν, είναι καθαρά. Στο ποδόσφαιρο -και όχι μόνο-  επικρατούν αυθαιρεσία και ανομία. Η κάθαρση και η εξυγίανση μπορούν να επέλθουν μόνο από την πολιτεία, την οποία, όμως, θα εκφράσει μια κυβέρνηση θεσμικής εμπιστοσύνης. Αυτό προϋποθέτει μια κυβέρνηση αυτόνομη και εγγυήτρια της εφαρμογής των νόμων. Οι μεγαλοπαράγοντες και οι ομάδες δεν πρόκειται ποτέ να συμφωνήσουν, πολύ περισσότερο εάν πιστεύουν ότι η εκάστοτε κυβέρνηση έχει προτιμήσεις. Στο πρώτο πέναλτι ή στο κρίσιμο οφσάιντ θα αρχίσουν οι τσακωμοί. Άλλωστε, το μεγάλο έπαθλο των 20 εκατομμυρίων ευρώ του Τσάμπιονς Λιγκ είναι μόνο για έναν.

Αυτό που απομένει είναι η απαρέγκλιτη εφαρμογή της νομιμότητας μέχρις ότου εξαλειφθούν η παραβατικότητα και η παρανομία. Όταν αυτές ηττηθούν συντριπτικά, τότε θα καθήσουν όλοι γύρω από το ίδιο τραπέζι να συζητήσουν ουσιαστικά για την προαγωγή του αθλήματος. Με την πολιτική εξουσία αμερόληπτη και τους αθλητικούς θεσμούς ισότιμους, όπου οι τίτλοι θα κρίνονται από την υπεροχή των ομάδων και την τύχη του παιχνιδιού. Αυτό προϋποθέτει την αυτονόμηση και τον εγγυητικό ρόλο της κυβέρνησης στην εφαρμογή της νομιμότητας. Μια κυβέρνηση μπλεγμένη με εκλεκτικές συγγένειες και προτιμήσεις για αλλότριους σκοπούς είναι κυβέρνηση που «καίγεται».

Δυστυχώς, τα χαρακτηριστικά της αυτονομίας και του εγγυητικού ρόλου δεν υπάρχουν στη σημερινή κυβέρνηση. Θα έλεγα το αντίθετο. Στην πράξη, η άποψη ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ έχει την κυβέρνηση, αλλά όχι την εξουσία» καθοδηγεί τη συμπεριφορά της. Πιστεύει ότι τα προβλήματα δεν υπάρχουν τόσο για να λυθούν, όσο για να χρησιμοποιηθούν -είτε για δικό της όφελος είτε για να πληγούν οι αντίπαλοι. Αντίστοιχα, οι θεσμοί δεν υπάρχουν τόσο για να λειτουργήσουν, όσο για να καταληφθούν ή να υποταγούν.

Η κυβέρνηση, λοιπόν, των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ πιστεύει ότι χρειάζεται επειγόντως μια «άλλη», δική της δικαιοσύνη, κάποια «άλλα» δικά της ΜΜΕ, τελικά μια «άλλη» δική της  διαπλοκή. Έτσι θεωρεί ότι θα κατακτήσει την πολυπόθητη εξουσία, δηλαδή  θα μετατραπεί σε στέρεο καθεστώς. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται με το Σκοπιανό – όχι για να το λύσει, αλλά για να διασπάσει την αντιπολίτευση, να αλλάξει κυβερνητικό σύμμαχο αν χρειαστεί, να ξεφορτωθεί στα γρήγορα την επόμενη κυβέρνηση μέσα από μια «δεξιά παρένθεση» και γρήγορα να επιστρέψει εδώ όπου βρίσκεται τώρα. Στη θαλπωρή και στις απολαύσεις της εξουσίας. Κι όλα αυτά μέσα από τη συστηματική προώθηση του πολιτικού  διχασμού, τη στιγμή που το έθνος βιώνει μια υπαρξιακή αγωνία.

Η αριστερή διακυβέρνηση, αγνοώντας την ανάγκη υπεράσπισης του δημοσίου συμφέροντος, υπονομεύει τους δημοκρατικούς θεσμούς της χώρας, την εθνική ασφάλεια και την προοπτική για την οικονομική ανόρθωση. Η αποτυχία της είναι καθολική. Όσο συνεχίζεται η θητεία της, η ελπίδα  να δούμε κάτι καλύτερο στο ποδόσφαιρο είναι μηδαμινή. Αυτό θα το ξεπεράσουμε. Όμως, όσο κυβερνά είναι απίθανο να σταματήσει ο κατήφορος της παρακμής, με πιθανό ενδεχόμενο ένα ανυπολόγιστο εθνικό κόστος. Αυτό δύσκολα θα ξεπεραστεί. Και πρέπει να το αποτρέψουμε.

Σύγχρονος εθνικός διχασμός και αριστερή εξουσία – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στην ATHENS VOICE, Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2018

Σύγχρονος εθνικός διχασμός και αριστερή εξουσία – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στην ATHENS VOICE, Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2018

Ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε για να μείνει. Αυτήν την απόφαση πήρε τον Ιούλιο του 2015. Και για να μείνει, θα κάνει ό,τι είναι δυνατό, ανεξάρτητα από τις επιπτώσεις που θα υπάρξουν στο πολιτικό, κοινωνικό και εθνικό γίγνεσθαι.

Με την ίδια, παροιμιώδη άνεση με την οποία συγκυβερνά εδώ και τρία χρόνια μ’ ένα ακροδεξιό κόμμα, θα επιδιώξει πλέον να προχωρήσει σε μια κεντροαριστερή συμμαχία.

Σήμερα υποτάσσεται με παροιμιώδη άνεση σε όλες τις επιλογές των ξένων που αντιμάχονταν και είχε καταγγείλει στο παρελθόν, ενώ απολαμβάνει την αυξανόμενη συμπάθεια της εσωτερικής ολιγαρχίας, την οποία μέχρι πρότινος  απειλούσε.

Αυτά είναι τα σταθερά χαρακτηριστικά κάθε κυβερνώσας Αριστεράς που θέλει να είναι «συνεπής με τον εαυτό της». Πιστεύει, τελείως αυτοαναφορικά, ότι κατέχει την πολιτική αλήθεια και το κοινωνικό δίκιο και καμώνεται ότι έχει ως αποστολή να τα υπερασπίζει με πάθος έναντι όλων των άλλων. Θεωρεί ότι τα πάντα γύρω της αλλάζουν καταπώς την βολεύει, ενώ ή ίδια παραμένει εσαεί «συνεπής».

Αυτήν ακριβώς την αντίληψη  οργανώνει σε σταθερή πολιτική μέθοδο ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα. Επιλέγει τη στρατηγική της αναμέτρησης των δύο πόλων, έχοντας ως  στόχο να διατηρήσει την πρωτοκαθεδρία του δεύτερου πόλου που κατέκτησε μέσα στην κρίση. Αυτό είναι το διαβατήριο για τη μακροχρόνια, ηγεμονική πολιτική του παρουσία. Οι αντίπαλοι του είναι αποδεκτοί μόνον όταν κυβερνούν ως «παρενθέσεις».

Η πολιτική του συγκροτείται πάνω στα διλήμματα παλιό – νέο και δεξιό-αριστερό, ενώ υλοποιείται  μετωπικά, διχαστικά και διαλυτικά. Τα μεγάλα θέματα που αφορούν τα τα εθνικά ζητήματα, τη λειτουργία της δημοκρατίας και την οικονομία δεν τίθενται από τον ΣΥΡΙΖΑ με σκοπό την αναζήτηση βιώσιμων λύσεων, αλλά την αναδιάταξη των πολιτικών και κομματικών συσχετισμών υπέρ του. Γι’ αυτό, άλλωστε, δεν επιζητά στην αφετηρία ούτε επιδιώκει στη συνέχεια κοινωνικές, κομματικές ή εθνικές συναινέσεις.

Για παράδειγμα, το όντως χρονίζον ζήτημα των Σκοπίων δεν επιδιώκει να το λύσει με κομματική συναίνεση και λαϊκή συγκατάθεση, αλλά διαιρώντας την κοινωνία σε ακροδεξιούς και προοδευτικούς.

Αντίστοιχα, το σκάνδαλο της ΝOVARTIS δεν επιχειρεί να το διαλευκάνει θεσμικά και πολιτικά, αλλά το χρησιμοποιεί ως εργαλείο σπίλωσης των πολιτικών αντιπάλων του.

Τη θρυλούμενη  έξοδο από το μνημόνιο δεν θέλει να την διασφαλίσει από κάθε ενδεχόμενο κίνδυνο, αλλά να την καρπωθεί και να τη διαχειριστεί μόνον πολιτικοεκλογικά, αδιαφορώντας για τους σοβαρούς κινδύνους ενός νέου, καταστροφικού οικονομικού εκτροχιασμού.

Τι αφήνει, όμως, πίσω της μια τέτοια πολιτική αντίληψη και πρακτική εξουσίας του ΣΥΡΙΖΑ;

Είναι αλήθεια ότι με αυτόν τον τρόπο επανασυσπειρώνει ένα σημαντικό κομμάτι της μετέωρης εκλογικής του βάσης, πράγμα που τον καθιστά αδιαφιλονίκητο ηγέτη του δεύτερου πόλου, με ταυτόχρονη περιθωριοποίηση της κεντροαριστεράς.

Αυτή η «κομματική επιτυχία» του ΣΥΡΙΖΑ παράγει στον αντίποδα ένα τεράστιο εθνικό, πολιτικό, δημοκρατικό και οικονομικό κόστος για το σύνολο της χώρας. Έτσι διαμορφώνεται ένας σύγχρονος διχασμός στα κρίσιμα εθνικά μέτωπα και, κυρίως, στο μέτωπο εξ Ανατολών, τη στιγμή που η Τουρκία αναβαθμίζει την απειλή της σε όλα τα ζητήματα αιχμής των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Μια απειλή που καθίσταται, πλέον, ασύμμετρη και απρόβλεπτη όχι μόνον για την Ελλάδα, αλλά και για όλο τον δυτικό κόσμο, από τον οποίο η Τουρκία αυτονομείται.

Την ώρα που η Ελλάδα θα έπρεπε να επανασχεδιάσει σοβαρά, με όρους πολιτικής και κοινωνικής ομοψυχίας και ενότητας, την αποτρεπτική της δυνατότητα, υπερβαίνοντας τη μέχρι τώρα κατευναστική της προσπάθεια που αποθρασύνει τους Τούρκους, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ διχάζει το λαό και επιχειρεί να διαλύσει το πολιτικό σύστημα της χώρας.

Εξίσου αρνητικά αποτελέσματα διαμορφώνονται στο εσωτερικό μέτωπο της δημοκρατίας, της πολιτικής, της οικονομίας και της κοινωνίας. Με τη στρατηγική του διχασμού και της έντασης, ο ΣΥΡΙΖΑ παράγει ένα μεγάλο ρεύμα πολιτικής απαξίωσης με αντι-πολιτικά και υπο-πολιτικά χαρακτηριστικά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ταχεία φθορά των θεσμών και των πολιτικών αξιών, ενώ οδηγεί στην οικονομική αποεπένδυση και την κοινωνική ανομία, χωρίς εναλλακτική διέξοδο. Διαμορφώνεται, εν τέλει, ένα δημόσιο θέατρο διχαστικών αναμετρήσεων, υποβαθμισμένης αισθητικής και διαρκώς χαμηλότερων προσδοκιών.

Μετά από μια οικονομική χρεοκοπία, η χώρα βρίσκεται σε σημείο καμπής και προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της, με τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος.

Ταυτόχρονα, το γεωπολιτικό μας περιβάλλον βρίσκεται σε μεταβατική φάση αστάθειας, με σοβαρές μεταβολές στους μέχρι σήμερα παράγοντες σταθερότητας και ελέγχου. Το κεφάλαιο σταθερότητας της μεταπολιτευτικής μας δημοκρατίας δεν είναι ανεξάντλητο στην πίεση της κάθε κομματικής και εξουσιαστικής ιδιοτέλειας.

Την ίδια ώρα είναι, επίσης, απολύτως φανερό, ότι το πολιτικό σύστημα της χώρας είναι ανεπαρκές και κατώτερο των περιστάσεων και των καιρών.

Αυτή η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την αποδυναμωμένη Ελλάδα, μετατρέποντάς την σε διχασμένο έθνος και φθίνουσα δημοκρατία, πρέπει να ηττηθεί. Τώρα. Η συγκρότηση ενός πολιτικού μετώπου για την αποτροπή του ενδεχομένου ενός εθνικού ακρωτηριασμού, για την υπεράσπιση της δημοκρατίας και για την ανόρθωση της οικονομίας, είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ.

«Το ανάθεμα των δέκα»- με την πρόφαση μιας στρέβλωσης που βαπτίστηκε σκάνδαλο – Άρθρο του Γιάννη Δατσέρη στη ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

«Το ανάθεμα των δέκα»- με την πρόφαση μιας στρέβλωσης που βαπτίστηκε σκάνδαλο – Άρθρο του Γιάννη Δατσέρη στη ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

Επιτρέψτε μου μερικές εστιάσεις με  τη δική μου οπτική στα γεγονότα της εβδομάδας που πέρασε και αφορούν την υπόθεση NOVARTIS, αλλά και την άντληση κάποιων συμπερασμάτων στην άσκηση πολιτικής στην Υγεία.

1. Πρώτη φορά ασχολούμαστε με «σκάνδαλο» χωρίς να έχει ασκηθεί δίωξη κατά υπευθύνων εταιρίας ή άλλου νομικού προσώπου και δεν έχουν κληθεί να καταθέσουν οι φερόμενοι ως αυτουργοί. Διαπλοκή  με ολογράμματα, αντί φυσικών προσώπων δεν περιγράφεται.

2. Η παρέμβαση του κ. Καρτερού με το « ου γαρ οίδασι…….τι πηδούσι» είναι αποκαλυπτική, κατά συνεπαγωγή δε ,αποδεικτική ότι εκτελείται ένα οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης πολιτικών αντιπάλων. Ένα σύγχρονο ανάθεμα, καταλύοντας το κράτος δικαίου. Ο φανατισμός, στοιχείο του εθνικολαϊκισμού, έκανε το βήμα που τον χώριζε από την βαρβαρότητα.

3. Στους κατηγορούντες ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και σε αρκετούς υπερασπιστές των δέκα πολιτικών δεν υπήρχε ειρμός επιχειρημάτων, γιατί δεν υπάρχει λογική να προσεγγίζεται η φαρμακευτική πολιτική με ενιαία κριτήρια από το 2004 έως το 2014. Σκανδαλώδης δημόσια δαπάνη και στρέβλωση υπήρξαν το διάστημα 2004-2009. Βασικός πολιτικός υπεύθυνος είναι ο τότε Πρωθυπουργός. Γιατί; Επειδή, τότε η φαρμακευτική και η υγειονομική πολιτική αφορούσε τη συνέργεια πέντε Υπουργείων. Εμπορίου, για την τιμολόγηση. Υγείας, για το ΕΣΥ, τον ΟΓΑ και τον ΟΠΑΔ. Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για το ΙΚΑ (και τους γιατρούς του, και τα Νοσοκομεία του) και τους άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς. Παιδείας, για τα αμιγώς πανεπιστημιακά νοσοκομεία και, κυρίως, για την  καλλιέργεια κακής εγωκεντρικής επαγγελματικής νοοτροπίας στους  νέους γιατρούς. Εθνικής  Άμυνας,  για τα Νοσοκομεία του και τον ανεξέλεγκτο επαγγελματισμό των στρατιωτικών γιατρών. Η συνέργεια Υπουργείων είναι πρωθυπουργική ευθύνη.

4.Σήμερα η στρέβλωση εξακολουθεί, δεν έχει τελειώσει το «πάρτι του φαρμάκου». Η μείωση της δημόσιας  φαρμακευτικής δαπάνης, τουλάχιστον κατά το ήμισυ και παρά τη συνεχή είσοδο νέων πολύ ακριβών φαρμάκων, είναι αυταπόδεικτη. Υπάρχει, όμως, καπνός συνεχιζόμενης παραβατικότητας και διαφθοράς. Να πάψουμε την υποκρισία. Ο έλεγχος είναι πλέον σχετικά εύκολος, αν θέλει κάποιος να τον κάνει. Κάθε NOVARTIS, εννοώ τις πολυεθνικές που εισάγουν φάρμακα και ιατρικό εξοπλισμό ή υλικά, οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες και οι μεγάλοι πάροχοι  υπηρεσιών (κλινικές, αλυσίδες  διαγνωστικών κέντρων), αν διαπλέκονται,  τότε διαθέτουν στο στενό πυρήνα των ανθρώπων της  κάθε ιδιοκτησίας  τροφοδότες λογαριασμούς και εξωχώριες εταιρίες, που επιβάλλεται να αναζητηθούν.

5.Μην ισοπεδώνουμε τα πάντα. Οι παραγωγοί του φαρμάκου και των ιατρικών υπηρεσιών προσφέρουν ζωή και ποιότητα ζωής. Το θέμα είναι να τηρούν τη δεοντολογία, τη νομιμότητα και την κοινωνική τους ευθύνη. Σήμερα, ένας γιατρός του ΕΣΥ έχει μέγιστο μισθό 1.800€ το μήνα. Δεν μπορεί να του καλύψει τη συμμετοχή του σε ένα ευρωπαϊκό συνέδριο που -συνολικά- κοστίζει περίπου 1.200€. Η προσφυγή σε χορηγό είναι αναπόφευκτη, αρκεί να είναι διαυγής. Αν θέλουμε να ελέγξουμε την παραβατικότητα , εύκολα οι ελεγκτικοί μηχανισμοί εντοπίζουν και επιβάλλουν την προσαρμογή στα θεραπευτικά πρωτόκολλα και την ιατρική που βασίζεται σε ενδείξεις των μεγάλων μονάδων του ΕΣΥ, των Πανεπιστημίων και των Ιδιωτικών Κλινικών.

6.Δεν είναι όλοι οι πολιτικοί το ίδιο. Νομοθετικές παρεμβάσεις στην Υγεία για την επιβολή της κανονικότητας και με μεταρρυθμιστικό πνεύμα που τελικά υλοποιήθηκαν ή υλοποιούνται  έγιναν  από Υπουργούς του ΠΑΣΟΚ. Καμιά νομοθετική πρωτοβουλία Υπουργών της ΝΔ ή του ΣΥΡΙΖΑ, συνήθως δευτερεύουσας σημασίας, ακόμη και αυτές που μπορεί να αποδομούν, αντί να συγκροτούν, δεν εφαρμόζεται. Υπουργοί που ανήκουν στη ΝΔ επέδειξαν αποτελεσματικότητα στην εφαρμογή Νόμων της μνημονιακής περιόδου, ακόμη και αν δεν αφορούσαν τα μνημόνια.

7.Η συζήτηση στη Βουλή, προσαρμοσμένη αναγκαστικά στη συγκυρία που καθορίζεται από την άνανδρη επίθεση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και τα μείζονα θεσμικά προβλήματα που προκύπτουν, δεν συμπεριέλαβε ουσιαστική κριτική στις πολιτικές υγείας που ασκήθηκαν ή ασκούνται. Άμβλυνε εντυπώσεις και παρέκαμψε το γεγονός ότι στις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες  της περιόδου 2010-2012 αντιστάθηκε  μανιωδώς  ο ΣΥΡΙΖΑ στο σύνολό του επικουρούμενος  από   όλους τους  συνδικαλιστές-γιατρούς  της ΝΔ και τα κομματικά στελέχη του « βαθέως ΠΑΣΟΚ».

8.Είναι δε πρόκληση και κωμωδία η σημερινή ηγεσία του Υπουργείου να παρουσιάζει σαν λυδία λίθο  για την εξάλειψη της διαφθοράς στο φάρμακο τη νομοθετική πρωτοβουλία για τη σύσταση των επιστημονικών εταιριών των κυρίων ιατρικών ειδικοτήτων και τη μεταφορά της αρμοδιότητας των ιατρικών συνεδρίων από τον ΕΟΦ στο ΚΕΣΥ, διακινώντας επακριβώς τις διατάξεις του νομοσχεδίου που κατατέθηκε στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή στις  8/2/2012  δεν συζητήθηκε λόγω της πτώσης της κυβέρνησης Παπαδήμου και κανείς έως σήμερα δεν επανέφερε. Πολιτική που ο ΣΥΡΙΖΑ καταψήφισε στο ΚΕΣΥ και μανιωδώς αντιπολιτεύθηκε στη διάρκεια της διαβούλευσης. Να εμφανίζει ως επίτευγμα την εφαρμογή 15 θεραπευτικών πρωτοκόλλων επί των ημερών τους, όταν το 2013 είχαν ολοκληρωθεί 150.

9.Επανέρχομαι στο σκάνδαλο της πολιτικής δίωξης των δέκα. Οι συμψηφισμοί είναι ανεπίτρεπτοι. Πολιτικά υπεύθυνος και υπόλογος έναντι της Ιστορίας είναι ο Πρωθυπουργός. Επέφερε οξύτητα με εμφυλιοπολεμικά χαρακτηριστικά. Η οξύτητα οδηγεί σε μανιχαϊστική λογική. « Να φύγουν». « Να φύγουν και να τιμωρηθούν». Όμως δεν είναι η κατάλληλη λογική στο σύνθετο περιβάλλον του 2018. Δεν πρέπει να αποπροσανατολιζόμαστε από τον κύριο στόχο να οδηγηθεί η χώρα σε μια σταθερή ευρωπαϊκή κανονικότητα και στην εφαρμογή προοδευτικών μεταρρυθμίσεων. Απαιτείται νηφάλια να αναζητήσουμε και να συζητήσουμε «τα πρέπει» της ανόρθωσης της Χώρας. Δεν αρκεί να φύγουν αυτοί, αλλά να προετοιμάσουμε και εμείς το μέλλον που αξίζει στην Ελλάδα του 2020, που αν δικάζει αυτό θα γίνεται γιατί έτσι επιβάλλει το Δίκαιο και όχι ο πολιτικός βολονταρισμός ή η μισαλλοδοξία.

Κέρδη και απώλειες από τη συζήτηση για το σκάνδαλο Novartis – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολάκη στη “ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ”, Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2018

Κέρδη και απώλειες από τη συζήτηση για το σκάνδαλο Novartis – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολάκη στη “ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ”, Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2018

Οι απώλειες από την ολοκλήρωση της χθεσινής συζήτησης στη Βουλή είναι πολλές και έχουν εθνική διάσταση. Τη στιγμή, που η χώρα αντιμετωπίζει απειλές και προκλήσεις από κάθε κατεύθυνση, η κυβέρνηση κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια, προκειμένου να διχάσει τον πολιτικό κόσμο, να πολώσει τους πολίτες και να αποπροσανατολίσει τις συζητήσεις από τα φλέγοντα θέματα. Θέματα, όπως αυτά του αναπτυξιακού σχεδίου που πρέπει να εκπονηθεί για να βγει από το αδιέξοδο η χώρα, του νέου χωροταξικού χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που οφείλει η κυβέρνηση να εκπονήσει ώστε να τεθούν οι βάσεις της ανάπτυξης και της απασχόλησης, του «Μακεδονικού» προκειμένου να ηρεμήσει το βόρειο μέτωπο και να αρχίσει μία συνεργασία επί υγιών βάσεων με την γείτονα, της διένεξης με την Τουρκία και της προετοιμασίας εξόδου της χώρας από την οικονομική κρίση, έπεσαν πλέον σε τρίτη και τέταρτη μοίρα, προκειμένου να αποπροσανατολιστούν οι πολίτες. Αποδεδειγμένα πλέον, ακόμη και για τους αφελείς, μόνο μέλημα της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ είναι η διατήρηση και επέκταση του ελέγχου της εξουσίας. Και όλα αυτά για την ολοκλήρωση του σχεδίου υπαγωγής των πάντων υπό τον Ηγεμόνα. Τον Πατερούλη Τσίπρα.

Υπάρχει, όμως, και ένα μεγάλο κέρδος. Όλοι εκείνοι, που επεδίωκαν και προσπαθούσαν να μας πείσουν ότι «μία συμμαχία με τον υγιή ΣΥΡΙΖΑ είναι εφικτή» ή που διακήρυσσαν ότι «μας χωρίζει χάος από την ΝΔ» ή που προσπαθούσαν να μας περάσουν το μήνυμα «μετά τις εκλογές θα επιλέξουμε σύμμαχο», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο συμμαχίας με τον ηττημένο ΣΥΡΙΖΑ, στερούνται πλέον τεκμηρίωσης ενός τέτοιου ενδεχομένου και επιχειρημάτων για την υποστήριξη μιας τέτοιας θέσης. Ο Βαγγέλης Βενιζέλος το είπε ξεκάθαρα στη χθεσινή βαρυσήμαντη ομιλία του στη Βουλή: «η κυβέρνηση στράφηκε εναντίον εμού και του Λοβέρδου, διότι είμαστε εκείνοι που αντιτιθέμεθα σε ενδεχόμενη συνεργασία της Δημοκρατικής Παράταξης με τον ΣΥΡΙΖΑ».

Με τη χθεσινή της ομιλία η κα Γεννηματά υποχρεώθηκε από τις συνθήκες πόλωσης, που προσπάθησε να επιβάλει η κυβέρνηση, να διαχωρίσει τη θέση της από τα ανωτέρω ενδεχόμενα και να κάνει πιο διακριτά πλέον τα σύνορα, που χωρίζουν το Δημοκρατικό Τόξο από το Αντιευρωπαϊκό, Λαϊκίστικο και Εθνικιστικό Τόξο. Η σύμπνοια ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ, Χρυσής Αυγής στη χθεσινή συνεδρίαση της Βουλής πόλωσε το κλίμα και έφερε εγγύτερα τις δυνάμεις της Κεντροδεξιάς και του Προοδευτικού Κέντρου. Απομένει πλέον μία ξεκάθαρη θέση, η οποία θα εκφράζεται με μία και μόνη φράση: «Με τις δυνάμεις, που προσπαθούν να πολώσουν το πολιτικό κλίμα, να ενοχοποιήσουν και στιγματίσουν κάθε πολιτικό τους αντίπαλο, να ελέγξουν κάθε ανεξάρτητη αρχή, της Δικαιοσύνης συμπεριλαμβανομένης, και να πατήσουν επί ερειπίων, προκειμένου να εγκαθιδρύσουν ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, το Κίνημα Αλλαγής δεν έχει και δεν θα έχει και στο μέλλον σχέση. Αντιθέτως, με αυτούς μας χωρίζει τεράστια ιδεολογική, πολιτισμική και κοινωνική απόσταση. Θα είμαστε σταθερά απέναντι στις μεθοδεύσεις τους, θα ενημερώσουμε τους πολίτες για τον κίνδυνο που η χώρα διατρέχει από την συνεχιζόμενη παραμονή τους στην κυβέρνηση και εγγυόμαστε την κυβερνησιμότητα της χώρας μετά τις επερχόμενες εθνικές εκλογές». Μία τέτοια διακήρυξη από ένα ανοικτό ενωτικό συνέδριο με εκλεγμένους συνέδρους, που θα οδηγεί στην ίδρυση ενός νέου ενιαίου κόμματος του προοδευτικού και μεταρρυθμιστικού χώρου, θα δώσει νέα ώθηση. Κυρίως, θα κεντρίσει το ενδιαφέρον των προοδευτικών πολιτών, που τώρα παραμένουν ανήσυχοι, προβληματισμένοι και απόμακροι. Εάν, όμως παρ’ ελπίδα, αυτό δεν συμβεί, τότε το μόνο που θα πετύχουν θα είναι η πύκνωση των γραμμών εκείνου του κόμματος, που προβάλει ως το πιθανότερο να εκπαραθυρώσει το ολοκληρωτικό και εθνικολαϊκιστικό μόρφωμα που μας κυβερνά.

Τέλος, η χθεσινή συζήτηση της μεθόδευσης σπίλωσης των πολιτικών αντιπάλων της κυβέρνησης απέδειξε το ακόλουθο: Η στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ δεν αρκεί. Είναι απλώς προϋπόθεση, δηλαδή αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη, ανασύνταξης του πολιτικού συστήματος. Η διάδοχος κατάσταση είναι η κύρια διακύβευση. Δηλαδή, ποια κυβέρνηση θα τον διαδεχθεί, ποιοι θα την στηρίξουν, από ποιους θα συγκροτηθεί, με ποια προτάγματα και με ποιο σχέδιο ανασυγκρότησης της χώρας θα πορευτεί. Γι αυτό προβάλουμε διαρκώς την αναγκαιότητα (α) εκσυγχρονισμού της ΝΔ με νέα πρόσωπα που θα επιδιώξουν τον πολιτικό φιλελευθερισμό και θα αποτάξουν τον λαϊκισμό, τον κομματισμό και τον κρατισμό και (β) συγκρότησης του μεσαίου χώρου σε ένα Προοδευτικό και Μεταρρυθμιστικό Κόμμα (και όχι ομοσπονδία υπαρχόντων παλαιοκομματικών μηχανισμών), το οποίο θα εκθέσει από τώρα έναν οδικό χάρτη εξόδου από την κρίση.

Ο νόμος Γαβρόγλου, η «ακαδημαϊκότητα», οι «ανάγκες των φοιτητών» και οι εγκληματικές ευθύνες της Αριστεράς – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολάκη στο ESOS.gr, Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Ο νόμος Γαβρόγλου, η «ακαδημαϊκότητα», οι «ανάγκες των φοιτητών» και οι εγκληματικές ευθύνες της Αριστεράς – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολάκη στο ESOS.gr, Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Σήμερα δεν θα αναφερθώ στην οριστική καταστροφή, που επέφερε στην Ανώτατη Εκπαίδευση ο πρόσφατος νόμος Γαβρόγλου. Εξ άλλου πριν από την ψήφιση του νόμου πολλοί είχαμε τοποθετηθεί και σχολιάσει τα άρθρα, που καταργούσαν την αυτοτέλεια των πανεπιστημίων, κατέστρεφαν κάθε δημιουργική πρωτοβουλία του παρελθόντος, προέβαλαν την εσωστρέφεια, τον κρατισμό και την απέχθεια στην σύνδεση των ιδρυμάτων με την επιχειρηματικότητα, καταργούσαν την αξιοκρατία και την αξιολόγηση και επανέφεραν την ασυδοσία των κομματικών νεολαιών και την ανομία εγκληματικών ομάδων στους πανεπιστημιακούς χώρους.

Έτσι, μετά την αδρανοποίηση και αλλοίωση διατάξεων του νόμου Διαμαντοπούλου από τους προηγούμενους υπουργούς (ενδεικτικά αναφέρω την υπουργική απόφαση Γ.Υ.27/22-9-2014, βάσει της οποίας για τη διαγραφή φοιτητή, που είχε υπερβεί το χρονικό όριο φοίτησης, απαιτείτο αίτηση του φοιτητή!!!), ήρθε ο νόμος Γαβρόγλου να θέσει την ταφόπλακα στον μόνο νόμο (4009/2011), που ήταν απότοκο μιας πολύ μακράς διαβούλευσης, ψηφίστηκε από 255 βουλευτές και έφερε την ακαδημαϊκότητα και την αξιοκρατία στο Ελληνικό πανεπιστήμιο.

Αφορμή για την παρούσα παρέμβασή μου είναι η κατάληψη, δηλαδή η παύση λειτουργίας της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών & Μηχανικών Υπολογιστών του Πολυτεχνείου Κρήτης από τον φοιτητικό σύλλογο, δηλαδή από μία μερίδα συνδικαλιστών. Ο λόγος είναι η απαίτηση να δοθεί μία επιπλέον εξεταστική περίοδος (εκτός εκείνων του Ιανουαρίου και του Σεπτεμβρίου), η «εμβόλιμη όπως την αποκαλούν, διότι το ζητούμενο είναι . . . να περνούν τα μαθήματα. Αυτή η τρίτη εξεταστική περίοδος είχε δοθεί το 2015 από τον υπουργό Α. Μπαλτά, ενώ ο νόμος Γαβρόγλου το αφήνει στη διακριτική ευχέρεια των σχολών, παίζοντας το ρόλο του Πόντιου Πιλάτου και αφήνοντας ορθάνοιχτο παράθυρο σε παράλογες απαιτήσεις.

Αντιγράφω ένα πολύ ενδιαφέρον, αλλά απογοητευτικό, απόσπασμα από την πρόσφατη ανακοίνωση του φοιτητικού συλλόγου, η οποία διέπεται από τη φιλοσοφία της ήσσονος προσπάθειας, με την οποία δηλητηριάζουν την κοινωνία και η οποία αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της εξουσίας της σημερινής Αριστεράς: «Το μόνο που τελικά “ενδιαφέρει” έναν προπτυχιακό φοιτητή είναι να περνάει μαθήματα, λαμβάνοντας ή μη τη βασικότατη γνώση.

Μέσα σε όλα αυτά, η χαμηλή κρατική χρηματοδότηση οδηγεί το τμήμα σε αναζήτηση εξωτερικών πόρων. Συνεπώς, δίνεται έμφαση σε συγκεκριμένους τομείς του αντικειμένου, οι οποίοι καλύπτουν τις ανάγκες των χρηματοδοτών, αντί των φοιτητών, καθορίζοντας έτσι την έρευνα προς όφελός τους. Η αυξανόμενη έμφαση που δίνεται στην εμπορική εκμετάλλευση των ερευνητικών αποτελεσμάτων βρίσκεται σε απόλυτη δυσαρμονία με τις θεμελιώδεις αρχές της ακαδημαϊκότητας . . . Βαρεθήκαμε να ακούμε περί ακαδημαϊκότητας, την ώρα που λειτουργούμε σαφώς αντιακαδημαϊκά. Να μας δοθεί η εμβόλιμη εξεταστική σε όλα τα μαθήματα . . . ».

Από την ανακοίνωση αντιλαμβανόμαστε ότι, μετά από μία μακρά οικονομική, πολιτισμική, κοινωνική κρίση, ορισμένους τους ενδιαφέρει όχι η απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων, ώστε να ενταχθούν στην άκρως ανταγωνιστική (παγκόσμια πλέον) αγορά εργασίας, αλλά η απόκτηση του «χαρτιού». Επιπλέον, η κρίση δεν δίδαξε μία μεγάλη μερίδα πολιτών για την αναγκαιότητα σύνδεσης του πανεπιστημίου με την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών και την αδήριτη ανάγκη απόκτησης δεξιοτήτων και επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων, ώστε οι νέοι επιστήμονες και τεχνικοί να είναι πανέτοιμοι να εισέλθουν στο στίβο της ζωής. Όταν τη δεκαετία του 1990 χώρες της Βόρειας Ευρώπης βρέθηκαν σε δεινή οικονομική θέση, αποφάσισαν να ρίξουν όλο το βάρος τους στο θέμα της Παιδείας, ώστε να προετοιμάσουν τις επόμενες γενιές για την ανταγωνιστικότητα στην παγκόσμια κοινωνία. Και το πέτυχαν. Εμείς, αντιθέτως, ασχολούμαστε με τον έλεγχο των ΜΜΕ, την κυβερνητική προπαγάνδα, το «Μακεδονικό» και την Novartis.

Όλα αυτά δεν έρχονται τυχαία. Αποτελούν το καταστάλαγμα μιας στοχευμένης πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών εκ μέρους της Αριστεράς στο σύνολό της. Μερικοί από εμάς είχαμε τότε την αφέλεια να νομίζουμε ότι με την έλευση του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία θα αντιλαμβανόντουσαν το άτοπο των θέσεών τους. Έγραφα στις 18/11/2014 σε άρθρο μου στην Athensvoice με τίτλο «Σχόλια επί των θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ για το Εκπαιδευτικό Σύστημα»: «Όσον αφορά στις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, και εφ’ όσον κάποια στιγμή κληθεί να κυβερνήσει, θα βρεθεί μπροστά στην αμείλικτη πραγματικότητα να απεμπολήσει τις αντιφατικές και προχειρογραμμένες θέσεις του και να διαπιστώσει ότι για λόγους οικονομικούς, εκπαιδευτικούς, ακαδημαϊκούς και κοινωνικούς είναι αδύνατη έως άκρως επικίνδυνη η υλοποίηση πολλών εξ αυτών». Μεγίστη αφέλεια, όπως απεδείχθη.

Η σημερινή κυβέρνηση, όπως έχει κατ’ επανάληψη αποδείξει, αδιαφορεί για την ποιότητα των σπουδών, για την απόκτηση γνώσεων, δεξιοτήτων και εμπειριών εκ μέρους των φοιτητών, οι οποίες θα τους συνδέσουν με την αγορά εργασίας. Μόνο ενδιαφέρον της είναι η λειτουργία των πανεπιστημίων ως χώρων παραγωγής κομματικών στελεχών, που, λόγω ανεπάρκειας κριτικής σκέψης, θα υποτάσσονται στην καθοδήγηση του «κόμματος».

Έτσι, μετά την κατάργηση των διδάκτρων σε ανταγωνιστικά επαγγελματικά Μεταπτυχιακά Προγράμματα Σπουδών και τα εμπόδια που θέτουν για την μη υλοποίησή τους, την επαναφορά της ασυλίας στους παρανομούντες εντός των ιδρυμάτων και την κατάργηση του χρονικού ορίου φοίτησης, επανέρχεται στο προσκήνιο η μετατροπή των ιδρυμάτων σε εξεταστικά κέντρα. Εξ άλλου, μας είχαν προϊδεάσει για τις προθέσεις τους από το 2014 τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ με τις θέσεις του όσο και οι Γ. Σπαθής και Κ. Γαβρόγλου με άρθρα τους στην ΑΥΓΗ. Ιδιαίτερα ο τελευταίος με εκείνη την κραυγή αγωνίας και θλίψης για την μεγάλη αποδοχή της οποίας έτυχε ο νόμος Διαμαντοπούλου στους καθηγητές των πανεπιστημίων (δες ΑΥΓΗ 21/7/2014 «Μία σοβαρή ήττα της Αριστεράς στα Πανεπιστήμια»).