Ολίγιστη κυβέρνηση σε ανοχύρωτη χώρα – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στον ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ, Παρασκευή 27 Ιουλίου 2018

Ολίγιστη κυβέρνηση σε ανοχύρωτη χώρα – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στον ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ, Παρασκευή 27 Ιουλίου 2018

Υπάρχουν αυθαίρετες κατοικίες στην Ελλάδα και μάλιστα μέσα στα δάση; Έχει μεταβληθεί η οικολογική ισορροπία στην Αττική; Έχουν μπαζωθεί ρέματα; Βιάζεται κατ’ εξακολούθηση το περιβάλλον; Εμφανίζονται ακραία καιρικά φαινόμενα ή άλλα καταστροφικά φαινόμενα όπως οι σεισμοί;

Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα είναι σαφής και πανθομολογούμενη: ναι, υπάρχουν και ισχύουν. Από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους. Με την ευθύνη, για κάποια από αυτά, πολλών. Κυβερνώντων και πολιτών.

Παρατηρώ ότι στον οργισμένο, εν πολλοίς, δημόσιο διάλογο, που ακολούθησε την πρωτοφανή τραγωδία στην Ανατολική Αττική, κάποιοι επιχειρούν, αναδεικνύοντας τα παραπάνω, να μας πουν ότι αφού ισχύουν όλα αυτά, δεν μπορεί να γίνει τίποτα ή δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.

Είμαστε λοιπόν στο έλεος των καιρικών φαινομένων, της άναρχης δόμησης και της οικολογικής ανισορροπίας; Για να το πω πιο απλά, είμαστε στη διάθεση των γεγονότων;

Αν είναι έτσι, τότε προφανώς δεν έχουμε καμία τύχη. Θα περιμένουμε άβουλοι να συμβεί κάποια στιγμή το μοιραίο.

Όμως όχι, δεν είναι καθόλου έτσι.

Ο σχεδιασμός της προστασίας της χώρας οφείλει να λάβει υπόψη του ακριβώς αυτούς τους παράγοντες και να προσαρμοστεί ανάλογα. Τα μέσα, οι δυνάμεις, οι συνέργειες, η χρήση των δυνατοτήτων της τεχνολογίας που είναι διαθέσιμη, μπορούν να οργανωθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να περιοριστούν στο μεγαλύτερο βαθμό οι συνέπειες για τις ζωές και τις περιουσίες των ανθρώπων, καθώς και στο περιβάλλον.

Όμως αυτά, προϋποθέτουν αυξημένη αίσθηση ευθύνης και γνώσης από κυβερνώντες και πολίτες. Κυρίως από τους πρώτους, που έχουν την ευθύνη για το σχεδιασμό και την οργάνωση της χώρας.

Το τραγικό για τη χώρα μας, είναι ότι βρέθηκε σε μια τέτοια δύσκολη στιγμή, με την πιο ανίκανη και την πιο ανεύθυνη κυβέρνηση που υπήρξε ποτέ.

Η θλιβερή εικόνα της σύσκεψης στο κέντρο επιχειρήσεων της Πυροσβεστικής τα μεσάνυχτα της Δευτέρας, ενώ είχαν καεί τα πάντα και υπήρχαν δεκάδες νεκροί, με έναν πελδινό Πρωθυπουργού να λέει «πείτε μου για να καταλάβω από πού ξεκίνησε η φωτιά» και «από πού φέραμε τα πλωτά μέσα (για τους απεγκλωβισμούς)», είναι αποκαλυπτική της κατάστασης της χώρας στο ανώτατο κυβερνητικό επίπεδο.

Καμία αίσθηση της κατάστασης, καμία πράξη συντονισμού, κανένα σχέδιο, όλα στο έλεος και «στη διάθεση των γεγονότων». Μόνη τους αγωνία η επικοινωνιακή διαχείριση της καταστροφής, που κονιορτοποιήθηκε από τα λείψανα των νεκρών.

Η χώρα τις τελευταίες δεκαετίες προσπάθησε μέσα από τις καταστροφές να οργανώσει της δυνατότητές της και σε μεγάλο βαθμό το είχε πετύχει . Κυρίως είχε ενσωματώσει νέες τεχνολογίες και είχε αποκτήσει μία σημαντική εμπειρία συνεργειών και συντονισμού των φορέων του Δημόσιου τομέα, της Αυτοδιοίκησης και των πολιτών μέσα από τον εθελοντισμό, που βρήκαν εφαρμογή σε μια σειρά καταστροφικών φυσικών φαινομένων στη χώρα, με κορυφαίο παράδειγμα τον σεισμό στην Αττική το 1999.

Όμως αυτά δεν στέριωσαν και σταδιακά απομειώθηκαν μέσα στις μυλόπετρες του κομματικού ανταγωνισμού και την αναξιοκρατική και πελατειακή χρήση του κράτους.

Παρόλα αυτά, τουλάχιστον στο επίπεδο των μέσων, είχαν απομείνει αρκετά.

Μέχρι την ώρα που ήρθε ο κ. Τσίπρας με την υπόσχεση να γονατίσει την κ. Μέρκελ και να αλλάξει την Ευρώπη. Αλλά κυρίως να «τελειώσει» το παλιό πολιτικό σύστημα. Κατάφερε, τελικά, να γονατίσει μια χώρα και μια κοινωνία που παλεύει σκληρά να σταθεί στα πόδια της. Και ταυτόχρονα, η «πρώτη φορά αριστερά» απέδειξε ότι δεν έχει καμία σχέση με τις έννοιες της ηθικής και της ευθύνης. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί ότι μετά από τόσες δεκάδες νεκρών δεν υπάρχει ούτε μία παραίτηση;

 

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν και είναι ο κύριος εκφραστής του Λαϊκισμού ​- Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολάκη στη ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, Τετάρτη 25 Ιουλίου 2018

Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν και είναι ο κύριος εκφραστής του Λαϊκισμού ​- Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολάκη στη ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, Τετάρτη 25 Ιουλίου 2018

Ο πολύ γνωστός και στη χώρα μας μελετητής του λαϊκισμού Cas Mude, τον οποίο επικαλείται και ο Π. Ιωακειμίδης (Cas Mude and C.R. Kaltwasser, ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ, Μία Συνοπτική Εισαγωγή, εκδόσεις Επίκεντρο 2017), αναφέρει ότι κατά μία πρόσφατη προσέγγιση, «. . . ο λαϊκισμός σχετίζεται με τον ερασιτεχνισμό και τη μη επαγγελματική συμπεριφορά που στοχεύει στη μεγιστοποίηση της προσοχής των μέσων και στη λαϊκή στήριξη. Παραβλέποντας ενδυματολογικούς κώδικες και τρόπους έκφρασης, οι πολιτικοί δρώντες μπορούν να παρουσιάζονται όχι μόνο ως διαφορετικοί και καινοτόμοι, αλλά επίσης ως θαρραλέοι ηγέτες που υπερασπίζονται «τον λαό» σε αντίθεση προς «την ελίτ» (σελ. 19). Και παρακάτω αναφέρει «ορίζουμε τον λαϊκισμό ως μία αβαθή ιδεολογία που θεωρεί την κοινωνία ουσιαστικά διαχωρισμένη σε δύο ομοιογενή και ανταγωνιστικά στρατόπεδα, «τον αγνό λαό» έναντι «της διεφθαρμένης ελίτ», και η οποία υποστηρίζει ότι η πολιτική θα πρέπει να είναι έκφραση της γενικής βούλησης του λαού» (σελ. 21).

Ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ ακόμη και σήμερα αποδεικνύει εμπράκτως ότι σχετίζεται με τον ερασιτεχνισμό και απέχει παρασάγγας από την επαγγελματική άσκηση της πολιτικής. Περίτρανα παραδείγματα αποτελούν (α) ο τρόπος διαχείρισης του Μακεδονικού ζητήματος με την μη ενημέρωση των άλλων κομμάτων και έμπειρων διπλωματών, αλλά και η εκχώρηση μακεδονικής γλώσσας και εθνότητας στην γείτονα χώρα, (β) ο τρόπος διαχείρισης του ΦΠΑ στα νησιά και η πλήρης διάψευση εκ μέρους της Α. Μέρκελ στους ισχυρισμούς του Τσίπρα, (γ) τα ήξεις αφήξεις στο θέμα της μείωσης των συντάξεων. Επίσης, οι θεατρινισμοί στο Ζάππειο Μέγαρο με την γραβάτα και την πομπώδη αφαίρεσή της, όντας στο βήμα, αποδεικνύει περίτρανα ότι ο Τσίπρας αποτελεί τον μεγαλύτερο εκφραστή του λαϊκισμού στην Μεταπολίτευση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και σήμερα, συνεχίζει να βαδίζει και να πολιτεύεται βάσει του δόγματος «εμείς εκφράζουμε τον λαό εναντίον των (διεφθαρμένων) ελίτ». Τρανά παραδείγματα αυτού αποτελούν οι υποθέσεις Novartis και ΚΕΛΠΝΟ, που έφερε στη Βουλή, προκειμένου να καταδικάσει τις «διεφθαρμένες ελίτ της πολιτικής», οι οποίες βέβαια του γύρισαν μπούμερανγκ».

Επίσης, η διαρκής απέχθεια, που επιδεικνύει ο ίδιος και οι υπουργοί του στο τρίπτυχο «Αριστεία – Αξιολόγηση – Αξιοκρατία», είναι μία ένδειξη συνεχιζόμενης προσήλωσης στην αρχή του λαϊκισμού «με τον Λαό ενάντια στις ελίτ», όπως την περιγράφει ανωτέρω ο Cas Mude (σελ. 21). Αρκεί να θυμηθούμε το «Η Αριστεία είναι ρετσινιά» του Α. Μπαλτά, τα «η αξιολόγηση είναι μία μορφή τιμωρίας των εργαζομένων» των Α. Τσίπρα και Ν. Φίλη και το πρόσφατο «εάν θέλουν να φύγουν από τα Ελληνικά Πανεπιστήμια ας πάνε στο καλό», που τόλμησε να εκστομίσει ο Κ. Γαβρόγλου, όταν του επισημάνθηκε ότι το καθεστώς που επιβάλλει στα ΑΕΙ διώχνει νέους και αρίστους επιστήμονες από αυτά.

Πώς θα χαρακτηρίσουμε την πανεπιστημιοποίηση πολλών ΤΕΙ, την ψήφιση μέτρων που καθιστούν αδύνατη τη λειτουργία περιζήτητων Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων Σπουδών με δίδακτρα, την γραφειοκρατική πλέον λειτουργία των Ειδικών Λογαριασμών Κονδυλίων Έρευνας των ΑΕΙ, την επιβολή του δήθεν ακαδημαϊκού ασύλου, που κατ’ ουσίαν μετατρέπει τα ΑΕΙ σε άντρα ανομίας και προστασίας περιθωριακών στοιχείων; Δεν είναι όλα αυτά μέτρα κατά της ελίτ του πνεύματος και υπέρ της αόριστης οντότητας «Λαός»;

Επίσης, πώς θα χαρακτηρίσουμε την επιβολή σκληρών μέτρων φορολογίας και εισφορών κατά των επιστημόνων επαγγελματιών (πνευματική ελίτ) και των επιχειρήσεων (οικονομική ελίτ); Ειδικά όταν γνωρίζει ότι εκατοντάδες χιλιάδες επιστημόνων μηχανικών, γιατρών και άλλων ειδικοτήτων εγκατέλειψαν την Ελλάδα, ενώ εκατοντάδες εκατομμυρίων ευρώ μοιράζονται για τη μισθοδοσία ειδικών συμβούλων – στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ και για μία ατελέσφορη επιδοματική πολιτική.

Τέλος, πώς θα χαρακτηρίσουμε, αν όχι πιστά λαϊκίστικη πολιτική, την εκ μέρους της κυβέρνησης επίθεση στους Θεσμούς και στη Δικαιοσύνη; ¨Η πώς θα χαρακτηρίσουμε την συνεχιζόμενη συγκάλυψη του συνεχούς εγκλήματος, που επιτελείται στα Εξάρχεια με τη δράση των συμμοριών, των αναρχοαυτόνομων και των αντιεξουσιαστών;

Εν κατακλείδι, ο ΣΥΡΙΖΑ, η ηγετική ομάδα και συγκεκριμένα ο Α. Τσίπρας παραμένουν πιστοί οπαδοί του λαϊκισμού και εχθροί των πυλώνων της Δημοκρατίας, δηλαδή της Ηθικής, της Δικαιοσύνης, της Παιδείας, της Ασφάλειας του πολίτη και του Κοινωνικού Κράτους, όπως αυτό σχεδιάστηκε από την σοσιαλδημοκρατία μετά το 1952.

Υ.Γ. Εν μέσω της πρωτοφανούς προχθεσινής καταστροφής στην Αττική, ο πρωθυπουργός συγκαλεί σύσκεψη, παρουσία τηλεοπτικών συνεργείων, προκειμένου να δείξει ότι ενδιαφέρεται για τον Λαό. Εάν αυτό δεν είναι απόδειξη πίστης στο λαϊκισμό, τότε τι είναι;

Η εθνική ελλειμματικότητα του ΣΥΡΙΖΑ – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στον “ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ”, Παρασκευή 22 Ιουνίου 2018

Η εθνική ελλειμματικότητα του ΣΥΡΙΖΑ – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στον “ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ”, Παρασκευή 22 Ιουνίου 2018

Οι δύο κορυφαίες εθνικές προτεραιότητες του σύγχρονου ελληνισμού  για να επιβιώσει και να εξελιχθεί, μέσα σ’ ένα ασταθές και ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον, είναι η ανάσχεση του τουρκικού αναθεωρητικού επεκτατισμού εξ ανατολών και η  αποτροπή ενός αυτόνομου αλυτρωτικού «εθνομακεδονισμού» στα βόρεια σύνορά του.

Η Ελλάδα, διακηρύσσοντας επανειλημμένα  την προσήλωση της στην εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου, αλλά και στην επιλογή της διπλωματικής οδού για τις προκύπτουσες διαφορές, είναι αδιανόητο και εθνικά επικίνδυνο ν’ αποδεχτεί επιθετικά αναθεωρητικές και εν δυνάμει αλυτρωτικές συμπεριφορές, που θίγουν τα εθνικά της συμφέροντα και θέτουν σε κίνδυνο την σταθερότητα της περιοχής.

Η αντιμετώπιση, λοιπόν, του τουρκικού αναθεωρητικού επεκτατισμού και ο μεθοδικά επιδιωκόμενος αλυτρωτικός «μακεδονισμός» , δεν αποτελούν συγκυριακές  αποτρεπτικές επιλογές για τη χώρα. Είναι σημεία στρατηγικής εθνικής άμυνας, είναι αυτό που έχει καταγράψει η ελληνική ιστορία με τον όρο «Θερμοπύλες». Άρα, σε καμία περίπτωση τέτοια κομβικά εθνικά σημεία,  δεν μπορούν ν’ αντιμετωπίζονται υπό το πρίσμα ενός τακτικισμού, δηλαδή ως ανταλλακτικά σημεία μιας καλής διπλωματικής συμφωνίας, όπου μετράμε συμψηφιστικά κέρδη και ζημίες.

Κάθε εθνικό πρόβλημα έχει κάποιο σημείο- κλειδί για κάθε χώρα και αυτό για την Ελλάδα, στην πρόσφατη διπλωματική διαπραγμάτευση, ήταν ένα: Να μην «ξεκλειδωθεί», δηλαδή να μην νομιμοποιηθεί «μακεδονικό» έθνος, με ταυτότητα και γλώσσα. Η αποδοχή του εθνομακεδονισμού είναι το όχημα του αλυτρωτισμού και τώρα, αλλά κυρίως στο βάθος του ιστορικού χρόνου. Είτε διατυπώνεται είτε όχι. Είτε γράφεται είτε όχι. Και δεν μετριέται μόνο με την αυτόνομη ισχύ του, όπως αφελώς λέγεται, διότι εύκολα μπορεί να προκύψουν και συμμαχικές δυνάμεις υποκίνησης. Επιπρόσθετα, το ισχυρό χαρτί του εθνομακεδονισμού δεν ήταν η όποια μέχρι σήμερα διεθνής αναγνώριση, αλλά η τωρινή δική μας νομιμοποίηση. Άλλωστε, αν ήταν αρκετή για τους Σκοπιανούς η αναγνώρισή τους από 140 χώρες ως «Μακεδονία», όπως επιπόλαια αναφέρουν κάποιοι, τότε δεν θα επεδίωκαν την με κάθε τρόπο αναγνώρισή τους, ως «Μακεδόνων» που ομιλούν την «Μακεδονική» γλώσσα, από την Ελλάδα.

Γιατί, όμως, υπάρχει αυτή η ρηχή και επιδερμική προσέγγιση της κυβερνητικής διαχείρισης στα εθνικά θέματα, που δείχνει έλλειψη διορατικότητας έως και αφέλεια; Γιατί ο κ. Τσίπρας νοιώθει άνετα ως εθνικός διαχειριστής και γιατί ο κ. Κοτζιάς, ως «εθνικός λύτης», διατυμπανίζει ότι, πριν πάει διακοπές, θα λύσει και το αλβανικό και, ενδεχομένως, μόλις γυρίσει, να λύσει και τα δυσκολότερα ελληνοτουρκικά; Είναι πολύ σημαντικό να κατανοηθεί ευρύτερα από πού προκύπτει αυτή η άνεση διαχείρισης των εθνικών ζητημάτων από τον αριστερό ΣΥΡΙΖΑ, και μάλιστα σε μια ιδιαίτερη συγκυρία γεωπολιτικής ρευστότητας και αυξημένου εθνικού ρίσκου.

Συστατικά και φυσιογνωμικά, ο ΣΥΡΙΖΑ, και η ελληνική αριστερά γενικότερα, έχει μια καθαρά εργαλειακή αντίληψη για το έθνος. Το εθνικό χρησιμοποιείται ως εργαλείο από το ταξικό. Το εθνικά ζητήματα, και τα προβλήματα που προκύπτουν απ’ αυτά, υποτάσσονται στο ταξικό στοιχείο πασπαλισμένο με ολίγη σάλτσα διεθνισμού. Τα ταξικά συμφέροντα αποκτούν απόλυτη προτεραιότητα, ενώ αντίθετα αποκτούν μειωμένο βάρος και υποβαθμίζονται οι σοβαρές  πτυχές των εθνικών προβλημάτων. Αν μελετήσει κάποιος το πώς διαφοροποιούσε τις θέσεις της η Αριστερά για το μακεδονικό ζήτημα, μεσούντος του εμφυλίου πολέμου – από την ισοτιμία της «μακεδονικής» μειονότητας ακολούθησε η θέση για αυτονομία της «Μακεδονίας» και μετά πέρασε στην απόσχιση από τον εθνικό κορμό – θα καταλάβει εμπράκτως και ιστορικά τι σημαίνει εργαλειοποίηση του εθνικού ζητήματος.

Σε δεύτερο επίπεδο, η αριστερά, επειδή δεν μπορεί να λειτουργήσει ως εθνική ηγέτιδα δύναμη, καταφεύγει στην σύγχυση του εθνικού με το εθνικιστικό. Ενώ ο εθνικιστικός ηγεμονισμός και ο ρατσισμός, σαφώς διακρίνονται από την εθνική-πατριωτική αντίληψη και πρακτική, η αριστερά οδηγείται σε σύγχυση με ακραία κατάληξη να ταυτίζει το εθνικό αίσθημα και την εθνική στάση με την ακροδεξιά και το φασισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα σχόλια του ΣΥΡΙΖΑ για τα μεγάλα συλλαλητήρια της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας, καθώς και η αντίδρασή του στις πρόσφατες  αποδοκιμασίες στελεχών της κυβέρνησης, που εκλαμβάνονται και παρουσιάζονται ως χρυσαυγιτισμός.

Μέσα από τέτοιες ιδεολογικές  βάσεις, εθνικής ελλειμματικότητας και ελλειπτικότητας θα έλεγα, είναι εύκολο για τον ΣΥΡΙΖΑ να προχωρήσει σε κινήσεις «επίλυσης» εθνικών ζητημάτων, με πρωτεύοντα κριτήρια την εξυπηρέτηση των συμμαχικών γεωπολιτικών επιδιώξεων,  την προσπάθεια αποκόμισης οφέλους και ανταλλαγμάτων στο πεδίο της οικονομίας και, βεβαίως, την επιδίωξη στόχων, όπως η αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού που συνδέονται με ιδιοτελή κομματικά και εξουσιαστικά συμφέροντα.

Αναπόφευκτα και μοιραία, όλη αυτή η υποτιμητική φιλοσοφία του ΣΥΡΙΖΑ για το εθνικό ζήτημα, τον φέρνει σε μετωπική σύγκρουση με το εθνικό αίσθημα της κοινωνίας. Μια ελληνική κοινωνία καθόλου επιθετική, ρατσιστική, σοβινιστική και πολεμοκάπηλη,  αλλά εθνικά πληγωμένη, έντονα ταλαιπωρημένη και πολλαπλά εξαπατημένη από τον ίδιο τον χειριστή της πρόσφατης συμφωνίας. Μια κρίσιμη εδώ επισήμανση: το εθνικό αίσθημα το βιώνει και το διαχειρίζεται ο ίδιος ο πολίτης και δεν είναι αντικείμενο υποσχέσεων και παροχών από την  μεριά της εξουσίας.

Αυτό, λοιπόν, δεν μπορεί να το καταλάβει ο αριστερός ΣΥΡΙΖΑ, διότι δε του το επιτρέπει η ίδια του η φυσιογνωμία. Γι’ αυτό και θα προσκρούσει με πολιτικό πάταγο, εισπράττοντας πολιτικά αποτελέσματα στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, απ’ ό,τι ανταλλακτικά, εφήμερα και ιδιοτελώς επεδίωκε. Πολύ γρήγορα  θα διαπιστώσει ότι το μόνο που κατάφερε είναι ότι άνοιξε διάπλατα τον δρόμο ευρύτερων πολιτικών μετακινήσεων, που θα οδηγήσουν την ελληνική κοινωνία σύντομα σε μια σαρωτική πολιτική αλλαγή.

Η επιτελούμενη τερατογένεση στην Παιδεία αφήνει αδιάφορο τον πολιτικό κόσμο – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολάκη στη “ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ”, Δευτέρα 4 Ιουνίου 2018

Η επιτελούμενη τερατογένεση στην Παιδεία αφήνει αδιάφορο τον πολιτικό κόσμο – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολάκη στη “ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ”, Δευτέρα 4 Ιουνίου 2018

Στις 23 Ιουλίου 1928 δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Μακεδονία» η ομιλία – κυβερνητικό πρόγραμμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, το οποίο εφαρμόσθηκε τη χρυσή τετραετία 1928-1932 με απώτερο στόχο τον Αστικό Εκσυγχρονισμό της χώρας. Σε αυτήν, μεταξύ των άλλων, αναφέρει ότι «. . . αλλά θα στηρίξωμεν ακόμη αποτελεσματικώτερον το κοινωνικό καθεστώς δια της επιβαλλομένης αμέσου και ριζικής μεταρρυθμίσεως του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Εφ’ όσον εκατοντάδες σχολείων της κλασσικής λεγόμενης εκπαιδεύσεως εξακολουθούν να εξαπολύουν κατ’ έτος χιλιάδες νέων ατελέστατα συνήθως μορφωμένων, ανικάνων ουσιαστικώς δια κάθε παραγωγικήν εργασίαν, το μέλλον μας δεν ημπορεί παρά να είναι σκοτεινόν και το Κράτος εργάζεται προφανώς δια να παρασκευάσει τον μέλλοντα στρατόν της κοινωνικής ανατροπής». Ο εμπνευστής της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και μετέπειτα υπουργός παιδείας Γεώργιος Παπανδρέου  αναφερόταν το 1929 στο «προλεταριάτο του κολάρου» και στον «εσμό των θεσιθήρων», υπονοώντας ότι οι πλείστοι των αποφοίτων αυτών, λόγω έλλειψης επαγγελματικών προσόντων, θα κατέφευγαν στην με κάθε τρόπο εξασφάλιση μιας θέσης στο Δημόσιο (δείτε Γιώργος Μαυρογορδάτος «Μετά το 1922: η παράταση του διχασμού», σελ. 335-337). Το σημαντικό είναι ότι ο Βενιζέλος και οι υπουργοί του θεωρούσαν αυτό το φαινόμενο ως μία μορφή υπονόμευσης της αστικής δημοκρατίας.

Κατά τη διάρκεια της τετραετίας 1928-1932 μειώθηκε δραστικά ο αριθμός των φοιτούντων στα Γενικά Γυμνάσια και στα Πανεπιστήμια (ΕΚΠΑ και ΑΠΘ) και Ανώτατες Σχολές (ΕΜΠ, ΑΣΟΕΕ, ΠΑΣΠΕ, Ανωτάτη Σχολή Γεωπονικών Επιστημών, ΑΒΣΠ και ΑΒΣΘ), αλλά αυξήθηκε ο αριθμός των επαγγελματικών και τεχνικών σχολών, ιδιαίτερα αυτές, που είχαν σχέση με τις καλλιέργειες, την κτηνοτροφία και τα τρόφιμα.

Στην Μεταπολιτευτική Ελλάδα, αντιθέτως, ιδρύθηκαν 24 πανεπιστήμια και 16 ΤΕΙ, τα οποία μειώθηκαν τελικώς σε 22 και 14, αντιστοίχως, αφού ιδρύθηκαν 5 νέα τμήματα (Σεπτέμβριος 2012). Σε μία ομιλία του στην Αθήνα το 2014 ο Σταμάτης Κριμιζής ανέφερε ότι η Ελλάδα παράγει 12πλάσιους δικηγόρους, 10πλάσιους γιατρούς και 6πλάσιους μηχανικούς από όσους θα χρειαζόταν μία κοινωνία των 11 εκατομμυρίων.

Αυτό είχε επισημανθεί και από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος ανέφερε στον «Απολογισμό της Τετραετίας της Κυβερνήσεως Βενιζέλου», σελ. 189: «Όπως είναι γνωστόν, η χώρα μας υποφέρει από υπερπληθωρισμόν επιστημόνων. Όχι μόνον τα Γυμνάσια, αλλά και τα Πανεπιστήμιά μας εδημιούργουν κατ’ έτος εις χιλιάδας τους «εγγράμματους» και τους επιστήμονας, οι οποίοι ήσαν καταδικασμένοι ή να μείνουν άνεργοι ή να κερδίζουν ελάχιστα».

Σήμερα, διαπιστώνουμε με τον πλέον τραγικό τρόπο τις επιπτώσεις αυτής της αβελτηρίας και του ασυγκράτητου λαϊκισμού, που άρχισε από όλες τις κυβερνήσεις μετά το 1985 και ολοκληρώνεται με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ. Ας πούμε, επιτέλους, την αλήθεια. Η μετανάστευση των 450.000 νέων επιστημόνων δεν οφείλεται μόνον στην χρεοκοπία της χώρας μετά το 2009. Οφείλεται, πρωτίστως, στη διαπίστωση του Σταμάτη Κριμιζή το 2014. Οφείλεται στην απραξία των κυβερνήσεων να διαπιστώσουν αυτήν την τραγική αλήθεια, την οποία περιέγραψα με παράθεση στοιχείων τον Φεβρουάριο 2010 σε μία τεκμηριωμένη μελέτη, η οποία κατατέθηκε στη Σύνοδο Πρυτάνεων και στην τότε υπουργό παιδείας. Οφείλεται στην απενεργοποίηση μίας σημαντικής διάταξης του νόμου Διαμαντοπούλου (ν. 4009/2011, άρθρο 8), βάσει της οποίας προβλεπόταν η κατάργηση και συγχώνευση ιδρυμάτων, βάσει ενός νέου Χωροταξικού Χάρτη της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Οφείλεται στην υπονόμευση και υποβάθμιση της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, η οποία δεν αναβαθμίζεται με την ένταξη τμημάτων ξυλουργών, βρεφονηπιοκόμων, οδοντοτεχνιτών και ανθοκόμων στα Πανεπιστήμια.

Όπως είχε επισημάνει ο Ελευθέριος Βενιζέλος, η εκπαίδευση περισσότερων από όσους χρειάζεται η χώρα γιατρών, δικηγόρων, θεωρητικών και μη επιστημόνων αφαιρεί πολίτες από την εκπαίδευσή τους και στη συνέχεια την επαγγελματική απασχόλησή τους σε επαγγέλματα χρήσιμα και παραγωγικά.

Στο συνέδριο «Η Ελλάδα Μετά», που διοργάνωσε ο Κύκλος Ιδεών (Ευάγγελος Βενιζέλος) τον Ιούνιο 2017, παρουσιάσθηκαν προτάσεις για την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση στην Ανωτάτη Εκπαίδευση, οι οποίες πρέπει να είναι άμεσες, ώστε να δούμε την αλλαγή σε βάθος μιας δεκαετίας από σήμερα. Παραπέμπω τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη στο άρθρο του Ιουνίου 2017.

Όμως, ουδεμία ή πολύ χλιαρή αντίδραση υπήρξε από τον πολιτικό κόσμο, όταν καταργήθηκαν τα Πρότυπα Σχολεία, αυξήθηκε ο αριθμός εισακτέων στα ΑΕΙ, επανήλθαν 176.000 αιώνιοι φοιτητές, καταργήθηκε δια νόμου η αξιολόγηση κατ’ απαίτηση των συνδικάτων των δημοσίων υπαλλήλων, ο προαγωγικός βαθμός στην Μέση Εκπαίδευση μειώθηκε σε 9,5/20, επιτρέποντας 2/20 στα Μαθηματικά και 19/20 στα Θρησκευτικά, δύο ΤΕΙ προήχθησαν στο Πανεπιστήμιο Δυτ. Αττικής, ενώ τώρα προετοιμάζεται η ενσωμάτωση ΤΕΙ σε Πανεπιστήμια (ΤΕΙ Ιονίων Νήσων στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, ΤΕΙ Χαλκίδα και Θήβας στο ΕΚΠΑ, ΑΣΠΕΤΕ στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών κ.λπ.), ιδρύονται νέα τμήματα Νομικής (Πανεπιστήμιο Πατρών), Μηχανικών (Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων), Οικονομικών (Ιόνιο Πανεπιστήμιο) κ.α.

Έχει κατ’ επανάληψη επισημανθεί ότι είμαστε προτελευταίοι στην Τεχνολογική και πρώτοι στην Γενική και Θεωρητική Εκπαίδευση ανάμεσα στις 37 χώρες του ΟΟΣΑ (Education at a Glance, OECD Indicators 2015). Όμως, όλοι κωφεύουν μπροστά στο δέλεαρ της θώπευσης των ώτων των μελλοντικών ψηφοφόρων.

Όλα αυτά τα φαινόμενα εντάσσονται στο πλαίσιο της βαθιάς πολιτισμικής κρίσης, η οποία μαστίζει την κοινωνία μας. Η αναλαμπή του 2000-2004 ήταν παροδική. Όπως παροδική ήταν και η προσπάθεια εκσυγχρονισμού του εκπαιδευτικού συστήματος στο χρονικό διάστημα 2009-2012. Είναι οι «Αναλαμπές», όπως θα έλεγε και ο Νίκος Θέμελης εάν ζούσε, σε μία συνεχιζόμενη πορεία Εθνικού Διχασμού. Ενός Διχασμού, ο οποίος διαρκεί από το 1915 έως σήμερα, με απειροστά διαστήματα διαλειμμάτων, και τρώει τα σωθικά της χώρας. Μιας χώρας στο ρόλο του νέου Προμηθέα.

Η κύρια ευθύνη για αυτό το ανοσιούργημα πέφτει στην κυβέρνηση, στους αμαθείς και ιδεοληπτικούς υπουργούς και στον ανιστόρητο πρωθυπουργό.

Μεγάλο μέρος της ευθύνης αναλογεί και σε εκείνους τους πρυτάνεις, οι οποίοι πέφτουν στην παγίδα του λαϊκισμού της κυβέρνησης, νομίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα αυξήσουν την επιρροή και τη δύναμή τους.

Ευθύνες έχουν και οι καθηγητές αυτών των Ιδρυμάτων, οι οποίοι, αντί να υψώσουν το ηθικό και ακαδημαϊκό ανάστημα, που οφείλουν να έχουν, απεμπολούν και προδίδουν τις ακαδημαϊκές αξίες, ζώντας με τις ονειρώξεις της προσωπικής προσόδου.

Τέλος, δεν είναι άμοιρες ευθυνών οι πολιτικές δυνάμεις της Αντιπολίτευσης, οι οποίες, από φόβο μήπως και δυσαρεστήσουν τα πλήθη επιδόξων ψηφοφόρων, δεν καταγγέλλουν την γένεση αυτών των τεράτων, τα οποία ετοιμάζονται να κατασπαράξουν ό,τι απέμεινε από τη χώρα μας.

Βία ή Μήπως Ανομία; – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στην ATHENS VOICE, Tετάρτη 23 Μαΐου 2018

Βία ή Μήπως Ανομία; – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στην ATHENS VOICE, Tετάρτη 23 Μαΐου 2018

Οι απανταχού της γης ακραίοι λάτρεψαν, κυριολεκτικά, τη φράση του Μαρξ «η βία είναι μαμή της Ιστορίας». Σπάνια ενδιαφέρθηκαν για το αν στο διάβα της Ιστορίας η «μαμή» ξεγεννάει τέρατα, γκουλάγκ και τυραννίες. Η βία, κάθε μορφής, υπήρξε και παραμένει η θρησκεία τους.

Πριν από μερικούς μήνες, ο κ. Τσίπρας, ως Πρωθυπουργός, δεν δίστασε να αναρωτηθεί μέσα στο Κοινοβούλιο αν, όταν πέφτουν οι βόμβες μολότωφ, έχει σημασία από ποια μεριά βρίσκεσαι, «από εκεί που τις ρίχνουν ή εκεί που πέφτουν». Εννοούσε, προφανώς, ότι καλό θα είναι να βρίσκεσαι από τη μεριά αυτών που τις ρίχνουν.

Όταν ο Γιάννης Μπουτάρης δέχτηκε την άγρια επίθεση των φασιστοειδών στη Θεσσαλονίκη, ο κ. Τσίπρας με τη δήλωσή του φανέρωσε ότι μοναδική του έγνοια ήταν να αθωώσει αναδρομικά τους «αγανακτισμένους», αλλά και τους σημερινούς «Ρουβίκωνες». Υπογράμμισε ότι αυτοί που χτύπησαν τον Δήμαρχο «δεν ήταν αγανακτισμένοι, αλλά ακροδεξιοί»!

Τα τελευταία χρόνια, έρχεται με ένταση στο προσκήνιο και στη δημόσια σφαίρα το θέμα της βίας. Σε κάποιους είναι βολικό να μιλάνε για «ακροδεξιά βία» και σε κάποιους άλλους για «ακροαριστερή βία». Αυτή είναι μια πτυχή της βίας που προκαλεί το ενδιαφέρον γιατί σχετίζεται με την πολιτική και τα πάσης φύσεως πολιτικά πρόσωπα.

Το ίδιο συμβαίνει και με τη βία στους αθλητικούς χώρους. Πολλές φορές γινόμαστε μάρτυρες σκληρών επεισοδίων σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση. Κορυφαία πρόσφατη στιγμή, η είσοδος παράγοντα ποδοσφαιρικής ομάδας στο γήπεδο με το πιστόλι του! Τότε, όλοι μιλούν για την ανάγκη λήψης σκληρών μέτρων, που να αφορούν, όμως, τους «άλλους».

Αγανακτούμε κάθε φορά που ένα στυγερό έγκλημα κυριαρχεί στην ειδησεογραφία και  ταράζει την ανοχή μας στην εκτεταμένη καθημερινή ανομία.

Εκεί, όμως, βρίσκεται η ρίζα του προβλήματος, στην ΑΝΟΜΙΑ.

Έχουμε κατά καιρούς εφεύρει διάφορες εξηγήσεις για το φαινόμενο, με κυρίαρχη την περίφημη «αντιστασιακότητα» του Έλληνα. Η οποία, βέβαια, εξαφανίζεται, μόλις ο ίδιος Έλληνας βρεθεί σε άλλη, στοιχειωδώς σοβαρή, χώρα, της οποίας το δικαιϊκο σύστημα δεν είναι ανεκτικό στην παραβατικότητα.

Όλα τα φαινόμενα εγκληματικότητας στα οποία περιλαμβάνονται και αυτά της βίας που ζούμε τις τελευταίες δεκαετίες, με αποκορύφωμα την περίοδο της οικονομικής κρίσης, βρήκαν και βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στο σαθρό σύστημα της ποινικής μας νομοθεσίας. Όσο αυτό το σύστημα αποδιαρθρώνεται, τόσο τα φαινόμενα αυτά πληθύνονται. Οι «αγανακτισμένοι» των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και της Χρυσής Αυγής στα πρώτα χρόνια της κρίσης, πολύ γρήγορα κατάλαβαν ότι όση βία και να ασκήσουν επί των πολιτικών αντιπάλων τους δεν θα είχαν καμία κύρωση.

Το πρώτο πράγμα που διδαχθήκαμε στη Νομική Σχολή, όσοι σπουδάσαμε νομικά, ήταν ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινικών κανόνων. Με απλά λόγια, αν κάποιος σκέφτεται να διαπράξει κάποια αξιόποινη πράξη, θα μετρήσει πάρα πολύ στην απόφασή του η ποινή που απειλείται σε περίπτωση σύλληψής του.

Εκεί βρίσκεται το κλειδί.

Στη χώρα μας, τις τελευταίες δεκαετίες, κάτω από την επίδραση θεωριών που ελάχιστα ελάμβαναν υπόψη τους την ανάγκη κοινωνικής ευταξίας, καθώς και πολιτικών προσώπων ευεπίφορων σε πελατειακού τύπου ρυθμίσεις, διαλύθηκε, σχεδόν, κάθε έννοια αποτροπής στην ποινική μας νομοθεσία. Αλλά ακόμη και εκεί που απειλούνται και επιβάλλονται σοβαρές ποινές, ήρθαν διαδοχικοί νόμοι, με κορυφαίο το «νόμο Παρασκευόπουλου», να τις εκμηδενίσουν.

Κατά συνέπεια, τι είναι αυτό που απέμεινε ώστε να μπορεί να συγκρατήσει τον επίδοξο εγκληματία από το να βιαιοπραγήσει εναντίον κάποιου πολιτικού προσώπου – αλλά όχι μόνο- ή να διαπράξει ένα οποιοδήποτε βαρύ έγκλημα; Στην πραγματικότητα, σχεδόν τίποτα.

Πώς αξιολογούμε, ως κοινωνία, την ανάγκη προστασίας της προσωπικότητάς μας απέναντι σε κάθε μορφής βία, της προσωπικής μας περιουσίας, της δημόσιας περιουσίας, του δικαιώματός μας να μιλάμε και να κυκλοφορούμε ελεύθερα και απρόσκοπτα;

Οι πιο προηγμένες δημοκρατίες στον κόσμο, που βρίσκονται στις Σκανδιναβικές χώρες, απάντησαν εδώ και δεκαετίες με απόλυτο τρόπο: οι πολίτες και το δημόσιο προστατεύονται απόλυτα. Κάθε παραβάτης γνωρίζει ότι κινδυνεύει να πάει στη φυλακή αν θίξει την αξιοπρέπεια, την τιμή και την υπόληψη κάποιου. Αν ασκήσει βία εναντίον του. Ναι, φυλακή! Έστω για δέκα μέρες ή μερικούς μήνες, για να μείνω στις πιο απλές περιπτώσεις.

Κάποιος που θα τιμωρηθεί βαρύτερα για βαρύ έγκλημα, ξέρει ότι η ποινή θα εκτελεσθεί στο σύνολό της. Η αναστολή εκτέλεσης έχει πάρα πολλές προϋποθέσεις.

Οι Σκανδιναβοί δεν γεννιούνται πιο ήπιοι, πιο ανεκτικοί και πιο ευγενικοί από τους Έλληνες. Απλώς έχουν κατοχυρώσει στο κοινωνικό τους συμβόλαιο, αλλά και ως βασικό στοιχείο της παιδείας που λαμβάνουν, ότι οφείλουν να σέβονται τους νόμους και, μέσω αυτών, να σέβονται τους συνανθρώπους τους και το κράτος τους. Και αυτό το τηρούν ή αναγκάζονται να το τηρήσουν. Εκεί, αποδέχονται τη Δημοκρατία και τα μέσα που αυτή χρησιμοποιεί για την προστασία της και την προστασία των πολιτών.

Πιστεύω ότι είναι η ώρα δούμε από την αρχή τη δικαιϊκή οργάνωση της χώρας μας, όσον αφορά τους ποινικούς κανόνες. Η δουλειά της Αστυνομίας, έστω και αυτής του ανεκδιήγητου κ. Τόσκα, έρχεται μετά. Και στο τέλος η απόδοση της Δικαιοσύνης. Όσο δεν διορθώνουμε τη βάση, απλώς θα ματαιοπονούμε, μεμφόμενοι πότε την Αστυνομία για ανικανότητα και πότε τη Δικαιοσύνη για ατιμωρησία. Και κάθε τόσο θα βρίσκουμε λόγους να εκδίδουμε οργισμένες ανακοινώσεις για την καταδίκη της βίας ή τη συμπαράστασή μας στα θύματα.

 

 

 

 

 

 

 

Τα ψευδή αξιώματα οδηγούν σε λανθασμένα θεωρήματα – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολλάκη στη “ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ”, Δευτέρα 14 Μαΐου 2018

Τα ψευδή αξιώματα οδηγούν σε λανθασμένα θεωρήματα – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολλάκη στη “ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ”, Δευτέρα 14 Μαΐου 2018

Στη Μαθηματική Επιστήμη υπάρχει ένα παραδεκτό σύνολο αξιωμάτων, βάσει των οποίων θεμελιώνουμε εικασίες και ισχυρισμούς και στη συνέχεια αποδεικνύουμε θεωρήματα. Για όλα αυτά, η πολύ καλή γνώση της Μαθηματικής Λογικής είναι απαραίτητη προϋπόθεση. Η άγνοια αυτής οδηγεί σε «λογικά άλματα» και αυτά στη συνέχεια σε λανθασμένα συμπεράσματα. Στα «λογικά άλματα» βασίζεται ο λαϊκισμός, η ψευδής πληροφόρηση και η προσπάθεια παραπλάνησης του πολίτη.

Αρχίζοντας από το 2016, γινόμαστε θεατές ενός παιγνίου εκ μέρους ορισμένων διανοουμένων και πολιτικών, που στόχο έχει να μας πείσει ότι ο Προοδευτικός και Μεταρρυθμιστικός ή Σοσιαλδημοκρατικός Χώρος πρέπει, λόγω συγγένειας, όπως ισχυρίζονται, να συμπορευτεί και συνεργαστεί με τον ΣΥΡΙΖΑ σε ένα μέτωπο εναντίον της Δεξιάς και του Συντηρητισμού. Οι προτροπές τους βασίζονται στα «αξιώματα» ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι (1) δημοκρατικό κόμμα και (2) προοδευτικό και μεταρρυθμιστικό κίνημα.

Οφείλουμε να δεχθούμε ότι η πατρότητα αυτού ανήκει στον Γ. Α. Παπανδρέου, ο οποίος το 2008 πρότεινε την έναρξη διαλόγου ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς αποτέλεσμα, αφού η πρόταση απορρίφθηκε από τον αριστερό και ριζοσπαστικό ΣΥΡΙΖΑ. Το 2015 τη σκυτάλη πήρε ο πρόεδρος του FEPS (Ομοσπονδία Ευρωπαϊκών Προοδευτικών Σπουδών) Μάσσιμο Ντ’ Αλέμα, προκειμένου να αυξήσει την δύναμη και το κύρος του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και επανέλαβε το 2017  ο Γ. Α. Παπανδρέου, όταν δήλωσε δημοσίως ότι προϋπόθεση συμμετοχής του ΚΙΔΗΣΟ στο εγχείρημα ενοποίησης της Κεντροαριστεράς ήταν η διαβεβαίωση εκ μέρους της Φ. Γεννηματά ότι δεν θα υπάρξει κυβερνητική συνεργασία με την ΝΔ. Αποτέλεσμα, όμως, αυτού θα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ να συμμετάσχει de facto στην μεθεπόμενη κυβέρνηση.

Ιδιαίτερα όμως τις τελευταίες εβδομάδες γινόμαστε μάρτυρες μιας καταιγιστικής προσπάθειας να πείσουν τους πολίτες ότι ο Δημοκρατικός, Προοδευτικός και Μεταρρυθμιστικός Πόλος πρέπει να συγκροτηθεί σε συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛΛ. Και εδώ έχουμε το μεγάλο «λογικό άλμα», το οποίο εάν γίνεται ηθελημένα και με σκοπιμότητα, μεταφράζεται ως προσπάθεια εξαπάτησης των δημοκρατικών πολιτών. Εάν, όμως, πρόκειται περί άγνοιας τόσο των κανόνων της μαθηματικής λογικής όσο και της υλοποιημένης πλέον πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, τότε πρόκειται περί ηλιθιότητας και ανικανότητας. Διότι το συμπέρασμά τους «πρέπει να συνεργαστεί το ΚΙΝΑΛΛ με τον ΣΥΡΙΖΑ σε ένα προοδευτικό και δημοκρατικό μέτωπο ενάντια στην συντήρηση», βασίζεται σε λανθασμένα αξιώματα. Πολύ απλά, διότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι δημοκρατικό κόμμα, αλλά και προοδευτικό κίνημα. Η απόδειξη αυτού του ισχυρισμού έχει παρουσιαστεί από πολλούς και κατ’ επανάληψη σε σειρά άρθρων από το 2015 έως σήμερα και δεν χρήζουν επανάληψης. Αρχίζοντας από την πλήρη αποδόμηση του εκπαιδευτικού συστήματος, τον εξοβελισμό της αξιολόγησης και της αξιοκρατίας, την προσπάθεια ελέγχου της ελεύθερης διακίνησης της πληροφορίας, την χυδαία επίθεση και κατασυκοφάντηση κάθε πολιτικού αντιπάλου, θεωρούμενου ως επικίνδυνου για τα συμφέροντα του ΣΥΡΙΖΑ, την παρεχόμενη προστασία σε κάθε περιθωριακή ομάδα με αντικοινωνική συμπεριφορά, το βόλεμα κάθε συγγενικού, φιλικού και κομματικού προσώπου στο Δημόσιο, την πρόκριση της επιδοματικής πολιτικής αντί προσέλκυσης νέων παραγωγικών επενδύσεων για τη δημιουργία θέσεων εργασίας, την προσπάθεια υπεράσπισης δικτατορικών καθεστώτων τύπου Μαδούρο, και τόσα άλλα. Τέλος, ας το πάρουν απόφαση. Η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ και στα στελέχη του δεν επιθυμούν, δεν μπορούν και δεν χωρούν στα στενά (για αυτούς) περιθώρια μιας αστικής δημοκρατίας. Δεν μπορούν και δεν επιθυμούν να ενστερνιστούν τις αξίες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού. Υποκρίνονται ότι τις ενστερνίζονται μόνον όταν αισθάνονται ότι βρίσκονται σε δυσχερή θέση. Και αυτό, προκειμένου να ανακτήσουν και πάλι δυνάμεις και να συνεχίσουν την πορεία τους για την πάση θυσία διατήρηση της εξουσίας.

Κατά συνέπεια, το Κίνημα Αλλαγής, ομάδες, κινήσεις και προσωπικότητες του Προοδευτικού Χώρου έχουν δύο απολύτως διακριτές επιλογές:

Η πρώτη είναι να ταυτιστούν ή να συνεργαστούν με τον ΣΥΡΙΖΑ στη βάση του αναχρονιστικού αντιδεξιού συνδρόμου και να επανέλθουν στην πολιτική σκηνή με τα πολιτικά χαρακτηριστικά του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ.

Η δεύτερη επιλογή είναι να στηλιτεύσουν την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, που έχει τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε ανωτέρω, να δηλώσουν απερίφραστα ότι η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ έχει συντελέσει τα μάλλα στο να χαρακτηρίζεται ως ένα κόμμα, που δεν πιστεύει στις αρχές τις αστικής, ευρωπαϊκής δημοκρατίας, δεν πιστεύει στην πρόοδο και στον εκσυγχρονισμό της κοινωνίας και απεχθάνεται την αριστεία, την αξιολόγηση και την αξιοκρατία. Να αντιληφθούν ότι η ηγεσία και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ θέλουν να τους απορροφήσουν και να τους γελοιοποιήσουν, όπως έπραξαν με έναν πρώην πρόεδρο της ΔΗΜΑΡ, που τον τοποθέτησαν υπό τον ακροδεξιό εθνικιστή πρόεδρο των ΑΝΕΛ. Και να δηλώσουν ότι πολιτικός και στρατηγικός αντίπαλος είναι και θα είναι ο λαϊκισμός, η ταύτιση Κράτους και Κόμματος, η αναξιοκρατία, η ισοπέδωση των αξιών και η χρήση του ψεύδους για την εξυπηρέτηση των κομματικών μελών. Τέλος, να αποδεχθούν ότι στο χώρο της Κεντροαριστεράς υπάρχουν δύο κόσμοι, που ακολουθούν αποκλίνουσες πορείες. Η μία εκπροσωπείται από τους νοσταλγούς του αντιδεξιού συνδρόμου και της συντήρησης της πολιτικής, που έφερε τη χώρα στην σημερινή άθλια κατάσταση. Την άλλη εκπροσωπούν όλοι οι άλλοι. Οι πρώτοι μοιραία θα ενταχθούν στον ΣΥΡΙΖΑ, ψάχνοντας μια εκλόγιμη θέση βουλευτή, ευρωβουλευτή, δημάρχου ή στελέχους υπουργείου. Οι άλλοι ας προσπαθήσουν ακόμη μία φορά. Η ηγεσία του ΚΙΝΑΛΛ βρίσκεται στο σταυροδρόμι. Ας επιλέξει τώρα. Αύριο θα είναι αργά.

Τα γεγονότα και τα ήθη απαιτούν συμπόρευση για εθνικό σκοπό. Τα κόμματα μετά. – Άρθρο του Μιχάλη Καλφίδη στη “ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ,” Πέμπτη 10 Μαΐου 2018

Τα γεγονότα και τα ήθη απαιτούν συμπόρευση για εθνικό σκοπό. Τα κόμματα μετά. – Άρθρο του Μιχάλη Καλφίδη στη “ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ,” Πέμπτη 10 Μαΐου 2018

Τον τελευταίο καιρό παρακολουθούμε σημαντικά γεγονότα να εναλλάσσονται με κινηματογραφική ταχύτητα και, πριν προλάβουμε να τα συνειδητοποιήσουμε και να τα αναλύσουμε, να υποχωρούν ή να εξαφανίζονται εντελώς από την επικαιρότητα!

Τα εθνικά μας θέματα, το Μακεδονικό και τα συλλαλητήρια, η επίσκεψη Ερντογάν και οι προκλήσεις των γειτόνων μας, τα κοιτάσματα της Μεσογείου και τα γεωπολιτικά συμφέροντα, το άσυλο των 8 Τούρκων στρατιωτικών και η σύλληψη των δύο στρατιωτών μας, τα νέα κύματα προσφύγων και η κατάσταση στα ελληνικά νησιά και στον Έβρο.

Τα σοβαρά θέματα της οικονομίας μας, οι επενδύσεις και η ανάπτυξη που δεν έρχονται, η ολοκλήρωση του τρίτου μνημονίου με «καθαρή έξοδο» ή με επιτήρηση, οι ελπίδες για τη νέα τουριστική περίοδο που ξεκινά και ταυτόχρονα η ανησυχία για τυχόν θερμό επεισόδιο.

Τα σκάνδαλα και η ποινικοποίηση της πολιτικής, οι πωλήσεις βλημάτων στη Σαουδική Αραβία, το σκάνδαλο της Novartis, τα επιδόματα των υπουργών και ο αναγκαστικός μίνι ανασχηματισμός, η διγλωσσία των κυβερνητικών εταίρων, η αναθεώρηση του Συντάγματος, η απλή αναλογική και η κατάτμηση της Β’ εκλογικής περιφέρειας της Αθήνας.

Η καθημερινότητα των πολιτών, η τρομοκρατία των άκρων και οι καταστροφές στην Αθήνα, οι άδειες Κουφοντίνα και ο Ρουβίκωνας, τα κόκκινα δάνεια και οι πλειστηριασμοί, το πλούσιο αστυνομικό δελτίο, ο νόμος Παρασκευόπουλου και η άγρια εγκληματικότητα, το ξεκαθάρισμα των νονών της νύχτας και τα θλιβερά γεγονότα στον χώρο του ποδόσφαιρου.

Και ο χορός των γεγονότων συνεχίζεται!

Πώς, όμως, αντιμετωπίζουμε ως χώρα αυτά τα κρίσιμα θέματα που καθορίζουν τις ζωές μας και το μέλλον της πατρίδας μας; Η αίσθηση που έχουμε είναι ότι δεν ελέγχουμε τις εξελίξεις, ότι σερνόμαστε πίσω από αυτές, ότι γίνονται συνεχόμενα λάθη από τους πολιτειακούς παράγοντες και ότι η κυβέρνηση νοιάζεται μόνο για τη συνοχή της, για την εικόνα της και για την παραμονή της στην εξουσία για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο διάστημα.

Δυστυχώς οι πολίτες είναι απογοητευμένοι από τη σημερινή κατάσταση, ενώ ούτε και οι ψηφοφόροι της σημερινής κυβέρνηση είναι αισιόδοξοι. Κλίμα απαισιοδοξίας και μοιρολατρίας έχει σκεπάσει όλη την κοινωνία. Ίσως μόνο στα εθνικά θέματα ξυπνάει μέσα μας το πατριωτικό αίσθημα που η κυβέρνηση σπεύδει να το ταυτίσει με τα ακροδεξιά στοιχεία.

Οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ανέλαβαν ως νέοι και άφθαρτοι, με τις ηθικές αξίες της Αριστεράς, να αλλάξουν τη χώρα. Κέρδισαν τις εκλογές με τεράστια ψέματα και πολλές φορές εξωθεσμικές πρακτικές, με ψευτοκινήματα, με τραμπουκισμούς, με κάλυψη όλων των διαμαρτυρομένων συντεχνιών. Αποδείχθηκαν η πιο λαϊκιστική αντιπολίτευση, εκείνη που είπε τα πιο τερατώδη ψέματα από κάθε προηγούμενη. Και πορεύονται με ηθικές αξίες που γίνονται θρύψαλα σε κάθε ευκαιρία, με κορυφαία εκτροπή τον μη σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή όπως στους νεκρούς της Marfin, τις κρεμάλες των μνημονιακών, την ανοχή στην δράση τρομοκρατικών ομάδων.  Αλλά και ως κυβέρνηση δεν ωρίμασαν, δεν «σοσιαλδημοκρατικοποιήθηκαν» όπως κάποιοι τελευταία επιχειρηματολογούν, χαϊδεύοντας τον ΣΥΡΙΖΑ. Συνεχίζουν να συμπεριφέρονται με θρασύτητα, μαγκιές, προσωπικές επιθέσεις, πολιτικές διώξεις χωρίς σοβαρά στοιχεία. Συνεχίζουν να προκαλούν τον διχασμό και την πόλωση. Πρόσφατα ο πρωθυπουργός στην κοινοβουλευτική του ομάδα καταφέρθηκε κατά του «μαύρου μετώπου» των Σαμαρά-Βενιζέλου, των ΜΜΕ που τον αντιπολιτεύονται, των επιχειρηματιών που δεν είναι της επιρροής του. Πόσο προπαγανδιστικές είναι αυτές οι αναφορές όταν οι φιλοκυβερνητικές εφημερίδες είναι οι εκπρόσωποι του αυριανισμού σήμερα… Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ απέδειξε τρία χρόνια τώρα ότι δεν είναι μόνο αδύναμη και ανίκανη, αλλά και επικίνδυνη για τον τόπο.

Στο ΠΑΣΟΚ και στη ΝΔ χρεώνονται δικαιολογημένα οι αμαρτίες του παρελθόντος που μας οδήγησαν στην στρεβλή ανάπτυξη του κράτους, στην οικονομική κρίση, στην περιπέτεια των μνημονίων. Και εκεί υπάρχουν όμως διαφοροποιήσεις. Ήταν άλλος ο Καραμανλής της ΕΡΕ και άλλος ο Καραμανλής μετά τη μεταπολίτευση. Άλλος ο Παπανδρέου πριν και μετά το Χέρφιλντ. Δεν εκτιμήθηκε σωστά ο ρεαλισμός του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Η δημιουργική περίοδος του Κώστα Σημίτη δεν είχε καμία σχέση με την καταστροφική περίοδο του Κώστα Καραμανλή. Και βέβαια στα δύο αυτά μεγάλα μεταπολιτευτικά κόμματα πιστώνονται η αναπτυξιακή και ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, η εμβάθυνση της δημοκρατίας και η δημιουργία σύγχρονων ευρωπαϊκών θεσμών, η ώριμη και σταθερή σχέση με τους συμμάχους μας και η σχετική ασφάλεια που είχαμε στην εξωτερική μας πολιτική. Σημαντική ήταν η στάση που τα δύο αυτά κόμματα επέδειξαν μπροστά στην καταστροφή, πέρασαν σε φάση ωριμότητας και συνεργάστηκαν μεταξύ τους. Ο Σαμαράς, ο οποίος ευθύνεται όμως για το αντιμνημονιακό μέτωπο, και κυρίως ο Βενιζέλος που παραμέρισε τις όποιες φιλοδοξίες του, πέτυχαν την πρώτη κυβέρνηση συνεργασίας στη χώρα μεταπολιτευτικά. Είχε προηγηθεί και ωριμάσει νωρίτερα η σχέση των δύο κομμάτων στον νόμο Διαμαντοπούλου για την παιδεία και η κυβέρνηση συνεργασίας υπό τον Λουκά Παπαδήμο. Θλιβερή και προδοτική η στάση της «αριστερής» ΔΗΜΑΡ του Φώτη Κουβέλη, οδήγησε την χώρα στην περιπέτεια που ξεκίνησε το 2015.

Στο πολιτικό σκηνικό, οι ελπίδες για τη δημιουργία του ενιαίου κεντρώου προοδευτικού πόλου έχουν διαψευστεί. Οι περιφερόμενοι Ραγκούσηδες ήδη έχουν αποφασίσει πού θα ακουμπήσουν, οι Θεοδωράκηδες αναθεωρώντας τις ιδρυτικές τους αρχές φροντίζουν να εξασφαλίσουν την παρουσία τους στην επόμενη βουλή και οι ΓΑΠικοί ετοιμάζονται για το δικό τους comeback.

Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά; Επειδή τελευταία γίνεται μεγάλη συζήτηση για τις συνεργασίες μεταξύ των κομμάτων. Ποιοι θα πάνε με ποιους, τι θα γίνει μετά τις επόμενες εκλογές, θα είναι καλό η ΝΔ να έχει αυτοδυναμία, θα ηττηθεί άραγε κατά κράτος ο ΣΥΡΙΖΑ και ο τρόπος με τον οποίο πολιτεύθηκε, θα πάρει το ΚΙΝΑΛ αξιοπρεπές ποσοστό, ποιος θα ηγηθεί στον χώρο της κεντροαριστεράς; Τα ερωτήματα είναι πολλά.

Μέσα σε όλα αυτά, ένα είναι βέβαιο: ότι η χώρα μόνο με συνεργασίες μπορεί να κυβερνηθεί πια, είτε το πρώτο κόμμα έχει αυτοδυναμία είτε όχι -και μάλιστα με μεγάλες συναινέσεις. Και, βέβαια, η χώρα χρειάζεται και σοβαρές αντιπολιτεύσεις. Οι κυβερνώντες και οι αντιπολιτευόμενοι που θα προκύψουν μετά τις εκλογές, αφού αποτυπωθεί η νωπή βούληση των πολιτών, θα πρέπει να κρατήσουν εθνικά υπεύθυνη στάση.

Πώς θα συμβεί αυτό; Η κοινωνία σήμερα είναι διχασμένη. Οι πολίτες είναι ανάμεσα στα ναι και στα όχι, στα συλλαλητήρια και στις ακτιβιστικές δράσεις, στα γήπεδα όπου «η Ελλάδα αναστενάζει». Είναι γεγονός ότι το πολιτιστικό μας επίπεδο ως χώρας έχει υποστεί καθίζηση και ότι πολλά από τα δεινά μας οφείλονται σε αυτό. Έχουν μειωθεί δραματικά οι πνευματικοί άνθρωποι που παρεμβαίνουν δημόσια, το επιστημονικό δυναμικό της χώρας φεύγει από αυτήν αλλά και όταν κληθεί να βοηθήσει υφίσταται τον εναγκαλισμό των πονηρών πολιτικών (βλ. την πρόσφατη περίπτωση Σ. Κριμιζή, παλαιότερη την εκδίωξη των 15 μελών συμβουλίων των ΑΕΙ).

Στο σημερινό πολιτικό σκηνικό μία μόνο εξέλιξη μπορεί να είναι εφικτή και να δώσει ρεαλιστική προοπτική!  Η ΝΔ είναι προφανές ότι θα είναι το πρώτο κόμμα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δηλώσει ότι θα επιδιώξει ευρύτατες συναινέσεις. Οφείλει, όμως, γρήγορα να πείσει για αυτό και να καλέσει τους πολίτες που δεν είναι και δεν θα γίνουν ΝΔ σε κοινή πορεία με εθνικό σκοπό: την αναγκαία ανόρθωση της χώρας. Το στοίχημα του δεν είναι κομματικό, στη φάση αυτή είναι εθνικό. Το κομματικό συμφέρον έρχεται μετά. Ελπίζω βέβαια ότι θα καταφέρει να ελέγξει το κόμμα του και μακάρι το λαϊκίστικό του κομμάτι να αυτονομηθεί.

Όσο για τον ΣΥΡΙΖΑ, όλα δείχνουν ότι δεν μπορεί να αλλάξει. Θα είναι και πάλι μια κακιά αντιπολίτευση και γι΄ αυτό πρέπει να ηττηθεί κατά κράτος. Το ΚΙΝΑΛ πρέπει να στραφεί προς τη συγκρότηση μιας κυβέρνησης ενός μεγάλου φιλοευρωπαϊκού μετώπου και να σταματήσει να αλληθωρίζει προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι θέσεις του, εφόσον υπάρξουν, θα το κάνουν να ξεχωρίσει από τη ΝΔ, αλλιώς δεν θα έχει κανέναν λόγο ύπαρξης παρά μόνο για να κρατήσουν τις καρέκλες τους τα ηγετικά του στελέχη.

Ιδανικά θα θέλαμε να γεννηθεί το καινούργιο, το νέο προοδευτικό και ευρωπαϊκό κόμμα που θα παίξει ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις. Ένα κόμμα που  θα συνενώσει όλες τις υγιείς δυνάμεις που σήμερα παραμένουν στο περιθώριο και μπορεί να είναι μειοψηφία αλλά δεν είναι καθόλου λίγες.

Όμως στη δημοκρατία μόνον οι πολίτες μπορούν να κάνουν την αλλαγή, να δώσουν την προοπτική για να πάμε μπροστά. Είναι ώρα να πάρουμε τις τύχες στα χέρια μας. Είναι τόσο σοβαρά τα πράγματα στην χώρα μας που ίσως οι προσεχείς εκλογές είναι η τελευταία ευκαιρία πριν υποστούμε μη αναστρέψιμες καταστροφικές συνέπειες ή, χειρότερα, πριν βιώσουμε κάποιον εθνικό ακρωτηριασμό!

 

Περί σοσιαλδημοκρατίας και άλλων  δαιμονίων – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στην εφημερίδα “ΤΟ ΒΗΜΑ”, Κυριακή 29 Απριλίου 2018

Περί σοσιαλδημοκρατίας και άλλων δαιμονίων – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στην εφημερίδα “ΤΟ ΒΗΜΑ”, Κυριακή 29 Απριλίου 2018

Παλαιότερα, το αγαπημένο θέμα κάποιων ήταν το «φύλο των αγγέλων». Τώρα, κάποιοι άλλοι ασχολούνται με το αν ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα!

Και «δωσ’ του και οι καρβουνιάρηδες» που λέει κι ο Διονύσης Σαββόπουλος.

Αυτός είναι ένας ωραίος, αλλά δεν ξέρω πόσο αποτελεσματικός, τρόπος να αλλάξουμε τη βασική συζήτηση και να αποφύγουμε το εξ αυτής προκύπτον σημαντικό ερώτημα: Είναι μια καλή ή μια κακή –χείριστη κατά πολλούς- η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ; Πρέπει να φύγει, όσο γίνεται πιο γρήγορα ή όχι αυτή η κυβέρνηση;

Ο τρόπος, λοιπόν, να αποφύγει κάποιος αυτή τα ερωτήματα, είναι να τα μεταφέρει στο πεδίο μιας, περίπου μεταφυσικής, συζήτησης για το εάν ο ΣΥΡΙΖΑ σταδιακά «σοσιαλδημοκρατικοποιείται»!

Λες και αυτό είναι το θέμα που απασχολεί τους εκατοντάδες χιλιάδες ανέργους, ιδιαίτερα τους νέους που είτε αναγκάζονται να ξενιτευτούν είτε να μείνουν και να παλέψουν εδώ. Τους ελεύθερους επαγγελματίες που όσο και να το προσπαθούν, είναι αδύνατο να τα καταφέρουν με τη ληστρική φοροεπιδρομή των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Τους επιχειρηματίες που είδαν ξαφνικά τις τράπεζες να κλείνουν και αυτοί να οδηγούνται στην οικονομική ασφυξία και την εξόντωση. Τους αγρότες που οι καταθλιπτικές φοροασφαλιστικές επιβαρύνσεις τούς οδηγούν να θεωρούν μάταιη κάθε σοβαρή ενασχόληση με την παραγωγή. Τους φοιτητές που βλέπουν τις σπουδές τους να υποβαθμίζονται διαρκώς και τα Πανεπιστήμια να μετατρέπονται σε χώρους βίας και ορμητήρια εγκληματικότητας. Τους ασθενείς που αναγκάζονται να κουβαλάνε μαζί τους στα νοσοκομεία, ακόμη και τα στοιχειώδη, για τη νοσηλεία τους. Τους πολίτες που αισθάνονται απολύτως ανασφαλείς μπροστά στην εγκληματικότητα που πολλαπλασιάζεται και τους πνίγει. Που βλέπουν τους θεσμούς να δοκιμάζονται και να υπονομεύονται σκληρά, κυρίως τη Δικαιοσύνη. Και όλοι μαζί, να αγωνιούμε για την εθνική ακεραιότητα της Πατρίδας μας που μετατράπηκε σε ξέφραγο αμπέλι, επειδή σε μια περίοδο όξυνσης των εθνικών μας θεμάτων, στο τιμόνι της βρίσκονται οι πλέον ανίκανοι και επικίνδυνοι κυβερνήτες.

Όμως, ας κάνουμε το χατίρι στους παλαιότερους καθώς και στους όψιμους υπερασπιστές της άποψης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ «σοσιαλδημοκρατικοπιείται» και «εκσυγχρονίζεται» και να δεχτούμε, προσώρας, ότι έχουν δίκιο.

Αν συμβαίνει αυτή η εξέλιξη (ούτε ως σενάριο επιστημονικής φαντασίας μπορούμε να το δεχτούμε, αλλά για τις ανάγκες του διαλόγου), αυτή καθιστά ξαφνικά τον ΣΥΡΙΖΑ μια καλή κυβέρνηση, χρήσιμη για τη χώρα και το λαό;

Υπάρχει κάτι στη λειτουργία της χώρας, σε οποιοδήποτε επίπεδο που ο ΣΥΡΙΖΑ θα άξιζε την υποστήριξή μας; Και αν ναι, πιο; Οι θεωρητικοί αναλυτές καλό θα ήταν να απαντήσουν σ’ αυτό και όχι να αναλίσκονται σε απόψεις, που μπορούν να οδηγήσουν σε ατέρμονες συζητήσεις, για την «παλιά» και «νέα» σοσιαλδημοκρατία και να ξεχάσουμε έτσι τα βασικά ζητούμενα για τη χώρα.

Αν λοιπόν κάποιοι, όπως εγώ και πολλοί ακόμη, πιστεύουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η χείριστη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης, που μόνο δεινά επισώρευσε και συσσωρεύει στη χώρα, τότε γιατί δεν πρέπει να συγκροτηθεί ένα ισχυρό κίνημα από δυνάμεις και πολίτες που αρνούνται τον διχασμό και την οπισθοδρόμηση; Ένα κίνημα Εθνικής αφύπνισης, από όλους αυτούς που επιθυμούν να αποκτήσει η χώρα ικανότητα θεσμικής λειτουργίας, τέτοιας που μπορεί να ησυχάσει και να ενώσει την κοινωνία και να πετύχει την πολυπόθητη ανάπτυξη; Γιατί πρέπει να μείνουμε απαθείς, ως λάτρεις ενός δήθεν πολιτικού «καθωσπρεπισμού» όταν γύρω μας όλα γκρεμίζονται και δεν διαφαίνεται καμία προοπτική ανάταξης; Γιατί να μη διεκδικήσουμε το πολιτικά αυτονόητο και το εθνικά αναγκαίο που είναι η απαλλαγή από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και μια νέα διακυβέρνηση στη βάση της δημοκρατικής λειτουργίας των θεσμών, της εθνικής ασφάλειας, της παραγωγής και της δικαιοσύνης.

Στην πραγματικότητα, όλη αυτή η συζήτηση περί «πολιτικής εξημέρωσης» και «σοσιαλδημοκρατικοποίησης» του ΣΥΡΙΖΑ, αφορά μόνον αυτούς που ψάχνουν δικαιολογίες να μετατραπούν σε πολιτικούς του ακολούθους. Δικαίωμά τους. Όμως, ας μη ψάχνουν και για άλλα κορόιδα να τους κάνουν παρέα.

 

 

Το Μέτωπο της Αλήθειας και της Δημοκρατίας είναι αναπόφευκτο κα Γεννηματά – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολάκη στη ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, Τετάρτη 25 Απριλίου 2018

Το Μέτωπο της Αλήθειας και της Δημοκρατίας είναι αναπόφευκτο κα Γεννηματά – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολάκη στη ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, Τετάρτη 25 Απριλίου 2018

Είναι κανόνας χωρίς εξαιρέσεις το γεγονός ότι τις πολιτικές καταρτίζουν, προγραμματίζουν και υλοποιούν άνθρωποι. Αυτές δεν εμφυτεύονται σε μια κοινωνία από εξωγενείς παράγοντες, αλλά και δεν ξεριζώνονται από παρόμοιες. Μέλη ή ομάδες μιας κοινωνίας οργανώνουν πολιτικές και κάποιες άλλες τις αλλάζουν. Θυμάμαι προ μηνών κάποιον φίλο και συνάδελφο να προσπαθεί να με πείσει ότι οι διενέξεις στο Πολυτεχνείο έληξαν και όλοι πλέον προχωρούν ενωμένοι με τον ίδιο στόχο. Του απάντησα τότε ότι αυτό είναι μία μεγάλη ουτοπία, αφού σε μία μεγάλη ή μικρή κοινωνία πάντα θα υπάρχουν μέλη της που επιδιώκουν και στοχεύουν στην αριστεία και στην ευγενή άμιλλα, αλλά και μέλη της που πορεύονται με γνώμονα την ήσσονα προσπάθεια.

Αφορμή μου δόθηκε, όταν προσφάτως διάβασα την ομιλία της προέδρου του Κινήματος Αλλαγής (ΚΙΝΑΛΛ) στην διορισμένη Κεντρική Επιτροπή. Μεταξύ άλλων είπε η κα Γεννηματά: «Δεν είναι τυχαίο ότι στο όνομα της απαλλαγής από τον ΣΥΡΙΖΑ, μας καλεί η ηγεσία της Δεξιάς σε ένα δήθεν «μέτωπο δημοκρατίας» για να φύγει η κυβέρνηση και να προστατευτούν οι θεσμοί. Στο όνομα δε της προοδευτικής διακυβέρνησης μας καλεί η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα δήθεν «προοδευτικό» μέτωπο απέναντι στη συντήρηση. . . . . . . Οι λαϊκο-μετωπικές συγκρούσεις είναι εντελώς ξένες με την παράδοση και τη διαδρομή της προοδευτικής δημοκρατικής παράταξης. Γιατί επιβάλλουν βαθιές διαχωριστικές γραμμές όχι μόνο σε επίπεδο ηγεσίας και κομμάτων αλλά στον ίδιο τον ελληνικό λαό. Διασπούν αυτό που από παλιά ονομάζαμε εθνική λαϊκή ενότητα. . . . . Τα μέτωπα και οι μετωπικές συγκρούσεις είναι πολύ μακριά από τη λογική και τις αρχές της δικής μας παράταξης».

Θεωρώ ουτοπία τη δήλωση αυτή ή υπεκφυγή στη χειρότερη εκδοχή της. Η κατάσταση, στην οποία βρίσκεται σήμερα η χώρα είναι τέτοια, ώστε χρειάζεται άμεσα ένα Δημοκρατικό και Μεταρρυθμιστικό Μέτωπο, το οποίο θα χαρακτηρίζεται από:
1. την εμμονή και πίστη του στους δημοκρατικούς θεσμούς και στο Σύνταγμα,
2. την πίστη του στο Κράτος Δικαίου και στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης από τις άλλες εξουσίες,
3. στην πίστη του στο διαχωρισμό Κράτους και κομμάτων,
4. την απέχθειά του στον λαϊκισμό και στην χειραγώγηση των πολιτών με χρήση του ψεύδους και της εξαπάτησης,
5. την επιμονή του στην άμεση μεταρρύθμιση όλου του φάσματος του Εκπαιδευτικού Συστήματος, βάσει των εκθέσεων του ΟΟΣΑ από το 2012 έως σήμερα (Education at a glance of OECD), της πρόσφατης έκθεσης του ΟΟΣΑ, της μελέτης της Ε.Τ.Ε. το 2017, των μεταρρυθμιστικών νόμων της περιόδου 2010-2012 και άλλων μελετών, οι οποίες έμεινα στα συρτάρια του υπουργείου παιδείας, λόγω διστακτικότητας των επόμενων κυβερνήσεων,
6. την μεταρρυθμιστική του ικανότητα να προβεί σε εκσυγχρονισμό, μέσω αναθεώρησης, του Συντάγματος και της επιμονής του να προβεί σε μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό, στο φορολογικό και στο ασφαλιστικό σύστημα, προκειμένου αυτά να τεθούν επί νέων, υγιών και ελκυστικών βάσεων, και τέλος
7. τη διάθεσή του να ενημερώσει λεπτομερώς τους πολίτες για το ιστορικό των εθνικών θεμάτων, αλλά και τις διακυβεύσεις, που θα έχει η χώρα σε περίπτωση διαιώνισης των εκκρεμοτήτων, όπως είναι το Μακεδονικό, το Κυπριακό και οι σχέσεις μας με την Τουρκία. Στη συνέχεια δε να προτείνει και να τολμήσει να λύσει αυτά τα χρόνια προβλήματα, που καθημερινά τραυματίζουν και πληγώνουν τη χώρα μας. Και μάλιστα με δική μας ευθύνη πολλές φορές.

Ένα τέτοιο μέτωπο δεν στρέφεται κατά της λαϊκής ενότητας. Αντιθέτως, την ενισχύει και πολλαπλασιάζει εκείνους τους πολίτες, που θα προσχωρήσουν σε αυτό, όταν δουν και πεισθούν ότι μία τέτοια πορεία είναι δυνατή και έχει υλοποιήσιμους στόχους, που θα μας βγάλουν από το αδιέξοδο, στο οποίο μας έχει οδηγήσει το ψεύδος, η αποφυγή της αλήθειας, ο λαϊκισμός και η πολιτική της ήσσονος προσπάθειας. Αυτό προσπαθεί, εν μέσω αντίξοων συνθηκών, να πράξει ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Αυτό οφείλει να επιδιώξει και ο προοδευτικός χώρος, στην προκειμένη περίπτωση το ΚΙΝΑΛΛ. Να καταστρώσει δηλαδή ένα τολμηρό και ξεκάθαρο σχέδιο – πρόγραμμα με τα χαρακτηριστικά, που περιγράφονται ανωτέρω. Είναι βέβαιο ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα θα δυσαρεστήσει αρκετούς. ¨Όπως, όμως, είναι βέβαιο ότι θα προσελκύσει, θα αναθαρρήσει και θα δώσει ελπίδα σε περισσότερους. Και να πει ξεκάθαρα:

Ναι, θα υπάρξει Μέτωπο της Αλήθειας.
Ναι, θα υπάρξει Μέτωπο Πάταξης του Λαϊκισμού.
Ναι, θα υπάρξει Μέτωπο, που θα βάλει τη χώρα άμεσα στο δρόμο της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης.
Ναι, θα υπάρξει Μέτωπο Εκσυγχρονισμού της Δημόσιας Ζωής και Μεταρρύθμισης του Κράτους.
Ναι, θα τολμήσουμε να σχηματίσουμε ένα Μέτωπο Προστασίας της Δημοκρατίας και των Θεσμών, ενάντια στο μέτωπο της χυδαιότητας, της βλακείας, της αδεξιότητας, της κατασπατάλησης δημόσιων πόρων, της κατάληψης του Κράτους, της ανασφάλειας και της ανοχής της βίας, εφ’ όσον προέρχεται από «τα δικά τους παιδιά», του εκχυδαϊσμού του δημόσιου βίου και της επιβολής της φιλοσοφίας της ήσσονος προσπάθειας.

Τότε θα είμαστε και εμείς μαζί τους. Διότι η ουδετερότητα, που προσπαθεί να επιβάλλει η κα Γεννηματά με τη θεωρία των ίσων αποστάσεων, δυσαρεστεί τόσο εκείνους που επιμένουν και προσβλέπουν στην ένταξη του ΚΙΝΑΛΛ στο Μέτωπο της Χυδαιότητας και του Λαϊκισμού (δείτε ΣΥΡΙΖΑ) όσο και εκείνους, που προσβλέπουν στο Δημοκρατικό και Εκσυγχρονιστικό Μέτωπο της Αλήθειας, της Προστασίας των Θεσμών και της Πάταξης του Λαϊκισμού. Ουδείς μπορεί να πατά σε δύο βάρκες, διότι νομοτελειακά θα πάθει ανεπανόρθωτη ζημία. Εδώ και τώρα η κα Γεννηματά οφείλει να ξεκαθαρίσει με ποιους θα πορευτεί και ποιους θα αφήσει πίσω της. Μέχρι σήμερα βέβαια φαίνεται ότι έχει επιλέξει την (κατά την ταπεινή γνώμη μου) λανθασμένη πορεία. Ας γνωρίζει, όμως, ότι εμείς (και δεν είμαστε αμελητέα ποσότητα και ποιότητα) έχουμε ήδη επιλέξει τον άλλο δρόμο και την καλούμε να μας ακολουθήσει. Οι άλλοι ας πάνε στον ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή στο μέτωπο του λαϊκισμού, του ψεύδους, της αντιμεταρρύθμισης και της εξαπάτησης των πολιτών, όπου και ανήκουν ψυχικά.

Διχασμός και συναίνεση – Άρθρο της Άννας Διαμαντοπούλου στην εφημερίδα “ΤΟ ΒΗΜΑ”, Κυριακή 15 Απριλίου 2018

Διχασμός και συναίνεση – Άρθρο της Άννας Διαμαντοπούλου στην εφημερίδα “ΤΟ ΒΗΜΑ”, Κυριακή 15 Απριλίου 2018

Οι επόμενες εθνικές εκλογές συνοδεύονται από τον φόβο της πολιτικής αστάθειας για την επόμενη ημέρα. Προεδρική εκλογή, απλή αναλογική, όξυνση της κρίσης με την Τουρκία, είναι μερικά από τα στοιχεία που ωθούν στην ανάγκη προετοιμασίας συναινέσεων. Η χώρα μας, δυστυχώς, δεν έχει αντίστοιχη εμπειρία και κουλτούρα. Και γι’ αυτό είναι καλό να μελετηθούν κάποια δείγματα συναίνεσης του μεταπολιτευτικού μας παρελθόντος (ακόμη και στην κρίση), από τα οποία μπορούμε να αντλήσουμε διδάγματα.
Έστω και με δυσκολίες, καταφέρναμε να έχουμε κοινή γραμμή στα εθνικά θέματα, στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό – που κάποιες στιγμές στη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ διακυβεύτηκε -, στη διακομματική στήριξη του Μνημονίου το 2015 και πετύχαμε ευρύτατη κοινοβουλευτική συναίνεση στην Παιδεία το 2011.
Η συναίνεση δεν είναι ένα κομματικό παίγνιο με το βλέμμα στην εξουσία. Είναι μια σύνθετη πολιτική διαδικασία που απαιτεί σαφή στόχο, εσωτερική προετοιμασία των κομμάτων, τεκμηρίωση για το εθνικό όφελος, θεσμικό διάλογο, κυβερνώσα δύναμη ικανή να σεβαστεί τους άλλους, να συμβιβαστεί, όπως και όλοι οι συμμετέχοντες, και εν τέλει να οδηγήσει σε συμφωνία. Ολα αυτά δηλαδή στα οποία η πολιτική και η πρακτική του ΣΥΡΙΖΑ είναι αντίθετη μιας και έχει επιλέξει την πόλωση και τον διχασμό.
Με αφορμή την πρόταση του ΚΙΝΑΛ για την αναθεώρηση του Συντάγματος, η απάντηση του Π/Θ δεν αφορούσε την ουσία της πρότασης, αλλά θεωρήθηκε ως ευκαιρία να μιλήσει για «Προοδευτική Αναθεώρηση» και «Προοδευτική συμμαχία».
Ο ΣΥΡΙΖΑ, που θεωρεί εαυτόν προοδευτικό, και το ΚΙΝΑΛ, που ανήκει στα προοδευτικά κόμματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, θα συνεργαστούν με τελικό σκοπό την ενοποίησή τους. Ο νέος δικομματισμός θα αποτελείται από τον διευρυμένο και δήθεν «σοσιαλδημοκρατικοποιημένο» ΣΥΡΙΖΑ και τη «νεοφιλελεύθερη  Δεξιά». Καλώς ήρθατε στο 1981!
Μόνο που ο κόσμος έχει αλλάξει προ πολλού. Κόμματα, νέα και παλιά, αλλάζουν τις πολιτικές, τους στόχους, τα εργαλεία, τη ρητορική τους. Οι σοσιαλδημοκράτες αυτοαποκαλούνται προοδευτικοί και τα δεξιά κόμματα αυτοαποκαλούνται λαϊκά, ενώ οι διαφορές τους, δυσδιάκριτες πια, εντοπίζονται στο Προσφυγικό και στις κοινωνικές μειονότητες. Τα κυρίαρχα κόμματα από τη δεκαετία του ’80 στον δυτικό κόσμο έχουν διαφορετικό παρελθόν, κοινό παρόν και άδηλο μέλλον. Νέα κόμματα αριστερού ή εθνικιστικού λαϊκισμού ξεφυτρώνουν παντού. Η ατζέντα για δουλειά, παραγωγή, συμμετοχή, δικαιοσύνη καθορίζει τον 21ο αιώνα και η Σοσιαλδημοκρατία σήμερα δεν έχει τη δική της θαυματουργή απάντηση όπως στο παρελθόν. Η αναφορά στη Σοσιαλδημοκρατία η οποία στην Ελλάδα θα αναστηθεί με την ένωση ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ είναι ένα βολικό και εύληπτο αφήγημα που όμως αφορά τον προηγούμενο αιώνα.

Τι κόμμα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ

Ας δούμε, όμως, ακόμη και με αυτή την ανάλυση, τι κόμμα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ με βάση τη ρητορική του και την εφαρμοσμένη πολιτική του.
Α. Ο,τι ονόμαζε νεοφιλελεύθερο το υλοποιεί πλήρως: ιδιωτικοποιεί ασυνάρτητα στρατηγικούς τομείς της οικονομίας, ρευστοποιεί χωρίς εξαιρέσεις όλη τη δημόσια περιουσία, απελευθερώνει πλήρως τις εργασιακές σχέσεις, ανοίγει τις αγορές υπηρεσιών και προϊόντων.
Β. Ταυτίζεται με τα φιλελεύθερα ευρωπαϊκά κόμματα σε θέματα κοινωνικών μειονοτήτων και με τα αριστερά κόμματα στο Προσφυγικό.
Γ. Ταυτίζεται με τα λαϊκιστικά κόμματα της Λατινικής Αμερικής όσον αφορά τις θεσμικές λειτουργίες και τον εξισωτισμό. Δηλαδή άλωση των θεσμών, άρνηση νομιμοποίησης των πολιτικών αντιπάλων, ανοχή στη βία, ισοπεδωτική πολιτική στην παιδεία, επιδόματα φτώχειας αντί για πολιτικές εργασίας, έλεγχο των ΜΜΕ, καλλιέργεια του διχασμού.
Δ. Ταυτίζεται με τις χειρότερες διαχρονικές παθογένειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος, δηλαδή το πελατειακό – παρασιτικό σύστημα μέσα από την ιδιοποίηση του κράτους.

Με ποια λοιπόν συγκεκριμένα στοιχεία τοποθετείται ο ΣΥΡΙΖΑ στα σημερινά προοδευτικά κόμματα της Ευρώπης; Οι ενδιαφερόμενοι απαντούν ότι είναι προοδευτικό κόμμα επειδή συμμορφώνεται αδιαμαρτύρητα με τις οδηγίες της τρόικας!

Πόσοι μπορούν να αποδεχθούν το παραπάνω αφήγημα; Ελάχιστοι προφανώς.
Η επιβολή μια τέτοιας προοδευτικής ταυτότητας σημαίνει ότι στην πολιτική σκηνή σήμερα κυριαρχούν η ιδεολογική στρέβλωση και ο πολιτικός μεταμορφισμός.

Ζητούμενο η εθνική και ηθική αφύπνιση

Ετσι νομιμοποιείται κάθε συκοφαντία, σκευωρία και βία εναντίον των αντιπάλων, ορίζεται ως κεντρικό αφήγημα η απειλή εσωτερικών ή εξωτερικών εχθρών και επιβάλλεται ακραίος πολιτικός διχασμός.

Με δικαιολογία την αποτυχία και διαφθορά των προηγούμενων, μπορείς να καταστρέψεις την οικονομία, τους θεσμούς, τις εξωτερικές σχέσεις της χώρας και να διχάσεις τον λαό.

Οταν καταλάβεις την εξουσία τότε μπορείς να αλλάξεις ταυτότητα, να μιλήσεις για αυταπάτες και να απευθυνθείς κατά περίπτωση σε όσους εξευτέλισες, ζητώντας συναίνεση για το καλό της πατρίδας.
Αυτή η αντίληψη πρέπει να πολεμηθεί και να ηττηθεί ολοκληρωτικά.

Το ζητούμενο είναι η εθνική και ηθική αφύπνιση που θα οδηγήσει στην εθνική ανόρθωση: στην εξωτερική και εσωτερική ασφάλεια, την παραγωγή, τους θεσμούς, την παιδεία, μέσα από την υπέρβαση του διχασμού και την ενότητα που βασίζεται στην αλήθεια.

Η χώρα έχει ανάγκη από εθνικό στόχο που θα ορίσει σε ποια μεριά του χάρτη θα βρίσκεται στην επόμενη πενταετία των τεραστίων αλλαγών της τεχνητής νοημοσύνης, των γεωπολιτικών και κλιματικών μεταβολών και των νέων δημογραφικών δεδομένων.

Αυτός ο στόχος θα μπορέσει να ξαναδώσει ελπίδα στους 500.000 νέους που έφυγαν και στη νέα γενιά που έμεινε να παλέψει εδώ. Αυτούς τους νέους Ελληνες δεν τους νοιάζει πλέον ποιος θα πάει με ποιον αλλά πού θα πάει η χώρα και μετά με ποιον.

Και αυτό μπορεί να απαντηθεί μόνο όταν δημιουργικά πρόσωπα κατ’ αρχάς, και πολιτικά κόμματα (μικρά ή μεγάλα) κατά δεύτερον επανιδρύσουν το πολιτικό σύστημα και δεν αρκεστούν στην πεπατημένη. Το ζητούμενο δεν είναι απλά τα πλειοψηφικά αθροίσματα στη Βουλή, αλλά ηγεσίες που θα απαντήσουν στο ιστορικό δίλημμα που διαμορφώνεται μπροστά μας: εθνικός αφανισμός ή εθνική αναγέννηση. Αυτές οι ηγεσίες μπορούν να δημιουργήσουν πλειοψηφικά ρεύματα. Τέτοιες ηγεσίες μπορούν να εμπνεύσουν και να συσπειρώσουν στον στόχο μιας ισχυρής Ελλάδας με σταθερούς συμμάχους σε αυτόν τον συναρπαστικό και απειλητικό κόσμο που εξελίσσεται γύρω μας. Σε αυτή την ατζέντα η συναίνεση θα γεννήσει σταθερότητα και ευημερία.