Ο νόμος Γαβρόγλου, η «ακαδημαϊκότητα», οι «ανάγκες των φοιτητών» και οι εγκληματικές ευθύνες της Αριστεράς – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολάκη στο ESOS.gr, Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Ο νόμος Γαβρόγλου, η «ακαδημαϊκότητα», οι «ανάγκες των φοιτητών» και οι εγκληματικές ευθύνες της Αριστεράς – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολάκη στο ESOS.gr, Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Σήμερα δεν θα αναφερθώ στην οριστική καταστροφή, που επέφερε στην Ανώτατη Εκπαίδευση ο πρόσφατος νόμος Γαβρόγλου. Εξ άλλου πριν από την ψήφιση του νόμου πολλοί είχαμε τοποθετηθεί και σχολιάσει τα άρθρα, που καταργούσαν την αυτοτέλεια των πανεπιστημίων, κατέστρεφαν κάθε δημιουργική πρωτοβουλία του παρελθόντος, προέβαλαν την εσωστρέφεια, τον κρατισμό και την απέχθεια στην σύνδεση των ιδρυμάτων με την επιχειρηματικότητα, καταργούσαν την αξιοκρατία και την αξιολόγηση και επανέφεραν την ασυδοσία των κομματικών νεολαιών και την ανομία εγκληματικών ομάδων στους πανεπιστημιακούς χώρους.

Έτσι, μετά την αδρανοποίηση και αλλοίωση διατάξεων του νόμου Διαμαντοπούλου από τους προηγούμενους υπουργούς (ενδεικτικά αναφέρω την υπουργική απόφαση Γ.Υ.27/22-9-2014, βάσει της οποίας για τη διαγραφή φοιτητή, που είχε υπερβεί το χρονικό όριο φοίτησης, απαιτείτο αίτηση του φοιτητή!!!), ήρθε ο νόμος Γαβρόγλου να θέσει την ταφόπλακα στον μόνο νόμο (4009/2011), που ήταν απότοκο μιας πολύ μακράς διαβούλευσης, ψηφίστηκε από 255 βουλευτές και έφερε την ακαδημαϊκότητα και την αξιοκρατία στο Ελληνικό πανεπιστήμιο.

Αφορμή για την παρούσα παρέμβασή μου είναι η κατάληψη, δηλαδή η παύση λειτουργίας της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών & Μηχανικών Υπολογιστών του Πολυτεχνείου Κρήτης από τον φοιτητικό σύλλογο, δηλαδή από μία μερίδα συνδικαλιστών. Ο λόγος είναι η απαίτηση να δοθεί μία επιπλέον εξεταστική περίοδος (εκτός εκείνων του Ιανουαρίου και του Σεπτεμβρίου), η «εμβόλιμη όπως την αποκαλούν, διότι το ζητούμενο είναι . . . να περνούν τα μαθήματα. Αυτή η τρίτη εξεταστική περίοδος είχε δοθεί το 2015 από τον υπουργό Α. Μπαλτά, ενώ ο νόμος Γαβρόγλου το αφήνει στη διακριτική ευχέρεια των σχολών, παίζοντας το ρόλο του Πόντιου Πιλάτου και αφήνοντας ορθάνοιχτο παράθυρο σε παράλογες απαιτήσεις.

Αντιγράφω ένα πολύ ενδιαφέρον, αλλά απογοητευτικό, απόσπασμα από την πρόσφατη ανακοίνωση του φοιτητικού συλλόγου, η οποία διέπεται από τη φιλοσοφία της ήσσονος προσπάθειας, με την οποία δηλητηριάζουν την κοινωνία και η οποία αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της εξουσίας της σημερινής Αριστεράς: «Το μόνο που τελικά “ενδιαφέρει” έναν προπτυχιακό φοιτητή είναι να περνάει μαθήματα, λαμβάνοντας ή μη τη βασικότατη γνώση.

Μέσα σε όλα αυτά, η χαμηλή κρατική χρηματοδότηση οδηγεί το τμήμα σε αναζήτηση εξωτερικών πόρων. Συνεπώς, δίνεται έμφαση σε συγκεκριμένους τομείς του αντικειμένου, οι οποίοι καλύπτουν τις ανάγκες των χρηματοδοτών, αντί των φοιτητών, καθορίζοντας έτσι την έρευνα προς όφελός τους. Η αυξανόμενη έμφαση που δίνεται στην εμπορική εκμετάλλευση των ερευνητικών αποτελεσμάτων βρίσκεται σε απόλυτη δυσαρμονία με τις θεμελιώδεις αρχές της ακαδημαϊκότητας . . . Βαρεθήκαμε να ακούμε περί ακαδημαϊκότητας, την ώρα που λειτουργούμε σαφώς αντιακαδημαϊκά. Να μας δοθεί η εμβόλιμη εξεταστική σε όλα τα μαθήματα . . . ».

Από την ανακοίνωση αντιλαμβανόμαστε ότι, μετά από μία μακρά οικονομική, πολιτισμική, κοινωνική κρίση, ορισμένους τους ενδιαφέρει όχι η απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων, ώστε να ενταχθούν στην άκρως ανταγωνιστική (παγκόσμια πλέον) αγορά εργασίας, αλλά η απόκτηση του «χαρτιού». Επιπλέον, η κρίση δεν δίδαξε μία μεγάλη μερίδα πολιτών για την αναγκαιότητα σύνδεσης του πανεπιστημίου με την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών και την αδήριτη ανάγκη απόκτησης δεξιοτήτων και επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων, ώστε οι νέοι επιστήμονες και τεχνικοί να είναι πανέτοιμοι να εισέλθουν στο στίβο της ζωής. Όταν τη δεκαετία του 1990 χώρες της Βόρειας Ευρώπης βρέθηκαν σε δεινή οικονομική θέση, αποφάσισαν να ρίξουν όλο το βάρος τους στο θέμα της Παιδείας, ώστε να προετοιμάσουν τις επόμενες γενιές για την ανταγωνιστικότητα στην παγκόσμια κοινωνία. Και το πέτυχαν. Εμείς, αντιθέτως, ασχολούμαστε με τον έλεγχο των ΜΜΕ, την κυβερνητική προπαγάνδα, το «Μακεδονικό» και την Novartis.

Όλα αυτά δεν έρχονται τυχαία. Αποτελούν το καταστάλαγμα μιας στοχευμένης πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών εκ μέρους της Αριστεράς στο σύνολό της. Μερικοί από εμάς είχαμε τότε την αφέλεια να νομίζουμε ότι με την έλευση του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία θα αντιλαμβανόντουσαν το άτοπο των θέσεών τους. Έγραφα στις 18/11/2014 σε άρθρο μου στην Athensvoice με τίτλο «Σχόλια επί των θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ για το Εκπαιδευτικό Σύστημα»: «Όσον αφορά στις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, και εφ’ όσον κάποια στιγμή κληθεί να κυβερνήσει, θα βρεθεί μπροστά στην αμείλικτη πραγματικότητα να απεμπολήσει τις αντιφατικές και προχειρογραμμένες θέσεις του και να διαπιστώσει ότι για λόγους οικονομικούς, εκπαιδευτικούς, ακαδημαϊκούς και κοινωνικούς είναι αδύνατη έως άκρως επικίνδυνη η υλοποίηση πολλών εξ αυτών». Μεγίστη αφέλεια, όπως απεδείχθη.

Η σημερινή κυβέρνηση, όπως έχει κατ’ επανάληψη αποδείξει, αδιαφορεί για την ποιότητα των σπουδών, για την απόκτηση γνώσεων, δεξιοτήτων και εμπειριών εκ μέρους των φοιτητών, οι οποίες θα τους συνδέσουν με την αγορά εργασίας. Μόνο ενδιαφέρον της είναι η λειτουργία των πανεπιστημίων ως χώρων παραγωγής κομματικών στελεχών, που, λόγω ανεπάρκειας κριτικής σκέψης, θα υποτάσσονται στην καθοδήγηση του «κόμματος».

Έτσι, μετά την κατάργηση των διδάκτρων σε ανταγωνιστικά επαγγελματικά Μεταπτυχιακά Προγράμματα Σπουδών και τα εμπόδια που θέτουν για την μη υλοποίησή τους, την επαναφορά της ασυλίας στους παρανομούντες εντός των ιδρυμάτων και την κατάργηση του χρονικού ορίου φοίτησης, επανέρχεται στο προσκήνιο η μετατροπή των ιδρυμάτων σε εξεταστικά κέντρα. Εξ άλλου, μας είχαν προϊδεάσει για τις προθέσεις τους από το 2014 τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ με τις θέσεις του όσο και οι Γ. Σπαθής και Κ. Γαβρόγλου με άρθρα τους στην ΑΥΓΗ. Ιδιαίτερα ο τελευταίος με εκείνη την κραυγή αγωνίας και θλίψης για την μεγάλη αποδοχή της οποίας έτυχε ο νόμος Διαμαντοπούλου στους καθηγητές των πανεπιστημίων (δες ΑΥΓΗ 21/7/2014 «Μία σοβαρή ήττα της Αριστεράς στα Πανεπιστήμια»).

Συλλαλητήρια, η γέννηση του νέου ή η αρχή των τεράτων – Άρθρο του Μιχάλη Καλφίδη, Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2018

Συλλαλητήρια, η γέννηση του νέου ή η αρχή των τεράτων – Άρθρο του Μιχάλη Καλφίδη, Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2018

Η αριστερά και ο σοσιαλισμός ήταν μια ουτοπία της νεότητάς μας. Ξεκινήσαμε ως μεταπολιτευτική γενιά με πολύ σοσιαλισμό, σιγά-σιγά κάναμε περικοπές, συμβιβασμούς, κλείσαμε τα μάτια μπροστά στο προσωπικό συμφέρον, κατεβάσαμε τις σοσιαλιστικές σημαίες, ξεκρεμάσαμε ήρωες και αφίσες από τους τοίχους και χτίσαμε τις ζωές μας μέσα στον “καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο” -και με πολλά δανεικά.

Η ελληνική  πελατειακή και, κυρίως, κρατικιστική δεξιά, παγκόσμιας πρωτοτυπίας, απείχε πολύ από ένα σύγχρονο συντηρητικό ευρωπαϊκό κόμμα  και κυβέρνησε ως αναποτελεσματικό ΠΑΣΟΚ με ακόμη περισσότερα δανεικά.

Η εκλογή Μητσοτάκη δεν μετάλλαξε το DNA της δεξιάς παράταξης που προσπαθεί να αλλάξει χωρίς την παραμικρή αυτοκριτική για τη μέχρι σήμερα διαδρομή της και τις ευθύνες της.
Ο εκσυγχρονισμός, παρότι έβαλε τη χώρα σε σωστή τροχιά, ήταν μειοψηφία στο ΠΑΣΟΚ, αλλά και στη ΝΔ όπου εμφανίστηκε -και τελικά κυριάρχησαν οι λαϊκιστικές δυνάμεις και τον σημάδεψαν τα διεφθαρμένα πρόσωπα.

Ύστερα ήρθαν η κατάρρευση και η Αριστερά. Η Αριστερά ως η απόλυτη χίμαιρα, το τέλειο ψέμα. Σε μια γενιά, η ουτοπία έγινε χίλια κομμάτια που σκορπίστηκαν γύρω μας και μας πληγώνουν. Η κυβερνώσα “πρώτη φορά” αριστερά ήταν η προδοσία της ωριμότητάς μας.

Οι πρόσφατες εξελίξεις στο «Κίνημα Αλλαγής» επιβεβαίωσαν ότι το ΠΑΣΟΚ του προηγούμενου αιώνα θα ήθελε να «είναι εδώ, ενωμένο δυνατό». Με τη διαφορά ότι το ΠΑΣΟΚ του προηγούμενου αιώνα εξέφραζε την εποχή, έπιανε το εθνικό αίσθημα και είχε μια ισχυρή ταυτότητα, της έστω “αλά γκρέκα” σοσιαλδημοκρατίας. Σήμερα το Κίνημα Αλλαγής ως ομοσπονδία με βασικό κορμό το ΠΑΣΟΚ και guest star τον Σταύρο Θεοδωράκη ως άτομο, είναι ένας χώρος χωρίς ταυτότητα, ο χρήσιμος τρίτος!

Απογοήτευση! Παντού υπερισχύουν οι προσωπικές επιλογές, ενώ αριστερές και δεξιές εθνικολαϊκιστικές δυνάμεις αποδεικνύονται νικήτριες προς δικό τους όφελος αλλά σε βάρος της χώρας!

Τα συλλαλητήρια της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας στέλνουν ένα βαθύτερο μήνυμα πέρα από το προφανές θέμα της Μακεδονίας. Ένα μήνυμα αντίδρασης των πολιτών ενάντια στα υπάρχοντα κόμματα που δεν τα εμπιστεύονται να λύσουν το εθνικό μας θέμα. Τα συλλαλητήρια αυτά είναι ταυτόχρονα οι πρώτες μαζικές διαμαρτυρίες εναντίον της Κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Το εθνικό θέμα γίνεται αφορμή για συλλογική αντίδραση και τα πολιτικά “πιστεύω” των Ελλήνων βγαίνουν από τις γραμμές τους και ανακατεύονται.

Το ΝΑΙ και το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος του 2015 συνυπάρχουν στις συγκεντρώσεις, ενώ τα ακραία στοιχεία, και από τις δυο πλευρές, παρότι μειοψηφία, βρίσκουν την ευκαιρία να προβληθούν.

Μπορεί το εθνικό συναίσθημα να χαριστεί σε ένα κόμμα ; ΟΧΙ

Μπορεί το αίσθημα κοινωνικής δικαιοσύνης να χαριστεί σε ένα κόμμα; ΟΧΙ

Μπορεί να καταλογιστεί στο πολιτικό σύστημα ανικανότητα διαχείρισης των δύο παραπάνω; ΝΑΙ

Μέρα με τη μέρα δημιουργούνται οι συνθήκες για την γέννηση ενός νέου χώρου μακριά από τον “λαϊκισμό που δεν συνομιλεί με την λογική” και μακριά από “τον ρηχό εκσυγχρονισμό που δεν συνομιλεί με το λαϊκό αίσθημα”.

Ενός νέου πολιτικού χώρου που θα βάλει την ατζέντα του 21ου αιώνα και που ελπίζω να είναι από τον χώρο του Προοδευτικού Κέντρου, γιατί υπό παρόμοιες ρευστές συνθήκες γεννιούνται και τα … Τέρατα!
Υ.Γ. Δεν πήγα σε κανένα συλλαλητήριο αλλά είναι πολιτική αλαζονεία να αγνοείς ή να υποτιμάς τον κόσμο που πήγε, πόσο μάλλον να τον χαρίζεις στα άκρα.

 

Το μακεδονικό ζήτημα: η συγκυρία και ο κυβερνήτης – Άρθρο της Άννας Διαμαντοπούλου στην “ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ”, Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2018

Το μακεδονικό ζήτημα: η συγκυρία και ο κυβερνήτης – Άρθρο της Άννας Διαμαντοπούλου στην “ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ”, Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2018

 Η σημερινή συγκυρία για την επίλυση του μακεδονικού ζητήματος είναι ιστορικά η πλέον θετική. Αναφέρω ενδεικτικά ορισμένους λόγους:

1. Υπάρχει πίεση και άμεσο συμφέρον από τους ισχυρούς του δυτικού κόσμου να αναχαιτίσουν την επιρροή της Ρωσίας στα Δυτικά Βαλκάνια, στα οποία συνυπάρχουν η ένταση μεταξύ Κοσόβου και Σερβίας, οι αναταραχές στους αλβανικούς πληθυσμούς, η δραστηριοποίηση ακραίων ισλαμιστικών στοιχείων και η αύξηση της διεθνούς φύσεως εγκληματικότητας.

2. Στη γειτονική μας χώρα εξελέγη ύστερα από πολλά χρόνια μια κυβέρνηση έτοιμη και πρόθυμη να προχωρήσει στην επίλυση του ζητήματος σε συνεργασία με τον διεθνή παράγοντα και την ελληνική κυβέρνηση.

3. Στην Ελλάδα μετά 25 χρόνια κομματικών περιπετειών, η συντριπτική πλειονότητα των κομμάτων της Βουλής έχει αποδεχθεί ως βάση τη σύνθετη ονομασία με ταυτόχρονα πολιτική αποτροπή του αλυτρωτισμού (εθνότητα, γλώσσα κ.λπ.) με πολιτειακά θεσμικό τρόπο.

Σημαντικά ζητήματα παραμένουν η μη προετοιμασία της κοινής γνώμης και η κατανόηση της έννοιας του εθνικού συμφέροντος και όχι απλά της διακήρυξης του εθνικού δικαίου. Σε κάθε ιστορική συγκυρία η ευθύνη ανήκει στον κυβερνήτη – πρωθυπουργό της χώρας. Αυτός, έχοντας συναίσθηση του εθνικού συμφέροντος, όπως αυτό προκύπτει από την επίλυση ενός εθνικού εκκρεμούς ζητήματος, έχει την ευθύνη να διαμορφώσει την πολιτική που το υπηρετεί. Να συγκροτήσει δηλαδή εθνικό αφήγημα, να επιτύχει τις μεγαλύτερες δυνατές συμμαχίες και να ενημερώσει τον λαό. Ας φανταστούμε, λοιπόν, πώς θα ήμασταν σήμερα αν ο κυβερνήτης οργάνωνε με τον άλλο τρόπο τη διαχείριση του ζητήματος:

Ας σκεφτούμε τον πρωθυπουργό να απευθύνει διάγγελμα για το μακεδονικό ζήτημα στην αρχή της διαπραγμάτευσης, με στόχο την εθνική συσπείρωση όλων των κομμάτων. Δηλαδή να αποτίσει φόρο τιμής στον Ανδρέα Παπανδρέου και στο ΠΑΣΟΚ για την ενδιάμεση συμφωνία του 1995, η οποία έδωσε το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούμαστε σήμερα, να αποτίσει φόρο τιμής στον Κώστα Καραμανλή και στη Ν.Δ. για την εθνική συνεννόηση που επετεύχθη πριν από το Βουκουρέστι το 2008 και αποτελεί πολιτικό κεκτημένο. Σε αυτό το πνεύμα να καλούσε αμέσως τους αρχηγούς των κομμάτων να παρουσιάσει τα εθνικά δεδομένα και την αρχική θέση διαπραγμάτευσης του υπουργείου Εξωτερικών. Να οργάνωνε μία ομάδα με εκπροσώπους-εμπειρογνώμονες όλων των αρχηγών των κομμάτων, η οποία θα παρακολουθούσε και θα ενημερωνόταν για τις εξελίξεις. Και βέβαια, να επένδυε την ικανότητα της επικοινωνιακής ομάδας του Μαξίμου στην παρουσίαση ενός βίντεο για τα εθνικά οφέλη από την επίλυση του ζητήματος, αναδεικνύοντας την ανάγκη εθνικής λαϊκής ενότητας. Αντί για όλα τα παραπάνω, στα οποία πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να αντισταθούν οι πολιτικοί αρχηγοί, έκανε ακριβώς τα αντίθετα.

Απαξίωσε και επιτέθηκε από την πρώτη στιγμή στο «παλαιό» πολιτικό σύστημα και φυσικά στους ηγέτες του, θεωρώντας τους υπευθύνους για τη δημιουργία του προβλήματος. Δημιούργησε, λοιπόν, με το καλημέρα σας στα κόμματα την ανάγκη άμυνας απέναντι στο δικό τους κεκτημένο και στους ψηφοφόρους τους. Εβαλε αμέσως μπροστά ένα σχέδιο αλλαγής του πολιτικού σκηνικού, θεωρώντας το μακεδονικό ζήτημα ως καταλύτη ρευστοποίησης των υπαρχόντων κομματικών σχηματισμών. Το σχέδιο και προπαγανδίζεται από τα συγκεκριμένα μέσα και παρουσιάστηκε από τον πρόεδρο της Βουλής. Ο σχεδιασμός ήταν πολλαπλός: η διάσπαση της Ν.Δ., ο εγκλωβισμός του Κινήματος Αλλαγής ως μεσοπρόθεσμο σχέδιο για την επόμενη διακυβέρνηση, η σταδιακή απομάκρυνση από τους ΑΝΕΛ και βέβαια η επικοινωνιακή υποβάθμιση των κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων της αξιολόγησης (πλειστηριασμοί κ.λπ.).

Ετσι φτάσαμε σήμερα η συζήτηση για το εθνικό διακύβευμα να έχει εξελιχθεί σε μια κομματική μάχη όλων εναντίον όλων για το διακύβευμα των εκλογών. Η δε ιδεολογικοποίηση της δημόσιας συζήτησης σε λαϊκιστές – εθνικιστές και εκσυγχρονιστές, σε δεξιούς και αριστερούς, σε βόρειους και νότιους δημιουργεί και πάλι τον κίνδυνο ενός νέου διχασμού, ο οποίος αναδιατάσσει τις δυνάμεις του ΝΑΙ και του ΟΧΙ (κάτι που δεν είχε προβλέψει ο αρχικός σχεδιασμός) και βέβαια επαναφέρει τον κίνδυνο πολιτικής αστάθειας. Πριν από χρόνια όσοι μιλούσαν για τον κίνδυνο «παρασιτικής κατάρρευσης» της χώρας έμπαιναν στο περιθώριο. Η κατάρρευση επήλθε!

Ας σκεφτούμε καλά πως υπάρχουν έντονες ανησυχίες για εθνική κατάρρευση μέσω απόπειρας ενός εθνικού ακρωτηριασμού. Ο κίνδυνος δεν είναι από τον αδύναμο Βορρά όπου τα ζητήματα πρέπει να επιλυθούν, αλλά από την Ανατολή. Ας σκεφτούμε όλοι καλά τι σημαίνει για την Ελλάδα σ’ αυτή την περίοδο εθνικό μέτωπο διασπασμένο και λαός διχασμένος και ο κυβερνήτης ας αναλογιστεί την ιστορική του ευθύνη.

Κυβερνητικός τυχοδιωκτισμός και εθνική στρατηγική – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στον “ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ”, Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2018

Κυβερνητικός τυχοδιωκτισμός και εθνική στρατηγική – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στον “ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ”, Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2018

Είναι πράγματι ευκαιρία και, κυρίως, ανάγκη στα πλαίσια μιας ευρύτερης εθνικής στρατηγικής, να λυθεί το πρόβλημα με τα Σκόπια. Υπάρχουν από καιρό άλλες επείγουσες εθνικές προτεραιότητες. Εμφανίζονται και πάλι άμεσοι κίνδυνοι εξ Ανατολών και καλό θα ήταν να έκλειναν ανοιχτά μέτωπα με προωθητικούς, εθνικά επωφελείς συμβιβασμούς. Συμβιβασμούς οι οποίοι θα περιλαμβάνουν ρητές, Πολιτειακού επιπέδου, διασφαλίσεις ότι δεν θα γίνουν εργαλεία αλυτρωτικών διεκδικήσεων σε βάρος των εθνικών μας συμφερόντων.

Όμως, εδώ ακριβώς εντοπίζεται το μείζον θέμα της πολιτικής διαχείρισης του προβλήματος από την κυβέρνηση του κ. Τσίπρα. Η συζήτηση και οι ενέργειες για την λύση του εθνικού προβλήματος, εκφράζουν, με ανάγλυφο τρόπο, τις διαχρονικές παθογένειες άσκησης της ελληνικής εθνικής στρατηγικής: κομματική ιδιοτέλεια, ιδεολογικοποίηση των διαφορών και αφόρητη προχειρότητα.

Η σημερινή κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, διεκδικεί τον τίτλο του  αυθεντικότερου εκπροσώπου, αυτής της εθνικής κακοδαιμονίας.

Πρώτον, σχεδίασε την επίλυση του ζητήματος συνδυάζοντάς την με την αναδιάταξη και ανατροπή του πολιτικού σκηνικού προς ίδιον όφελος. Οι στόχοι πολλαπλοί: αποσταθεροποίηση και διάσπαση της ΝΔ με τη δημιουργία εθνικιστικού-μακεδονικού κόμματος, σύγχυση και προσεταιρισμός του Κινήματος Αλλαγής, που εμφανίζει ήδη, διαλυτικού χαρακτήρα, αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις στο εσωτερικό του, με ταυτόχρονη αποστασιοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ από τους ΑΝΕΛ.

Είναι προφανές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει να κερδίσει και πάλι την εξουσία, αντικαθιστώντας το ακροδεξιό πολιτικό του σύμμαχο με τον κεντροαριστερό, επενδύοντας στο σχέδιο, της μελλοντικής μεγάλης κεντροαριστερής διακυβέρνησης, το οποίο ήδη υπηρετούν πολλοί.

Πρόκειται για την αποθέωση της τυχοδιωκτικής επιδίωξης κομματικού οφέλους –μιας επιδίωξης που έχει στην αφετηρία της τη διάσπαση της  εθνικής συνοχής, της τόσο αναγκαίας για την επίλυση του εθνικού θέματος. Αυτή την εθνική ανάγκη, υπονόμευσε συστηματικά ο κ. Τσίπρας με τους τυχοδιωκτισμούς του.

Δεύτερον, η τακτική των πολιτικών συνεταίρων Τσίπρα-Καμμένου, ανέδειξε και πάλι τα γνωστά και συγχυτικά ιδεολογήματα περί δεξιάς και αριστερής, εθνικιστικής και ενδοτικής πολιτικής. Τείνει να επικρατήσει μια  ατζέντα τελείως αποπροσανατολιστική και, κυρίως, διαιρετική. Σ’ αυτήν πρωτοστατούν οι ρηχοί εκσυγχρονιστές που προσέτρεξαν να πάρουν θέση, χωρίς να αντιλαμβάνονται τι τελικά υπηρετούν και σε ποια πολιτική παγίδα έπεσαν, η εθνομηδενιστική ριζοσπαστική αριστερά, αλλά και ο κάθε ανόητος λεβεντόμαγκας που καταγγέλλει κάθε τόσο εθνικές προδοσίες.

Συνοδευτικά των παραπάνω είναι η απουσία στρατηγικής ανάλυσης και επεξεργασίας των θεμάτων και, κυρίως, η ανυπαρξία ενημέρωσης και προετοιμασίας της κοινωνίας για να στηρίξει τέτοιου βάρους προσπάθειες.

Και εδώ ακριβώς μας προέκυψαν τα συλλαλητήρια.

Αν θέλουμε να «διαβάσουμε» καλύτερα το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, θα διαπιστώσουμε ότι το πολιτικό αποτέλεσμα που παρήγαγε  δεν είναι, απλώς, η διατύπωση μιας μαξιμαλιστικής εθνικής  θέσης: ότι δηλαδή δεν θέλει ονοματολογικά  τον όρο Μακεδονία, ενώ το σύνολο, σχεδόν, του επίσημου πολιτικού συστήματος μιλάει για συμβιβασμό, με γεωγραφικό ή χρονικό προσδιορισμό.

Το πρόβλημα που αναδείχθηκε είναι βαθύτερο και αγγίζει τον πυρήνα του πολιτικού συστήματος. Η κοινωνία σε μεγάλο βαθμό αυτονομείται και εκφράζει την βαθιά της δυσπιστία για τη διαχείριση των μεγάλων εθνικών ζητημάτων από κομματικές ηγεσίες που είναι κατώτερες των περιστάσεων. Στα πλαίσια μιας εθνικής κατάθλιψης και εξελισσόμενης φτωχοποίησης, ξεσπά και αντιδρά.  Νοιώθει τις ηγεσίες, υπεύθυνες για τις οικονομικές καταρρεύσεις και φοβάται ότι επέρχονται νέες εθνικές ήττες. Βίωσε, άλλωστε, πριν λίγο καιρό, στο εθνικό υποσυνείδητο την σκαιά συμπεριφορά Ερντογάν, αλλά και θυμώνει με τους κλιμακούμενους αλβανικούς λεονταρισμούς. Όλα αυτά,  την στιγμή, που κάθε κόμμα και, ιδιαιτέρως, τα δύο κόμματα ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ που συναπαρτίζουν τη σημερινή κυβέρνηση, αντιμετωπίζουν το «Μακεδονικό» ως το εργαλείο για αλλότριες  επιδιώξεις.

Η πλειοψηφία των αντιδρώντων, είτε πήραν μέρος στο συλλαλητήριο είτε όχι, δεν έχει καμία σχέση με τα διάφορα γραφικά και περιθωριακά άκρα που συμμετείχαν σε αυτό. Ο κόσμος που βρέθηκε εκεί, προέρχονταν από όλες τις κοινωνικές και ηλικιακές κατηγορίες. Βρέθηκαν μαζί, για πρώτη φορά μετά το διχαστικό δημοψήφισμα του 2015, άνθρωποι που είχαν ψηφίσει είτε ΝΑΙ είτε ΟΧΙ, σε μια υπερβατική σύνθεση και προέρχονταν από όλο σχεδόν το φάσμα της σημερινής πολιτικής και κομματικής γεωγραφίας.

Με αφορμή, λοιπόν, την ανακυκλούμενη  εθνική διαχειριστική ανεπάρκεια, που κορυφώθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, ξαναμπαίνει  στην ατζέντα του ελληνισμού η συγκρότηση μιας σταθερής εθνικής στρατηγικής.

Το θέμα δεν είναι φιλολογικό, ούτε καν δεοντολογικό. Είναι επιτακτικά δραματικό. Η «παρασιτική οικονομική κατάρρευση» της χώρας επήλθε. Είναι ώρα να αναρωτηθούμε εάν επαπειλείται και μια εθνική κατάρρευση μέσω ενός νέου εθνικού ακρωτηριασμού.

Κάποιοι, λίγοι, το διατύπωσαν προφητικά μερικά χρόνια πριν, αλλά   κανείς δεν άκουγε. Σήμερα είναι αρκετοί σήμερα που το σιγοψιθυρίζουν,  αλλά δεν θέλουν να το σκέφτονται και το απωθούν. Η ιστορία, όμως, είναι αμείλικτη, ακόμα και με αυτούς που την έχουν τιμήσει κατ’ επανάληψη.

Ο κίνδυνος και οι φορείς του είναι ορατοί και καθημερινοί.

Τώρα  είναι η ευκαιρία, εξαιτίας της «παρασιτικής κατάρρευσης» της χώρας, να επανασχεδιάσουμε εκ θεμελίων την εθνική μας προοπτική: με στέρεο θεμέλιο την παραγωγική ανάπτυξη, να ξανακτίσουμε την εθνική αξιοπρέπεια, να ισχυροποιήσουμε την εθνική ασφάλεια και να δημιουργήσουμε μια νέα κοινωνία συνοχής και δικαιοσύνης. Αυτά είναι και τα βασικά ζητούμενα για τους Έλληνες σήμερα.

Το κλειδί για την κατάστρωση ενός τέτοιου σχεδίου είναι η σοβαρή πολιτική ηγεσία και ένα ώριμο εθνικά πολιτικό σύστημα, που θα κάνει τα παραπάνω πράξη. Όμως, αυτά τα στοιχεία απουσιάζουν. Και όσο απουσιάζουν, ο μεγάλος κίνδυνος μιας δεύτερης κατάρρευσης, πιο επώδυνης και τραυματικής είναι μπροστά μας.

 

 

Πολιτική Απόφαση Ώρας Αποφάσεων – Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

Πολιτική Απόφαση Ώρας Αποφάσεων – Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

Α. Στην πολιτική εισήγηση της Πολιτικής Γραμματείας,  τον Δεκέμβριο 2017, με σημείο αναφοράς τις εκλογικές εξελίξεις της «Νέας Προοδευτικής Παράταξης», αλλά και τις βασικές αδυναμίες Κυβέρνησης και Αντιπολίτευσης ν΄ απαντήσουν και να οργανώσουν το μεγάλο παραγωγικό ζητούμενο της χώρας, καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι βρισκόμαστε, δυστυχώς, σε πορεία αναπαλαίωσης και όχι μεταβολής του σημερινού,  αμετανόητου, πολιτικού συστήματος.

Ενδεικτικά σημειώναμε ότι : «Το πολιτικό σύστημα, συμπολιτευτικό και αντιπολιτευτικό, παραμένει αμετανόητο και συνεχίζει την παραπλανητική ψευδοπόλωση,  απέναντι σε μια κοινωνία κουρασμένη, απογοητευμένη, χαμηλών προσδοκιών και αναζητούσα πλέον, δυστυχώς, το μικρότερο κακό». Επίσης, υπογραμμίζαμε ότι  «Μιλάμε, λοιπόν, για ένα αναπαλαιωμένο πολιτικό σκηνικό που δεν αντιστοιχείται στις κοσμογονικές αλλαγές που έχουν συμβεί στην Ελλάδα της κρίσης. Φαίνεται ότι έχουμε πολύ δρόμο για την εμφάνιση ενός Νέου Πολιτικού Συστήματος, που θα ανταποκριθεί πολιτικά στις μεγάλες αυτές κοινωνικοοικονομικές αλλαγές».

Σήμερα, συνοψίζοντας στην ίδια ρότα,  μπορούμε να μιλήσουμε για την σταθεροποίηση ενός βασικού πολιτικού σκηνικού, που χαρακτηρίζεται από το κυρίαρχο δίπολο ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ και ένα ενδιάμεσο κόμμα-μπαλαντέρ, το Κίνημα Αλλαγής, για κάθε πολιτική χρήση.  Δυστυχώς, με αυτό το αναπαλαιωμένο πολιτικό  σκηνικό, βαδίζουμε για την επόμενη εθνική εκλογική αναμέτρηση.

Στην πορεία αυτή είναι ευθύνη έναντι των επομένων γενιών να ηττηθούν ο εθνολαικισμός, οι πελατειακές σχέσεις και ο αχαλίνωτος κρατισμός- φαινόμενα στα οποία πρωταγωνιστεί η υπάρχουσα κυβερνητική πλειοψηφία.

Β. Ιδιαίτερα για το Προοδευτικό Κίνημα, μέρος του οποίου αποτελεί και  η Ώρα Αποφάσεων, έχει σημασία ένας σοβαρός απολογισμός πορείας, αλλά και η ανάλυση της κατάστασής του,     ως απαραίτητος όρος για την συνέχεια  και της δικής μας πολιτικής δράσης.

Την περίοδο της εθνικής κατάρρευσης και της μνημονιακής εποπτείας, η Κεντροαριστερά, όπως αυτή ορίστηκε στη μεταπολίτευση, άλλαξε, με ραγδαίο τρόπο, πολιτική έκφραση. Από το ΠΑΣΟΚ μετατοπίστηκε στον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η αλλαγή πρέπει να αξιολογείται μονοδιάστατα . Ήταν από τη μια μεριά δικαιολογημένη, διότι απέδιδε πολιτική τιμωρία ευθύνης στο ΠΑΣΟΚ, απ’ την άλλη, όμως, η πρόσδεσή του στον ΣΥΡΙΖΑ κουβαλούσε όλες τις καταστροφικές «κεντροαριστερές»  παθογένειες, χωρίς τις αρετές του. Το αποτέλεσμα ήταν η αναπαραγωγή  της προηγούμενης τάξης πραγμάτων, του γνωστού χρεοκοπημένου παρασιτικού υποδείγματος της κρατικής και καταναλωτικής ψευδοευημερίας.

Είχαμε να κάνουμε, λοιπόν, από τη μια μ’ ένα δικαίως οργισμένο  κίνημα απέναντι στον μέχρι τότε πολιτικό του εκφραστή, το ΠΑΣΟΚ, απ’ την άλλη, όμως, είχαμε να κάνουμε με την απαράδεκτη συνέχιση του κινήματος στον λαϊκισμό της δανειακής επιδότησης, στον εθνοπαρασιτισμό των ευρωπαϊκών πακέτων , στον πελατειασμό, στον κρατισμό, στον κομματισμό, στον συντεχνιασμό, στην μετριοκρατία και άλλες μεταπολιτευτικές «κεντροαριστερές» παθογένειες, που ήρθε να καθαγιάσει, να εξωθήσει και να εκμεταλλευτεί πολιτικά ο ΣΥΡΙΖΑ, σε συνθήκες εθνικής οργής και θλίψης.

Έτσι, λοιπόν, κατά την διάρκεια της κρίσης (2010 – 2017), οι πολιτικές δυνάμεις που πίστεψαν σε μια ριζική επανατοποθέτηση, ιδεολογική, πολιτική και κομματική του προοδευτικού κινήματος, είχαν να επιτελέσουν έργο διπλό και δύσκολο . Να ανανεώσουν την χρεοκοπημένη πολιτικο-κομματική του έκφραση  και, ταυτόχρονα, να προχωρήσουν σε μια βαθιά αναθεώρηση των ιδεολογικών και στρατηγικών προσεγγίσεών του για την κοινωνία και τη χώρα. Έργο πολυεπίπεδο, που είχε να αντιμετωπίσει  δύο  αξεπέραστα, όπως αποδείχτηκε,  εμπόδια: την οπισθοδρομική αντίληψη του εναπομείναντος ΠΑΣΟΚ, αλλά και την τυχοδιωκτική –λαϊκιστική πολιτική  ΣΥΡΙΖΑ, που χειραγωγούσε το προοδευτικό κίνημα «μέσα από την κολακεία των παθών του». Ταυτόχρονα, ένα μέρος της πολιτικής του ατζέντας, υιοθετήθηκε από τον Κ. Μητσοτάκη, που όμως δεν μπόρεσε να το μετασχηματίσει σε ατζέντα του κόμματός του.

Αυτό το διπλό έργο, προσπάθησαν να υπηρετήσουν, κατ’ αρχάς μεμονωμένα και στη συνέχεια συνεργαζόμενα, κάποια εκσυγχρονιστικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ με τους γνωστούς στόχους: «Νέος Φορέας» και «Νέο Προοδευτικό Κίνημα» (μεταρρυθμισμός, εθνική αυτογνωσία, εθνικό σχέδιο, αντιπαρασιτισμός, αντικρατισμός, αντιπελατειασμός κοκ), με σοβαρές ιδεολογικές τομές, αλλά περιορισμένα πολιτικοργανωτικά αποτελέσματα. Αυτό το διπλό έργο, επωμίστηκε εξαρχής και ως ιδρυτικό, ιδεολογικό και πολιτικό φορτίο η Ώρα Αποφάσεων, θέτοντας σε πιο εξειδικευμένη βάση τους παραπάνω στόχους. Δηλαδή, την ενοποίηση του χώρου μέσα από την δημιουργία ενός Νέου Ενιαίου Προοδευτικού Κόμματος  με ταυτόχρονη, όμως, επικράτηση μιας νέας προοδευτικής φυσιογνωμίας, απαλλαγμένης από τις ξεπερασμένες ιδεολογικές και στρατηγικές αντιλήψεις, που μας οδήγησαν στην χρεοκοπία. Αυτό, που εν συντομία ορίστηκε από την Ώρα Αποφάσεων, ως το επόμενο Κύμα Προόδου ή, κατ’ άλλους, εκσυγχρονιστική ηγεμονία στον Προοδευτικό Χώρο.

Απέναντι σ’ αυτούς τους δίδυμους δύσκολους στόχους, η Ώρα Αποφάσεων, παρά τις μικρές, υποκειμενικά, δυνατότητες και τις υπολειπόμενες  πολιτικά και οργανωτικά δυνάμεις, δημιούργησε μια δυναμική κινητοποίησης και ενοποίησης του χώρου, όλο το πρώτο εξάμηνο του 2017. Η εκτίμησή μας είναι, ότι η βασική μετατόπιση της ΔΗΣΥ και, κυρίως, του ηγετικού ΠΑΣΟΚ, να προχωρήσει σε εκλογές για τον λεγόμενο Νέο Φορέα, προήλθε από την δυναμική ενοποίησης για το πολιτικά καινούργιο, που προκάλεσε η Ώρα Αποφάσεων.

Στον δεύτερο, όμως, στόχο της νέας προοδευτικής αντίληψης και πολιτικής ηγεμονίας στο χώρο, καθοριστικό ρόλο -κλειδί  έπαιξε η αποτυχία συνεννόησης του εκσυγχρονιστικού δυναμικού του χώρου. Κατ’ αντιδιαστολή  με την πάγια  τέτοια δυνατότητα που η έχει λαϊκιστική πλευρά και ειδικά αυτή του βαθέως ΠΑΣΟΚ.  Οι εκσυγχρονιστικές δυνάμεις κινήθηκαν, για άλλη μια φορά,  στο παραταξιακό ζήτημα, πολιτικά και οργανωτικά διαφοροποιημένες και διασπασμένες, ανακυκλώνοντας  το διχαστικό έλλειμμά  τους.

Κατ’ εξακολούθηση επικράτησαν,  η προσωπική και η παραγοντική επιλογή,  καθώς και η πολιτική αμφιθυμία,  με αποτέλεσμα  την ακύρωση κάθε προσπάθειας για  αυτόνομη εκσυγχρονιστική συγκρότηση του χώρου, παρά τις προσπάθειες της Ώρας Αποφάσεων ή, έστω, μιας απόπειρας  ενιαίας επιλογής για την κυριάρχηση της εκσυγχρονιστικής αντίληψης στο εκλογικό εγχείρημα του Νοεμβρίου.

Σήμερα, δύο μήνες μετά την εκλογή αρχηγού του Κινήματος Αλλαγής, διαπιστώνουμε ότι οι μεταρρυθμιστικές δυνάμεις ηττήθηκαν, ενώ επικράτησαν οι δυνάμεις της αναπαλαίωσης και της συντήρησης των αβελτηριών, που οδήγησαν τη χώρα στην κρίση. Ο στόχος της ίδρυσης ενός νέου και ενιαίου προοδευτικού και μεταρρυθμιστικού κόμματος αναβλήθηκε για άγνωστο, αυτή τη στιγμή, διάστημα.

Γ. Με βάση την παραπάνω οπτική και ανάλυση, οι δυνατότητες   σήμερα για άμεσες αυτόνομες πολιτικές παρεμβάσεις ανατροπής και μετασχηματισμού του υπάρχοντος σκηνικού παραμένουν ιδιαίτερα περιορισμένες, αν δεν υπάρξουν καταλυτικές εξελίξεις. Αντίθετα, το μετεκλογικό σκηνικό προβλέπεται ενδιαφέρον και από την άποψη της κυβερνητικής σταθερότητας, αλλά και από τις εξελίξεις που θα προκύψουν στον ενδιάμεσο προοδευτικό χώρο.

Δεν πρέπει, όμως, να αποκλείσουμε πιθανές συνεργασίες στη βάση πολιτικών και προγραμματικών συγκλίσεων, ανάλογα με τις συνθήκες που θα διαμορφωθούν από τις πολιτικές εξελίξεις.

Γι’ αυτό και στην Ώρα Αποφάσεων τίθεται κατά την γνώμη μας το υπαρξιακό δίλημμα : Κατάλυση του εγχειρήματός μας ή διατήρησή του,  έστω και σε διαφορετική βάση λειτουργίας ;

Εμείς επιμένουμε και πιστεύουμε  ότι ένας πολιτικός  τόπος, όπως η Ώρα Αποφάσεων, ακόμα και μέσα σε συνθήκες πολιτικής στασιμότητας, παραμένει αναγκαίος και χρήσιμος . Μπορούμε να συνυπάρξουμε, έστω και με προσωπικές πολιτικές στάσεις διαφοροποιημένες, γιατί μας ενώνει κάτι ευρύτερο: Η κοινή ιδεολογική προσέγγιση και η στρατηγική σύγκλιση για την πορεία της χώρας στον 21ο αιώνα με πρώτο στόχο την εθνική ανόρθωση , έξω και πέρα από τις οργανωτικές και πολιτικές αλυσίδες του παρελθόντος.

Μας ενώνει η βούληση να επεξεργαστούμε κοινές θέσεις για ένα νέο πλαίσιο λειτουργίας και συναινέσεων των κοινωνικών και παραγωγικών δυνάμεων στο νέο πεδίο της παγκοσμιοποίησης και της Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης, μέσα από τις διαφορετικές μας προσεγγίσεις. Η ανάγκη να διατυπώσουμε το εθνικό σχέδιο για την τοποθέτηση της χώρας μέσα σ αυτές τις ιστορικές εξελίξεις. Και, ταυτόχρονα, να παρασχεθεί η δυνατότητα στα μέλη μας να εκφράζονται με την υπογραφή τους χωρίς να δεσμεύουν την ταυτότητα της Ώρας Αποφάσεων, εάν κάτι δεν συγκεντρώνει συντριπτικές συναινέσεις.

Η Ώρα Αποφάσεων συγκεντρώνει πολύτιμο στελεχιακό δυναμικό και αποτελεί ένα πολιτικό κεφάλαιο μέσα σε συνθήκες πολιτικής υστέρησης της χώρας. Γι’ αυτό και προτείνουμε την συνέχιση της λειτουργίας της ως  οργανωμένης πολιτικής κίνησης με, επεξεργασία και ανταλλαγή απόψεων και θέσεων, και  ταυτόχρονα, την διατήρησή της ως πολιτικού εργαλείου προώθησης μεταρρυθμιστικών θέσεων. Η Ώρα αναλύει και παρακολουθεί τις ευρύτερες διεργασίες και  εξελίξεις, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν είτε σε οριοθετημένες συνεργασίες είτε σε αυτόνομη κάθοδο, με βασικό κριτήριο το εθνικό όφελος -δηλαδή τι χρειάζεται η χώρα και ο λαός μας, οι επόμενες γενιές του τόπου.

Είναι, πάντως, σαφές ότι το πολιτικό κενό στο χώρο των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων είναι σοβαρό και αποκτά διαστάσεις εθνικού ελλείμματος. Γι’ αυτό, η Ώρα Αποφάσεων αποσκοπεί στην κάλυψη του κενού, είτε με συνέργειες με άλλες δυνάμεις είτε με τη δική μας αυτόνομη πρωτοβουλία.

 

 

ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ

ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ

Η κυβέρνηση Τσίπρα συνάντησε στο δρόμο της την «ευκαιρία» επίλυσης του «Μακεδονικού» ζητήματος. Ευκαιρία για λόγους που αφορούν στην επαναφορά των Δυτικών Βαλκανίων ως προτεραιότητα της Δύσης (ΝΑΤΟ-ΕΕ) και άρα πίεση για την επίλυση του «Μακεδονικού», καθώς και επειδή τόσο η ΝΔ όσο και το ΠΑΣΟΚ είχαν διατυπώσει από το Βουκουρέστι τη συμφωνία τους στους βασικούς όρους που αφορούν συνολικά στο ζήτημα, κι όχι μόνο στην ονοματοδοσία.

Η επίλυση του ζητήματος είναι πρωταρχικής σημασίας για την ΠΓΔΜ και σημαντική για την Ελλάδα, ώστε να ισχυροποιηθεί ο ρόλος της χώρας μας στα Βαλκάνια και να σταματήσει μια για πάντα την σημερινή καταχρηστική χρήση του ονόματος «Μακεδονία» από πολλές χώρες-μέλη του ΟΗΕ. Η συμφωνημένη με τους γείτονες πολιτική αποτροπής του αλυτρωτισμού τους με πολιτειακά θεσμικό τρόπο και η σύνθετη ονομασία είναι προφανώς η βάση μιας αμοιβαία επωφελούς συμφωνίας.

Η συγκρότηση εθνικής στρατηγικής που βάζει την Πατρίδα πάνω από το κόμμα είναι προφανώς η βάση της πολιτικής συνεννόησης και της λαϊκής αποδοχής.

Η κυβέρνηση είναι αυτή που θα έπρεπε να έχει την πρωτοβουλία για να εξελιχθούν όλα αυτά.

Όμως η κυβέρνηση του κ. Τσίπρα αντί να φερθεί υπεύθυνα, ενημερώνοντας τα κόμματα για τη δική της θέση και αναγνωρίζοντας με γενναιότητα τις προσπάθειες των προηγουμένων κυβερνήσεων (αντί να τις απαξιώνει), ώστε να δημιουργηθεί κλίμα εθνικής ενότητας, ενέταξε το εθνικό ζήτημα στον πολιτικό της σχεδιασμό για την εκλογική της ισχυροποίηση, ενόψει της επερχόμενης εκλογικής αναμέτρησης.

Ο στόχος του σχεδιασμού της ήταν πολλαπλός:

  • Να δημιουργήσει διάσπαση στη Ν.Δ επιδιώκοντας την ίδρυση εθνικιστικού-μακεδονικού κόμματος
  • Να δημιουργήσει σύγχυση και, τελικά, να πιέσει το Κίνημα Αλλαγής να συνεργαστεί μαζί του, ενόψει της επιδίωξης της μεγάλης κεντροαριστεράς, ως μεσοπρόθεσμο σχέδιο επόμενης διακυβέρνησης
  • Να αποστασιοποιηθεί σταδιακά από τους ΑΝΕΛ
  • Να ενισχυθεί το ηγετικό προφίλ του κ. Τσίπρα ως του πολιτικού που λύνει δύσκολα εθνικά προβλήματα, εκεί που απέτυχαν όλοι οι άλλοι και
  • Να «κρύψει» επιτυχώς τις δυσμενείς επιδράσεις από τα δύσκολα μέτρα των αξιολογήσεων και κυρίως των πλειστηριασμών.

Ενώ η πολιτική αυτή άρχισε να έχει αποτελέσματα, δημιουργώντας κατ’ αρχάς σοβαρά προβλήματα στη ΝΔ και στο Κίνημα Αλλαγής, προέκυψε το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, το οποίο πέραν του ονοματολογικού, ανέδειξε το καίριο ζήτημα της αντίδρασης του κόσμου απέναντι στο πολιτικό σύστημα και ιδιαίτερα απέναντι στην κυβέρνηση Τσίπρα.

Το μήνυμα του συλλαλητηρίου ήταν ότι αυτός ο κόσμος, ο οποίος έχει την αίσθηση μιας διαρκούς ήττας σε όλα τα επίπεδα και φτωχοποιείται συνεχώς, αντιδρά απέναντι σε πολιτικές συμπεριφορές που μετατρέπουν, με κύρια ευθύνη της κυβέρνησης Τσίπρα, το εθνικό ζήτημα σε εργαλείο αναδιάταξης του πολιτικού συστήματος μέσα από τον κομματικό ανταγωνισμό και δηλώνει ότι δεν τους εμπιστεύεται. Φοβάται ότι επέρχονται νέες εθνικές ήττες. Βίωσε στο εθνικό υποσυνείδητο την σκαιά συμπεριφορά του Ερντογάν και ενοχλείται από τους αλβανικούς λεονταρισμούς.

Η πλειοψηφία των συμμετεχόντων στο συλλαλητήριο δεν έχει καμία σχέση με τα διάφορα περιθωριακά και γραφικά άκρα που βρέθηκαν εκεί, ανάμεσα σ’ ένα μεγάλο πλήθος κανονικού κόσμου όλων των κοινωνικών και ηλικιακών κατηγοριών. Ενός κόσμου που υπερέβη, για πρώτη φορά, τη διχαστική κατάσταση του ΝΑΙ και του ΟΧΙ του δημοψηφίσματος του 2015.

Σαφώς πιστεύουμε ότι η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται με συλλαλητήρια, αλλά από την άλλη πλευρά δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε ότι, δυστυχώς, η πολιτική ζωή της χώρας, συνεχίζει να ανακυκλώνεται αενάως γύρω από χρόνιες παθογένειες στον κρίσιμο τομέα των εθνικών θεμάτων. Πρόκειται για αμετανόητο πολιτικό σύστημα.

Οι παθογένειες μια λειψής, αν όχι ανύπαρκτης, στρατηγικής, έχουν τρία, κυρίως, χαρακτηριστικά:

  • Υποτάσσουν το εθνικό στις κομματικές στρατηγικές.
  • Ιδεολογικοποιούν την εθνική στρατηγική η οποία γίνεται δεξιά ή αριστερή, εθνικιστική ή ενδοτική, ενώ η ιστορία διδάσκει πως για τα ενήλικα κράτη στο πεδίο των διεθνών ανταγωνισμών και σχέσεων δεν υπάρχει δεξιά ή αριστερή, εθνικιστική ή ειρηνιστική εθνική στρατηγική. Υπάρχει Εθνικό Συμφέρον. Αυτό είναι κάτι που αρνούνται να κατανοήσουν ο ψευδοεθνικισμός που μέσα από πολλές μορφές σπέρνει το διχασμό, ο ρηχός εκσυγχρονισμός που προστρέχει και βιάζεται να καταθέσει άποψη αποκομμένη από το εθνικό συναίσθημα και χωρίς να καταλαβαίνει τις ευρύτερες πολιτικές επιδιώξεις κάποιων, η εθνομηδενιστική ριζοσπαστική αριστερά, αλλά και κάθε ανόητος λεβεντόμαγκας που καταγγέλλει κάθε τόσο εθνικές προδοσίες.
  • Υπάρχουν προχειρότητες, αποσπασματικές προσεγγίσεις και ερασιτεχνισμοί. Οι ηγεσίες δεν διαλέγονται με τα εθνικά λαϊκά αισθήματα, δεν προετοιμάζουν και δεν προσπαθούν να πείσουν τον κόσμο για τις κρίσιμες εθνικές προτεραιότητες, τους επωφελείς συμβιβασμούς και την ανάγκη διαμόρφωσης συμμαχιών. Λειτουργούν με τη λογική της εκμετάλλευσης και της χειραγώγησης.

Πιστεύουμε ότι είναι η ώρα να συγκροτήσουμε την εθνική μας στρατηγική. Κάποιοι, ελάχιστοι, πριν μερικά χρόνια προφήτευσαν την «παρασιτική κατάρρευση» της χώρας. Σχεδόν κανείς δεν ήθελε να τους πιστέψει. Όμως η κατάρρευση επήλθε. Οι ίδιοι εξέφρασαν τις έντονες ανησυχίες τους και για εθνική κατάρρευση μέσω ενός νέου εθνικού ακρωτηριασμού. Σήμερα, αρκετοί το ψιθυρίζουν ως ενδεχόμενο να συμβεί, αλλά το απωθούν στη σκέψη τους.

Ο σχεδιασμός της εθνικής μας στρατηγικής μπορεί να βασιστεί σε τρεις πυλώνες:

  • Την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας με το βλέμμα στο μέλλον
  • Την ασφάλεια, με κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη
  • Τη συγκρότηση Εθνικού Σχεδίου που κρατά τη χώρα στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ορίζει το νέο ρόλο της στην περιοχή, όπου νέα δεδομένα γεωπολιτικών ανακατατάξεων, ενεργειακής πολιτικής, προσφυγικών ροών και οικονομικού ανταγωνισμού έχουν αλλάξει το προηγούμενο τοπίο του 20ού αιώνα.

Αυτοί οι τρεις πυλώνες διασφαλίζουν την εθνική αξιοπρέπεια των Ελλήνων και διαμορφώνουν κοινή αντίληψη του εθνικού συμφέροντος.

Όμως, τα κλειδιά για την κατάστρωση αυτού του σχεδίου είναι μια σοβαρή πολιτική ηγεσία και ένα ώριμο πολιτικό σύστημα. Δυστυχώς αυτά δεν υπάρχουν σήμερα. Και όσο λείπουν, ο μεγάλος κίνδυνος μια δεύτερης κατάρρευσης, πιο επώδυνης και τραυματικής, είναι μπροστά μας.

 

Το κενό στον πολιτικό χάρτη – Άρθρο του Μιχάλη Καλφίδη, Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018

Το κενό στον πολιτικό χάρτη – Άρθρο του Μιχάλη Καλφίδη, Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018

Το 2018 αρχίζει με προγραμματισμένο πολιτικό γεγονός το συνέδριο για την ολοκλήρωση της δημιουργίας του κόμματος «Κίνημα Αλλαγής». Οι διαδικασίες που παρακολουθούμε έχουν για ύμνο αντί τα «Κάρμινα Μπούρανα» το «ένας φίλος ήρθε απόψε απ’ τα παλιά» – και μαζί επιτροπές και γραμματείες και καυγάδες για το «ποιος είναι ποιανού» και ονόματα από παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Σε ποιους, όμως, απευθύνονται όλα αυτά;

Σίγουρα δεν απευθύνονται σε όλους τους 210.000 ψηφοφόρους – ήμουν ένας από αυτούς – που ήλπιζαν σε κάτι διαφορετικό. Και σίγουρα δεν ενδιαφέρουν την ελληνική κοινωνία, καθώς οι περιβόητες διεργασίες εξελίσσονται σε παιχνίδια προσωπικών ισορροπιών και αντεγκλήσεις ομάδων και μικρών κομμάτων χωρίς ενιαία ταυτότητα. Τίθεται, λοιπόν, ένα βασικό ερώτημα σχετικά με το πολιτικό σκηνικό.

Έχει ολοκληρωθεί η διαμόρφωση των σημαντικότερων κομματικών σχηματισμών; Υπάρχουν σήμερα εκείνα τα κόμματα που δίνουν σε κάθε Έλληνα πολίτη τη δυνατότητα να εκφραστεί αναλόγως με τις πολιτικές του πεποιθήσεις;

Η ΝΔ, ο ΣΥΡΙΖΑ, το Κίνημα Αλλαγής, το ΚΚΕ, η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ, αυτή τη στιγμή εκφράζουν μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος με την ιδεολογική και την ιστορικής φύσεως τοποθέτησή τους αλλά και την άσκηση πολιτικής και τις πρακτικές τους μέχρι σήμερα.

Τα μικρότερα κόμματα, εντός Βουλής (ΑΝΕΛ, Ένωση Κεντρώων) ή εκτός (Δράση, ΛΑΕ, Πλεύση Ελευθερίας, Δημιουργία Ξανά, ΑΝΤΑΡΣΥΑ) εκφράζουν κι αυτά ένα μικρό τμήμα ψηφοφόρων, είτε ως κόμματα διαμαρτυρίας είτε ως σχηματισμοί που προέκυψαν μετά την ανεξαρτητοποίηση στελεχών από τους μεγαλύτερους ιδεολογικούς τους χώρους.

Δίπλα σε αυτά, σε έναν παράλληλο κόσμο, είμαστε κι εμείς, πολλοί πολίτες που δεν μας εκφράζουν οι σημερινοί πολιτικοί σχηματισμοί και που ελπίζουμε ακόμη στη δημιουργία ενός νέου προοδευτικού φορέα που θα μιλήσει για την Ελλάδα και την Ευρώπη του 21ου αιώνα. Ενός σχηματισμού που θα εμπνεύσει και θα πείσει -έστω λίγους στην αρχή- ότι η Ελλάδα μπορεί να κάνει το άλμα που απαιτούν η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογική επανάσταση.

Και, φυσικά, υπάρχουν πάρα πολλοί πολίτες, ιδιαίτερα οι νέες γενιές, που απογοητευμένοι δεν περιμένουν τίποτα, αλλά που δεν μπορεί, κάποια στιγμή κάτι καινούργιο θα πρέπει να τους ενεργοποιήσει και αν τους εκπροσωπήσει.

Είναι φανερό ότι οι πολίτες που είναι πολιτικά «άστεγοι» δεν ικανοποιούνται από τον δημόσιο διάλογο που παραμένει πολύ χαμηλού επιπέδου, μακριά από τα πραγματικά θέματα που θα έπρεπε να μας απασχολούν για το μέλλον. Οι ριζικές αλλαγές του πολιτικού συστήματος, ο εκσυγχρονισμός των δομών του κράτους, η παραγωγική αναδιάρθρωση, η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση και οι παγκόσμιες αλλαγές, ζητήματα ουσιώδη, απασχολούν ελάχιστα τα σημερινά κόμματα. Η πολιτική συνεχίζει να διεξάγεται ως παιχνίδι, με τακτικές για τη φθορά του αντιπάλου και αφηγήματα για το καλύτερο «success story», προσανατολισμένα στη δημιουργία εντυπώσεων.

Μέσα σε όλα αυτά, η έλλειψη ενός πολιτικού σχηματισμού που θα συνενώσει ισχυρές μεταρρυθμιστικές δυνάμεις οι οποίες θα μπορούσαν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη συγκρότηση και στην πορεία της χώρας προς το μέλλον δημιουργεί ένα μεγάλο κενό.

Υπάρχουν δυνάμεις που θα μπορούσαν να πάρουν τις πρωτοβουλίες;

Οι περισσότεροι «καλοί πολιτικοί κουράστηκαν και πήγανε στο σπίτι», ενώ οι νεότεροι αποστρέφονται την πολιτική και φεύγουν μακριά. Ο Θεοδωράκης με το σύνθημα «πολιτική χωρίς πολιτικούς» και ο Τσίπρας με το «νέοι και άφθαρτοι» έχουν τεράστια ευθύνη για την απαξίωση της πολιτικής και κατ´ επέκτασιν τη σημερινή της κατάσταση. Έπαιξαν το προσωπικό τους παιχνίδι στην πλάτη της χώρας, κέρδισαν οι ίδιοι και «έκαψαν» τις δυνατότητες για μια υγιή πολιτική ανατροπή.

Η Ώρα Αποφάσεων πρέπει τώρα να πάρει τις πρωτοβουλίες για ένα προσκλητήριο των άριστων για τη δημιουργία ενός «φορέα για το μέλλον», στον οποίο θα μπορούσαν να συμμετέχουν τα “προδομένα” στελέχη του Ποταμιού, η Δημοκρατική Ευθύνη, τα πολλά εγκλωβισμένα στελέχη των άλλων κομμάτων και πολλές προσωπικότητες που δεν έχουν εμπλακεί ως σήμερα στην ενεργό πολιτική.

Κι ενώ αυτή τη στιγμή όλα μοιάζουν απαισιόδοξα, μοναδική ελπίδα είναι ότι θα έρθει η στιγμή όπου το ΚΕΝΟ στην πολιτική, όπως και στη φύση, θα συμπληρωθεί. Ας ελπίσουμε ότι η γενιά μας θα το προλάβει!

 

«Φιλανθρωπία φεουδαρχών το πλεόνασμα από την υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης» – Συνέντευξη της Άννας Διαμαντοπούλου στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και στον Μιχάλη Μιχαήλ, Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017

«Φιλανθρωπία φεουδαρχών το πλεόνασμα από την υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης» – Συνέντευξη της Άννας Διαμαντοπούλου στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και στον Μιχάλη Μιχαήλ, Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017

Ερ. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ διαπραγματεύεται την τρίτη αξιολόγηση. Πώς κρίνετε τις μέχρι τώρα συζητήσεις με τους πιστωτές; Ο κ. Τσίπρας υποστηρίζει ότι θα τα καταφέρει εγκαίρως. Εσείς τι λέτε;

Απ. Καμία έως τώρα αξιολόγηση -εξαιτίας της θεατρικής διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης- δεν έχει κλείσει στην ώρα της και αυτό είχε πάντα σημαντικό κόστος για τους πολίτες. Η τρίτη αξιολόγηση είναι πολιτικά απαιτητική, οικονομικά κρίσιμη και ταυτόχρονα φαίνεται ότι οι θεσμοί, ενώ εκκρεμεί και η συγκρότηση της γερμανικής κυβέρνησης, δεν επιθυμούν να φορτωθούν το πρόβλημα της Ελλάδος για μία ακόμα φορά. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει ανάγκη, έστω και τώρα, μιας οργανωμένης «θεσμικής λογοδοσίας» στη Βουλή. Η πρότασή μας είναι, ο υπουργός Οικονομικών να παρουσιάσει στη Βουλή το σύνολο των προαπαιτουμένων της τρίτης αξιολόγησης και το χρονοδιάγραμμά τους, ώστε η Βουλή να το παρακολουθεί ανά εβδομάδα. Αυτή θα μπορούσε να είναι μια αποτελεσματική και πολιτικά διαφανής μέθοδος. Σπεύδω να τονίσω ότι, ουσιαστικά, η συζήτηση αυτή αφορά το μέλλον της οικονομικής επιτήρησης στη χώρα και όχι έναν διάλογο για την ουσιαστική έξοδο από το Μνημόνιο.

Ερ. Πιστεύετε ότι θα υπάρξει «καθαρή» έξοδος από τα Μνημόνια στις αγορές όπως υποστηρίζει ο πρωθυπουργός και τα κυβερνητικά στελέχη;

Απ. Η «καθαρή» έξοδος από τα μνημόνια είναι μια τεχνητή ένεση ηθικού στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Είναι μια τακτική που βοηθά κάποιες διπλωματικές και πολιτικές στοχεύσεις, αλλά όχι την σωστή επιλογή για την πορεία της χώρας μετά τον Αύγουστο του 2018. Είναι γνωστό ότι για το ζήτημα αυτό υπάρχουν τέσσερα σενάρια στο τραπέζι. Πιστεύω ότι είναι εθνικά αναγκαίο να συζητηθούν στη Βουλή και να επιδιωχθεί η συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων για το ποιος είναι ο καλύτερος μεταβατικός τρόπος που θα βοηθήσει την υπόθεση της ανάπτυξης και την εξομάλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και αδικιών. Σε διαφορετική περίπτωση, φοβάμαι ότι θα έχουμε μια νέα, μεγάλη και άχρηστη σύγκρουση όπου η κυβέρνηση θα επαίρεται για την «έξοδο» και η αντιπολίτευση θα την κατηγορεί για το αντίθετο.

Read More

Η παιδεία στο κρεβάτι του Προκρούστη – Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

Η παιδεία στο κρεβάτι του Προκρούστη – Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

Η επίθεση αποδόμησης που δέχεται η εκπαίδευση εκ μέρους της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι συνεχής. Αντί να αρχίσει η αξιοποίηση της εξωτερικής αξιολόγησης όλων των ΑΕΙ, προκειμένου να εξορθολογισθεί η Ανωτάτη Εκπαίδευση, αρχίζουν οι ιδρύσεις νέων σχολών και οι προαγωγές ΤΕΙ σε Πανεπιστήμια. Ανώτατα ιδρύματα μεταβάλλουν δομή και μέγεθος με βάση μόνο την ψηφοθηρία.

Η κυβέρνηση προανήγγειλε τη μετατροπή των ΤΕΙ Αθηνών και Πειραιώς σε ένα ενιαίο Πανεπιστήμιο, την ένταξη του ΤΕΙ Ιονίων Νήσων στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και τώρα την ίδρυση Γεωπονικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στον τόπο καταγωγής του πρωθυπουργού, την Άρτα, όπου ήδη λειτουργεί το Τμήμα Τεχνολόγων Γεωπόνων του ΤΕΙ Ηπείρου. Όλες δε αυτές οι «ανωτατοποιήσεις» γίνονται χωρίς να υπάρχει μία μελέτη, η οποία θα καταγράφει τις ανάγκες της χώρας, χωρίς πλήρη καταγραφή των υποδομών και του προσωπικού των εν λόγω τμημάτων, χωρίς προϋπολογισμό, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι διεθνείς έρευνες και πρακτικές ενοποίησης των ΑΕΙ. Οι τελευταίες δείχνουν ότι η Ελλάδα διατηρεί περίπου διπλάσια Πανεπιστήμια και ΤΕΙ από άλλες χώρες με τον ίδιο πληθυσμό, ενώ, βάσει των ετησίων εκθέσεων του ΟΟΣΑ, είναι πρώτη στη Γενική και προτελευταία (36η θέση) στην Επαγγελματική Εκπαίδευση (με αναλογία περίπου 1 πανεπιστήμιο και 1,2 ΤΕΙ ανά 1 εκατομμύριο κατοίκους). Την ίδια στιγμή, η χώρα δαπανά τεράστια ποσά για την εκπαίδευση νέων πολιτών σε γνωστικά αντικείμενα είτε υπερκορεσμένα είτε καινοφανή -γεγονός που αποτελεί μία από τις αιτίες της μεγάλης ανεργίας των νέων επιστημόνων, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη φυγή 450.000 νέων τα τελευταία χρόνια της κρίσης. Οι παθογένειες στην εκπαίδευση συνεχίζουν και μεγεθύνονται. Οι κυβερνώντες είναι συνεχιστές πολιτικών που μας οδήγησαν στην χρεοκοπία, γεγονός που αποδεικνύει πως δεν είναι καθόλου άμοιροι των ευθυνών για το πώς οδηγήθηκε η χώρα στην κρίση.

Η Ώρα Αποφάσεων προτείνει την εφαρμογή των διεθνών πρακτικών, όπως απορρέουν από τις εκθέσεις του ΟΟΣΑ (Education at a Glance of OECD), αλλά και τις εκθέσεις της Ανεξάρτητης Αρχής ΑΔΙΠ, προκειμένου να εφαρμοσθεί άμεσα η κατάργηση και συγχώνευση ιδρυμάτων, σχολών και τμημάτων, ώστε να σχηματισθούν ιδρύματα συμπαγή και λειτουργικά. Η Πολιτεία οφείλει να δώσει έμφαση στην ίδρυση Μεταλυκειακών Επαγγελματικών Κέντρων και να δοθεί απόλυτη προτεραιότητα στην  επαγγελματική εκπαίδευση.

 

Ξανθός και Πολάκης βλάπτουν σοβαρά την Υγεία. Ένα καταστροφικό χτύπημα στο κοινωνικό κράτος. – Δελτίο Τύπου, Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2017

Ξανθός και Πολάκης βλάπτουν σοβαρά την Υγεία. Ένα καταστροφικό χτύπημα στο κοινωνικό κράτος. – Δελτίο Τύπου, Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2017

Οι προτεινόμενες διοικητικές δομές και διαδικασίες για τη σχέση της κεντρικής διοίκησης του Υπουργείου Υγείας με τον ΕΟΠΥΥ, όπως διατυπώνονται στο υπό κατάρτιση Προεδρικό Διάταγμα για τον οργανισμό του Υπουργείου, δεν αποδεικνύουν μόνον ότι ο παλαιοκομματισμός και το πελατειακό κράτος «καλά κρατούν», αλλά επιβεβαιώνουν επίσης ότι οι ορθολογικές και δίκαιες πολιτικές χρηματοδότησης και ελέγχου των δαπανών στο κοινωνικό κράτος δέχονται ένα καταστροφικό χτύπημα.

Είναι προφανές ότι επαναλαμβάνεται η διένεξη για διανομή της εξουσίας μεταξύ του Υπουργού και του Αναπληρωτή του. Διένεξη για μια αρμοδιότητα την οποία σε ένα κανονικό ευρωπαϊκό κράτος δεν έπρεπε καν να ασκούν. Διότι ο ΕΟΠΥΥ, ως αγοραστής υπηρεσιών υγείας, ένας καθολικός ασφαλιστικός φορέας δηλαδή,  έπρεπε να είναι ανεξάρτητος  ή να εποπτεύεται από το Υπουργείο Κοινωνικής Ασφάλισης. Δεν είναι δυνατόν να συνεχίζεται η διοικητική στρέβλωση του τύπου «Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει». Οι Φορείς  Υγείας  του Δημοσίου (ΕΣΥ) και οι ιδιώτες  ως «παραγωγοί» δεν πρέπει, μέσω «του υπουργείου τους», να ελέγχουν και να καθορίζουν την αγορά υπηρεσιών που προσφέρουν.

Κάθε μεταφορά αρμοδιοτήτων, αύξηση του διοικητικού ελέγχου και μεταφορά πόρων στην κεντρική διοίκηση, δημιουργεί ανυπέρβλητα γραφειοκρατικά εμπόδια, νέες στρεβλώσεις και οπισθοδρόμηση στην πελατειακή και σπάταλη λογική της λειτουργίας του ΙΚΑ.

Read More