Ασφάλεια και Δημοκρατία – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017

Ασφάλεια και Δημοκρατία – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017

«Υπουργέ μου, πρέπει να ξέρεις πως ό,τι κάνεις εσύ ή οι συνεργάτες σου στο Υπουργείο, σε μισή ώρα θα έχει φτάσει στο πιο απομακρυσμένο Αστυνομικό Τμήμα της χώρας». Με αυτά τα λόγια με υποδέχτηκε τον Ιούλιο του 2003 στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης ο τότε Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας Φώτης Νασιάκος. Κατάλαβα το νόημά τους πολύ σύντομα. Το σώμα της ελληνικής αστυνομίας «αναπνέει», κυριολεκτικά, στον ρυθμό της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας του. Αντιλαμβάνεται απόλυτα αν αυτή διαθέτει και θέλει να υλοποιήσει ένα σχέδιο αντιεγκληματικής πολιτικής, αν επιθυμεί την επαγγελματική λειτουργία του σώματος, αν ενστερνίζεται την αξιοκρατία απέναντι στα στελέχη του. Στάθηκα τυχερός γιατί διαδέχτηκα τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη που είχε οδηγήσει την Ελληνική Αστυνομία σε υψηλά επίπεδα επαγγελματισμού και αποτελεσματικότητας, τα οποία συνοδεύονταν από την αναγκαία κοινωνική ευαισθησία. Οι αστυνομικοί ήταν περήφανοι, γιατί ένιωθαν ότι συμμετείχαν σε μια υψηλή κοινωνική αποστολή, με απτά αποτελέσματα.

Η προετοιμασία, τότε, για την ασφάλεια των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας προσέδιδε περισσότερες δυνατότητες στην ΕΛ.ΑΣ και, σε μια εποχή που τα βλέμματα όλου του κόσμου ήταν στραμμένα στην Αθήνα, πετύχαινε τη διεθνή αναγνώριση. Κι όταν πια έσβησαν τα φώτα των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, το κύρος της ΕΛ.ΑΣ εκτοξεύθηκε στα ύψη. Είχαμε πετύχει. Πριν λίγες μέρες, διάβασα, με ικανοποίηση πρέπει να πω, ότι στην υπόθεση της απαγωγής Λεμπιδάκη εφαρμόστηκε ένα από τα πολλά σχέδια ασφάλειας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ήρθε στην εξουσία με μια ρητορική απολύτως εχθρική για τα σώματα ασφαλείας. Μία από τις προγραμματικές της εξαγγελίες ήταν η κατάργηση των ΜΑΤ! Αυτά τα χρόνια που κυβερνά, το μήνυμα της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη (!) είναι σαφές: χαλαρή αντιμετώπιση της εγκληματικότητας σε όλα τα επίπεδα.

Η αντίληψη αυτή σηματοδοτήθηκε και στο επίπεδο της νομοθεσίας, με τους διαδοχικούς νόμους Παρασκευόπουλου για την αποφυλάκιση τρομοκρατών, αλλά και πολλών καταδικασθέντων σε βαριές ποινές κάθειρξης για ειδεχθή εγκλήματα. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για τη θεσμοθέτηση  της παραβατικής συμπεριφοράς του ΣΥΡΙΖΑ που είχε αναπτυχθεί στα χρόνια που βρισκόταν στην αντιπολίτευση με τα διάφορα «κινήματα» -μιας συμπεριφοράς που τους οδηγούσε στο σημείο να μην αποκηρύσσουν ακόμη και δολοφονίες, όπως των τριών εργαζομένων της ΜΑΡΦΙΝ.

Η κατάσταση αυτή οδηγεί τα στελέχη της ΕΛ.ΑΣ να βρίσκονται σε μόνιμη ανασφάλεια και αδυναμία ανάπτυξης πρωτοβουλιών για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας. Οι κάθε λογής «Ρουβίκωνες» αλωνίζουν κυριολεκτικά, με την ανοχή της κυβέρνησης, σε όλους τους δημόσιους χώρους, ακόμη και στη Βουλή. Λίγοι φαίνεται να κατάλαβαν ότι η εισβολή στην Ισπανική Πρεσβεία ήταν εισβολή σε έδαφος ξένης χώρας. Οι «συλλογικότητες» που δρουν για τις ματαιώσεις των πλειστηριασμών είναι φανερό ότι πλέον συνδέονται με τον υπόκοσμο που προστατεύει μεγάλα συμφέροντα. Οι πανεπιστημιακοί χώροι έγιναν ξανά ορμητήρια συμμοριών. Η αστυνομία, προφανώς, έχει εντολές από την πολιτική της ηγεσία να μην επεμβαίνει -κι αυτό επισύρει την μήνη των πολιτών.

Στους πολίτες έχει δημιουργηθεί η αίσθηση ότι η αστυνομία έχει ουσιαστικά αποσυρθεί από την αποστολή της – αλλά αυτό είναι αποκλειστική ευθύνη της πολιτικής της ηγεσίας και, βεβαίως, της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ορκίζεται πίστη στη Δημοκρατία, αλλά αρνείται συστηματικά τα μέσα που αυτή έχει στη διάθεσή της. Κι αυτό, τελικά, στρέφεται εναντίον της Δημοκρατίας.

Το μήνυμα της Κυβέρνησης πέρασε γρήγορα και στον χώρο του εγκλήματος που, πρώτος από όλους, καταλαβαίνει την κατάσταση της ΕΛ.ΑΣ. Αποτέλεσμα είναι η απόλυτη αποθράσυνση μέσα από την αίσθηση του ακαταδίωκτου. Η εγκληματικότητα αποκτά πρωτοφανείς διαστάσεις και η χώρα μοιάζει να κυριαρχείται από Κολομβιανού τύπου υπόκοσμο σε όλα τα επίπεδα. Κάποιες περιοχές –κι όχι μόνο στην Αθήνα- αποτελούν κυριολεκτικά άβατο για την Αστυνομία.

Εξαιτίας αυτής της κατάστασης, πολλοί πιστεύουν ότι το ζήτημα της ασφάλειας είναι αποκλειστικά θέμα της ΕΛ.ΑΣ. Αυτή η προσέγγιση είναι λανθασμένη. Σημαντικό ρόλο παίζει και το δικαιϊκό σύστημα της χώρας. Όταν ξεκίνησα την δικηγορία το 1982, με κύρια ενασχόληση τις ποινικές υποθέσεις, οι ισχύουσες διατάξεις επέβαλαν σε κάποιον που καταδικαζόταν σε τελεσίδικη ποινή μεγαλύτερη των έξι (6) μηνών να οδηγηθεί στη φυλακή. Αν κάποιος καταδικαζόταν σε ποινή κάθειρξης στον πρώτο βαθμό, τότε οδηγούνταν στη φυλακή αμέσως.

Αυτά δεν συμβαίνουν, πλέον, εδώ και πολλά χρόνια. Καταδίκες σε ποινές κάθειρξης πολλών ετών δεν οδηγούν στη φυλακή μέχρι να γίνει και η δίκη σε δεύτερο βαθμό. Οι κατηγορούμενοι για βαριά αδικήματα δεν χρειάζεται να είναι καν στο δικαστήριο όταν δικάζονται. Αν τυχόν κάποιοι οδηγηθούν στη φυλακή, τότε διάφορες ευεργετικές διατάξεις θα τους οδηγήσουν σύντομα έξω για να αναλάβουν ξανά εγκληματικές δραστηριότητες. Οι αστυνομικοί όταν συλλαμβάνουν κάποιους εγκληματίες έχουν την αίσθηση ότι ματαιοπονούν, αφού αυτοί πολύ σύντομα και με τη βούλα του νόμου θα κυκλοφορούν ελεύθεροι. Το ποινικό οικοδόμημα της χώρας, που λειτουργούσε αποτρεπτικά για το έγκλημα, διαλύθηκε συστηματικά τις τελευταίες δεκαετίες, με αποκορύφωμα την περίοδο των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Η επιχειρησιακή απόσυρση της αστυνομίας κι ένα σαθρό σύστημα ποινικών κανόνων λειτουργούν διαβρωτικά για το δημοκρατικό μας πολίτευμα. Η επάνοδος, λοιπόν, σε μια Δημοκρατία με Ασφάλεια προϋποθέτει πλήρη ανασύνταξη σε όλα τα επίπεδα -κι είναι πολλά αυτά που πρέπει να γίνουν προς τούτο. Αυτό, όμως, έχει στη βάση του μια κορυφαία αλλαγή: την αλλαγή κυβέρνησης.