Συλλαλητήρια, η γέννηση του νέου ή η αρχή των τεράτων – Άρθρο του Μιχάλη Καλφίδη, Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2018

Συλλαλητήρια, η γέννηση του νέου ή η αρχή των τεράτων – Άρθρο του Μιχάλη Καλφίδη, Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2018

Η αριστερά και ο σοσιαλισμός ήταν μια ουτοπία της νεότητάς μας. Ξεκινήσαμε ως μεταπολιτευτική γενιά με πολύ σοσιαλισμό, σιγά-σιγά κάναμε περικοπές, συμβιβασμούς, κλείσαμε τα μάτια μπροστά στο προσωπικό συμφέρον, κατεβάσαμε τις σοσιαλιστικές σημαίες, ξεκρεμάσαμε ήρωες και αφίσες από τους τοίχους και χτίσαμε τις ζωές μας μέσα στον “καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο” -και με πολλά δανεικά.

Η ελληνική  πελατειακή και, κυρίως, κρατικιστική δεξιά, παγκόσμιας πρωτοτυπίας, απείχε πολύ από ένα σύγχρονο συντηρητικό ευρωπαϊκό κόμμα  και κυβέρνησε ως αναποτελεσματικό ΠΑΣΟΚ με ακόμη περισσότερα δανεικά.

Η εκλογή Μητσοτάκη δεν μετάλλαξε το DNA της δεξιάς παράταξης που προσπαθεί να αλλάξει χωρίς την παραμικρή αυτοκριτική για τη μέχρι σήμερα διαδρομή της και τις ευθύνες της.
Ο εκσυγχρονισμός, παρότι έβαλε τη χώρα σε σωστή τροχιά, ήταν μειοψηφία στο ΠΑΣΟΚ, αλλά και στη ΝΔ όπου εμφανίστηκε -και τελικά κυριάρχησαν οι λαϊκιστικές δυνάμεις και τον σημάδεψαν τα διεφθαρμένα πρόσωπα.

Ύστερα ήρθαν η κατάρρευση και η Αριστερά. Η Αριστερά ως η απόλυτη χίμαιρα, το τέλειο ψέμα. Σε μια γενιά, η ουτοπία έγινε χίλια κομμάτια που σκορπίστηκαν γύρω μας και μας πληγώνουν. Η κυβερνώσα “πρώτη φορά” αριστερά ήταν η προδοσία της ωριμότητάς μας.

Οι πρόσφατες εξελίξεις στο «Κίνημα Αλλαγής» επιβεβαίωσαν ότι το ΠΑΣΟΚ του προηγούμενου αιώνα θα ήθελε να «είναι εδώ, ενωμένο δυνατό». Με τη διαφορά ότι το ΠΑΣΟΚ του προηγούμενου αιώνα εξέφραζε την εποχή, έπιανε το εθνικό αίσθημα και είχε μια ισχυρή ταυτότητα, της έστω “αλά γκρέκα” σοσιαλδημοκρατίας. Σήμερα το Κίνημα Αλλαγής ως ομοσπονδία με βασικό κορμό το ΠΑΣΟΚ και guest star τον Σταύρο Θεοδωράκη ως άτομο, είναι ένας χώρος χωρίς ταυτότητα, ο χρήσιμος τρίτος!

Απογοήτευση! Παντού υπερισχύουν οι προσωπικές επιλογές, ενώ αριστερές και δεξιές εθνικολαϊκιστικές δυνάμεις αποδεικνύονται νικήτριες προς δικό τους όφελος αλλά σε βάρος της χώρας!

Τα συλλαλητήρια της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας στέλνουν ένα βαθύτερο μήνυμα πέρα από το προφανές θέμα της Μακεδονίας. Ένα μήνυμα αντίδρασης των πολιτών ενάντια στα υπάρχοντα κόμματα που δεν τα εμπιστεύονται να λύσουν το εθνικό μας θέμα. Τα συλλαλητήρια αυτά είναι ταυτόχρονα οι πρώτες μαζικές διαμαρτυρίες εναντίον της Κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Το εθνικό θέμα γίνεται αφορμή για συλλογική αντίδραση και τα πολιτικά “πιστεύω” των Ελλήνων βγαίνουν από τις γραμμές τους και ανακατεύονται.

Το ΝΑΙ και το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος του 2015 συνυπάρχουν στις συγκεντρώσεις, ενώ τα ακραία στοιχεία, και από τις δυο πλευρές, παρότι μειοψηφία, βρίσκουν την ευκαιρία να προβληθούν.

Μπορεί το εθνικό συναίσθημα να χαριστεί σε ένα κόμμα ; ΟΧΙ

Μπορεί το αίσθημα κοινωνικής δικαιοσύνης να χαριστεί σε ένα κόμμα; ΟΧΙ

Μπορεί να καταλογιστεί στο πολιτικό σύστημα ανικανότητα διαχείρισης των δύο παραπάνω; ΝΑΙ

Μέρα με τη μέρα δημιουργούνται οι συνθήκες για την γέννηση ενός νέου χώρου μακριά από τον “λαϊκισμό που δεν συνομιλεί με την λογική” και μακριά από “τον ρηχό εκσυγχρονισμό που δεν συνομιλεί με το λαϊκό αίσθημα”.

Ενός νέου πολιτικού χώρου που θα βάλει την ατζέντα του 21ου αιώνα και που ελπίζω να είναι από τον χώρο του Προοδευτικού Κέντρου, γιατί υπό παρόμοιες ρευστές συνθήκες γεννιούνται και τα … Τέρατα!
Υ.Γ. Δεν πήγα σε κανένα συλλαλητήριο αλλά είναι πολιτική αλαζονεία να αγνοείς ή να υποτιμάς τον κόσμο που πήγε, πόσο μάλλον να τον χαρίζεις στα άκρα.

 

Το μακεδονικό ζήτημα: η συγκυρία και ο κυβερνήτης – Άρθρο της Άννας Διαμαντοπούλου στην “ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ”, Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2018

Το μακεδονικό ζήτημα: η συγκυρία και ο κυβερνήτης – Άρθρο της Άννας Διαμαντοπούλου στην “ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ”, Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2018

 Η σημερινή συγκυρία για την επίλυση του μακεδονικού ζητήματος είναι ιστορικά η πλέον θετική. Αναφέρω ενδεικτικά ορισμένους λόγους:

1. Υπάρχει πίεση και άμεσο συμφέρον από τους ισχυρούς του δυτικού κόσμου να αναχαιτίσουν την επιρροή της Ρωσίας στα Δυτικά Βαλκάνια, στα οποία συνυπάρχουν η ένταση μεταξύ Κοσόβου και Σερβίας, οι αναταραχές στους αλβανικούς πληθυσμούς, η δραστηριοποίηση ακραίων ισλαμιστικών στοιχείων και η αύξηση της διεθνούς φύσεως εγκληματικότητας.

2. Στη γειτονική μας χώρα εξελέγη ύστερα από πολλά χρόνια μια κυβέρνηση έτοιμη και πρόθυμη να προχωρήσει στην επίλυση του ζητήματος σε συνεργασία με τον διεθνή παράγοντα και την ελληνική κυβέρνηση.

3. Στην Ελλάδα μετά 25 χρόνια κομματικών περιπετειών, η συντριπτική πλειονότητα των κομμάτων της Βουλής έχει αποδεχθεί ως βάση τη σύνθετη ονομασία με ταυτόχρονα πολιτική αποτροπή του αλυτρωτισμού (εθνότητα, γλώσσα κ.λπ.) με πολιτειακά θεσμικό τρόπο.

Σημαντικά ζητήματα παραμένουν η μη προετοιμασία της κοινής γνώμης και η κατανόηση της έννοιας του εθνικού συμφέροντος και όχι απλά της διακήρυξης του εθνικού δικαίου. Σε κάθε ιστορική συγκυρία η ευθύνη ανήκει στον κυβερνήτη – πρωθυπουργό της χώρας. Αυτός, έχοντας συναίσθηση του εθνικού συμφέροντος, όπως αυτό προκύπτει από την επίλυση ενός εθνικού εκκρεμούς ζητήματος, έχει την ευθύνη να διαμορφώσει την πολιτική που το υπηρετεί. Να συγκροτήσει δηλαδή εθνικό αφήγημα, να επιτύχει τις μεγαλύτερες δυνατές συμμαχίες και να ενημερώσει τον λαό. Ας φανταστούμε, λοιπόν, πώς θα ήμασταν σήμερα αν ο κυβερνήτης οργάνωνε με τον άλλο τρόπο τη διαχείριση του ζητήματος:

Ας σκεφτούμε τον πρωθυπουργό να απευθύνει διάγγελμα για το μακεδονικό ζήτημα στην αρχή της διαπραγμάτευσης, με στόχο την εθνική συσπείρωση όλων των κομμάτων. Δηλαδή να αποτίσει φόρο τιμής στον Ανδρέα Παπανδρέου και στο ΠΑΣΟΚ για την ενδιάμεση συμφωνία του 1995, η οποία έδωσε το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούμαστε σήμερα, να αποτίσει φόρο τιμής στον Κώστα Καραμανλή και στη Ν.Δ. για την εθνική συνεννόηση που επετεύχθη πριν από το Βουκουρέστι το 2008 και αποτελεί πολιτικό κεκτημένο. Σε αυτό το πνεύμα να καλούσε αμέσως τους αρχηγούς των κομμάτων να παρουσιάσει τα εθνικά δεδομένα και την αρχική θέση διαπραγμάτευσης του υπουργείου Εξωτερικών. Να οργάνωνε μία ομάδα με εκπροσώπους-εμπειρογνώμονες όλων των αρχηγών των κομμάτων, η οποία θα παρακολουθούσε και θα ενημερωνόταν για τις εξελίξεις. Και βέβαια, να επένδυε την ικανότητα της επικοινωνιακής ομάδας του Μαξίμου στην παρουσίαση ενός βίντεο για τα εθνικά οφέλη από την επίλυση του ζητήματος, αναδεικνύοντας την ανάγκη εθνικής λαϊκής ενότητας. Αντί για όλα τα παραπάνω, στα οποία πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να αντισταθούν οι πολιτικοί αρχηγοί, έκανε ακριβώς τα αντίθετα.

Απαξίωσε και επιτέθηκε από την πρώτη στιγμή στο «παλαιό» πολιτικό σύστημα και φυσικά στους ηγέτες του, θεωρώντας τους υπευθύνους για τη δημιουργία του προβλήματος. Δημιούργησε, λοιπόν, με το καλημέρα σας στα κόμματα την ανάγκη άμυνας απέναντι στο δικό τους κεκτημένο και στους ψηφοφόρους τους. Εβαλε αμέσως μπροστά ένα σχέδιο αλλαγής του πολιτικού σκηνικού, θεωρώντας το μακεδονικό ζήτημα ως καταλύτη ρευστοποίησης των υπαρχόντων κομματικών σχηματισμών. Το σχέδιο και προπαγανδίζεται από τα συγκεκριμένα μέσα και παρουσιάστηκε από τον πρόεδρο της Βουλής. Ο σχεδιασμός ήταν πολλαπλός: η διάσπαση της Ν.Δ., ο εγκλωβισμός του Κινήματος Αλλαγής ως μεσοπρόθεσμο σχέδιο για την επόμενη διακυβέρνηση, η σταδιακή απομάκρυνση από τους ΑΝΕΛ και βέβαια η επικοινωνιακή υποβάθμιση των κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων της αξιολόγησης (πλειστηριασμοί κ.λπ.).

Ετσι φτάσαμε σήμερα η συζήτηση για το εθνικό διακύβευμα να έχει εξελιχθεί σε μια κομματική μάχη όλων εναντίον όλων για το διακύβευμα των εκλογών. Η δε ιδεολογικοποίηση της δημόσιας συζήτησης σε λαϊκιστές – εθνικιστές και εκσυγχρονιστές, σε δεξιούς και αριστερούς, σε βόρειους και νότιους δημιουργεί και πάλι τον κίνδυνο ενός νέου διχασμού, ο οποίος αναδιατάσσει τις δυνάμεις του ΝΑΙ και του ΟΧΙ (κάτι που δεν είχε προβλέψει ο αρχικός σχεδιασμός) και βέβαια επαναφέρει τον κίνδυνο πολιτικής αστάθειας. Πριν από χρόνια όσοι μιλούσαν για τον κίνδυνο «παρασιτικής κατάρρευσης» της χώρας έμπαιναν στο περιθώριο. Η κατάρρευση επήλθε!

Ας σκεφτούμε καλά πως υπάρχουν έντονες ανησυχίες για εθνική κατάρρευση μέσω απόπειρας ενός εθνικού ακρωτηριασμού. Ο κίνδυνος δεν είναι από τον αδύναμο Βορρά όπου τα ζητήματα πρέπει να επιλυθούν, αλλά από την Ανατολή. Ας σκεφτούμε όλοι καλά τι σημαίνει για την Ελλάδα σ’ αυτή την περίοδο εθνικό μέτωπο διασπασμένο και λαός διχασμένος και ο κυβερνήτης ας αναλογιστεί την ιστορική του ευθύνη.

Κυβερνητικός τυχοδιωκτισμός και εθνική στρατηγική – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στον “ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ”, Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2018

Κυβερνητικός τυχοδιωκτισμός και εθνική στρατηγική – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στον “ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ”, Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2018

Είναι πράγματι ευκαιρία και, κυρίως, ανάγκη στα πλαίσια μιας ευρύτερης εθνικής στρατηγικής, να λυθεί το πρόβλημα με τα Σκόπια. Υπάρχουν από καιρό άλλες επείγουσες εθνικές προτεραιότητες. Εμφανίζονται και πάλι άμεσοι κίνδυνοι εξ Ανατολών και καλό θα ήταν να έκλειναν ανοιχτά μέτωπα με προωθητικούς, εθνικά επωφελείς συμβιβασμούς. Συμβιβασμούς οι οποίοι θα περιλαμβάνουν ρητές, Πολιτειακού επιπέδου, διασφαλίσεις ότι δεν θα γίνουν εργαλεία αλυτρωτικών διεκδικήσεων σε βάρος των εθνικών μας συμφερόντων.

Όμως, εδώ ακριβώς εντοπίζεται το μείζον θέμα της πολιτικής διαχείρισης του προβλήματος από την κυβέρνηση του κ. Τσίπρα. Η συζήτηση και οι ενέργειες για την λύση του εθνικού προβλήματος, εκφράζουν, με ανάγλυφο τρόπο, τις διαχρονικές παθογένειες άσκησης της ελληνικής εθνικής στρατηγικής: κομματική ιδιοτέλεια, ιδεολογικοποίηση των διαφορών και αφόρητη προχειρότητα.

Η σημερινή κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, διεκδικεί τον τίτλο του  αυθεντικότερου εκπροσώπου, αυτής της εθνικής κακοδαιμονίας.

Πρώτον, σχεδίασε την επίλυση του ζητήματος συνδυάζοντάς την με την αναδιάταξη και ανατροπή του πολιτικού σκηνικού προς ίδιον όφελος. Οι στόχοι πολλαπλοί: αποσταθεροποίηση και διάσπαση της ΝΔ με τη δημιουργία εθνικιστικού-μακεδονικού κόμματος, σύγχυση και προσεταιρισμός του Κινήματος Αλλαγής, που εμφανίζει ήδη, διαλυτικού χαρακτήρα, αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις στο εσωτερικό του, με ταυτόχρονη αποστασιοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ από τους ΑΝΕΛ.

Είναι προφανές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει να κερδίσει και πάλι την εξουσία, αντικαθιστώντας το ακροδεξιό πολιτικό του σύμμαχο με τον κεντροαριστερό, επενδύοντας στο σχέδιο, της μελλοντικής μεγάλης κεντροαριστερής διακυβέρνησης, το οποίο ήδη υπηρετούν πολλοί.

Πρόκειται για την αποθέωση της τυχοδιωκτικής επιδίωξης κομματικού οφέλους –μιας επιδίωξης που έχει στην αφετηρία της τη διάσπαση της  εθνικής συνοχής, της τόσο αναγκαίας για την επίλυση του εθνικού θέματος. Αυτή την εθνική ανάγκη, υπονόμευσε συστηματικά ο κ. Τσίπρας με τους τυχοδιωκτισμούς του.

Δεύτερον, η τακτική των πολιτικών συνεταίρων Τσίπρα-Καμμένου, ανέδειξε και πάλι τα γνωστά και συγχυτικά ιδεολογήματα περί δεξιάς και αριστερής, εθνικιστικής και ενδοτικής πολιτικής. Τείνει να επικρατήσει μια  ατζέντα τελείως αποπροσανατολιστική και, κυρίως, διαιρετική. Σ’ αυτήν πρωτοστατούν οι ρηχοί εκσυγχρονιστές που προσέτρεξαν να πάρουν θέση, χωρίς να αντιλαμβάνονται τι τελικά υπηρετούν και σε ποια πολιτική παγίδα έπεσαν, η εθνομηδενιστική ριζοσπαστική αριστερά, αλλά και ο κάθε ανόητος λεβεντόμαγκας που καταγγέλλει κάθε τόσο εθνικές προδοσίες.

Συνοδευτικά των παραπάνω είναι η απουσία στρατηγικής ανάλυσης και επεξεργασίας των θεμάτων και, κυρίως, η ανυπαρξία ενημέρωσης και προετοιμασίας της κοινωνίας για να στηρίξει τέτοιου βάρους προσπάθειες.

Και εδώ ακριβώς μας προέκυψαν τα συλλαλητήρια.

Αν θέλουμε να «διαβάσουμε» καλύτερα το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, θα διαπιστώσουμε ότι το πολιτικό αποτέλεσμα που παρήγαγε  δεν είναι, απλώς, η διατύπωση μιας μαξιμαλιστικής εθνικής  θέσης: ότι δηλαδή δεν θέλει ονοματολογικά  τον όρο Μακεδονία, ενώ το σύνολο, σχεδόν, του επίσημου πολιτικού συστήματος μιλάει για συμβιβασμό, με γεωγραφικό ή χρονικό προσδιορισμό.

Το πρόβλημα που αναδείχθηκε είναι βαθύτερο και αγγίζει τον πυρήνα του πολιτικού συστήματος. Η κοινωνία σε μεγάλο βαθμό αυτονομείται και εκφράζει την βαθιά της δυσπιστία για τη διαχείριση των μεγάλων εθνικών ζητημάτων από κομματικές ηγεσίες που είναι κατώτερες των περιστάσεων. Στα πλαίσια μιας εθνικής κατάθλιψης και εξελισσόμενης φτωχοποίησης, ξεσπά και αντιδρά.  Νοιώθει τις ηγεσίες, υπεύθυνες για τις οικονομικές καταρρεύσεις και φοβάται ότι επέρχονται νέες εθνικές ήττες. Βίωσε, άλλωστε, πριν λίγο καιρό, στο εθνικό υποσυνείδητο την σκαιά συμπεριφορά Ερντογάν, αλλά και θυμώνει με τους κλιμακούμενους αλβανικούς λεονταρισμούς. Όλα αυτά,  την στιγμή, που κάθε κόμμα και, ιδιαιτέρως, τα δύο κόμματα ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ που συναπαρτίζουν τη σημερινή κυβέρνηση, αντιμετωπίζουν το «Μακεδονικό» ως το εργαλείο για αλλότριες  επιδιώξεις.

Η πλειοψηφία των αντιδρώντων, είτε πήραν μέρος στο συλλαλητήριο είτε όχι, δεν έχει καμία σχέση με τα διάφορα γραφικά και περιθωριακά άκρα που συμμετείχαν σε αυτό. Ο κόσμος που βρέθηκε εκεί, προέρχονταν από όλες τις κοινωνικές και ηλικιακές κατηγορίες. Βρέθηκαν μαζί, για πρώτη φορά μετά το διχαστικό δημοψήφισμα του 2015, άνθρωποι που είχαν ψηφίσει είτε ΝΑΙ είτε ΟΧΙ, σε μια υπερβατική σύνθεση και προέρχονταν από όλο σχεδόν το φάσμα της σημερινής πολιτικής και κομματικής γεωγραφίας.

Με αφορμή, λοιπόν, την ανακυκλούμενη  εθνική διαχειριστική ανεπάρκεια, που κορυφώθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, ξαναμπαίνει  στην ατζέντα του ελληνισμού η συγκρότηση μιας σταθερής εθνικής στρατηγικής.

Το θέμα δεν είναι φιλολογικό, ούτε καν δεοντολογικό. Είναι επιτακτικά δραματικό. Η «παρασιτική οικονομική κατάρρευση» της χώρας επήλθε. Είναι ώρα να αναρωτηθούμε εάν επαπειλείται και μια εθνική κατάρρευση μέσω ενός νέου εθνικού ακρωτηριασμού.

Κάποιοι, λίγοι, το διατύπωσαν προφητικά μερικά χρόνια πριν, αλλά   κανείς δεν άκουγε. Σήμερα είναι αρκετοί σήμερα που το σιγοψιθυρίζουν,  αλλά δεν θέλουν να το σκέφτονται και το απωθούν. Η ιστορία, όμως, είναι αμείλικτη, ακόμα και με αυτούς που την έχουν τιμήσει κατ’ επανάληψη.

Ο κίνδυνος και οι φορείς του είναι ορατοί και καθημερινοί.

Τώρα  είναι η ευκαιρία, εξαιτίας της «παρασιτικής κατάρρευσης» της χώρας, να επανασχεδιάσουμε εκ θεμελίων την εθνική μας προοπτική: με στέρεο θεμέλιο την παραγωγική ανάπτυξη, να ξανακτίσουμε την εθνική αξιοπρέπεια, να ισχυροποιήσουμε την εθνική ασφάλεια και να δημιουργήσουμε μια νέα κοινωνία συνοχής και δικαιοσύνης. Αυτά είναι και τα βασικά ζητούμενα για τους Έλληνες σήμερα.

Το κλειδί για την κατάστρωση ενός τέτοιου σχεδίου είναι η σοβαρή πολιτική ηγεσία και ένα ώριμο εθνικά πολιτικό σύστημα, που θα κάνει τα παραπάνω πράξη. Όμως, αυτά τα στοιχεία απουσιάζουν. Και όσο απουσιάζουν, ο μεγάλος κίνδυνος μιας δεύτερης κατάρρευσης, πιο επώδυνης και τραυματικής είναι μπροστά μας.

 

 

Το κενό στον πολιτικό χάρτη – Άρθρο του Μιχάλη Καλφίδη, Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018

Το κενό στον πολιτικό χάρτη – Άρθρο του Μιχάλη Καλφίδη, Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018

Το 2018 αρχίζει με προγραμματισμένο πολιτικό γεγονός το συνέδριο για την ολοκλήρωση της δημιουργίας του κόμματος «Κίνημα Αλλαγής». Οι διαδικασίες που παρακολουθούμε έχουν για ύμνο αντί τα «Κάρμινα Μπούρανα» το «ένας φίλος ήρθε απόψε απ’ τα παλιά» – και μαζί επιτροπές και γραμματείες και καυγάδες για το «ποιος είναι ποιανού» και ονόματα από παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Σε ποιους, όμως, απευθύνονται όλα αυτά;

Σίγουρα δεν απευθύνονται σε όλους τους 210.000 ψηφοφόρους – ήμουν ένας από αυτούς – που ήλπιζαν σε κάτι διαφορετικό. Και σίγουρα δεν ενδιαφέρουν την ελληνική κοινωνία, καθώς οι περιβόητες διεργασίες εξελίσσονται σε παιχνίδια προσωπικών ισορροπιών και αντεγκλήσεις ομάδων και μικρών κομμάτων χωρίς ενιαία ταυτότητα. Τίθεται, λοιπόν, ένα βασικό ερώτημα σχετικά με το πολιτικό σκηνικό.

Έχει ολοκληρωθεί η διαμόρφωση των σημαντικότερων κομματικών σχηματισμών; Υπάρχουν σήμερα εκείνα τα κόμματα που δίνουν σε κάθε Έλληνα πολίτη τη δυνατότητα να εκφραστεί αναλόγως με τις πολιτικές του πεποιθήσεις;

Η ΝΔ, ο ΣΥΡΙΖΑ, το Κίνημα Αλλαγής, το ΚΚΕ, η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ, αυτή τη στιγμή εκφράζουν μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος με την ιδεολογική και την ιστορικής φύσεως τοποθέτησή τους αλλά και την άσκηση πολιτικής και τις πρακτικές τους μέχρι σήμερα.

Τα μικρότερα κόμματα, εντός Βουλής (ΑΝΕΛ, Ένωση Κεντρώων) ή εκτός (Δράση, ΛΑΕ, Πλεύση Ελευθερίας, Δημιουργία Ξανά, ΑΝΤΑΡΣΥΑ) εκφράζουν κι αυτά ένα μικρό τμήμα ψηφοφόρων, είτε ως κόμματα διαμαρτυρίας είτε ως σχηματισμοί που προέκυψαν μετά την ανεξαρτητοποίηση στελεχών από τους μεγαλύτερους ιδεολογικούς τους χώρους.

Δίπλα σε αυτά, σε έναν παράλληλο κόσμο, είμαστε κι εμείς, πολλοί πολίτες που δεν μας εκφράζουν οι σημερινοί πολιτικοί σχηματισμοί και που ελπίζουμε ακόμη στη δημιουργία ενός νέου προοδευτικού φορέα που θα μιλήσει για την Ελλάδα και την Ευρώπη του 21ου αιώνα. Ενός σχηματισμού που θα εμπνεύσει και θα πείσει -έστω λίγους στην αρχή- ότι η Ελλάδα μπορεί να κάνει το άλμα που απαιτούν η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογική επανάσταση.

Και, φυσικά, υπάρχουν πάρα πολλοί πολίτες, ιδιαίτερα οι νέες γενιές, που απογοητευμένοι δεν περιμένουν τίποτα, αλλά που δεν μπορεί, κάποια στιγμή κάτι καινούργιο θα πρέπει να τους ενεργοποιήσει και αν τους εκπροσωπήσει.

Είναι φανερό ότι οι πολίτες που είναι πολιτικά «άστεγοι» δεν ικανοποιούνται από τον δημόσιο διάλογο που παραμένει πολύ χαμηλού επιπέδου, μακριά από τα πραγματικά θέματα που θα έπρεπε να μας απασχολούν για το μέλλον. Οι ριζικές αλλαγές του πολιτικού συστήματος, ο εκσυγχρονισμός των δομών του κράτους, η παραγωγική αναδιάρθρωση, η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση και οι παγκόσμιες αλλαγές, ζητήματα ουσιώδη, απασχολούν ελάχιστα τα σημερινά κόμματα. Η πολιτική συνεχίζει να διεξάγεται ως παιχνίδι, με τακτικές για τη φθορά του αντιπάλου και αφηγήματα για το καλύτερο «success story», προσανατολισμένα στη δημιουργία εντυπώσεων.

Μέσα σε όλα αυτά, η έλλειψη ενός πολιτικού σχηματισμού που θα συνενώσει ισχυρές μεταρρυθμιστικές δυνάμεις οι οποίες θα μπορούσαν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη συγκρότηση και στην πορεία της χώρας προς το μέλλον δημιουργεί ένα μεγάλο κενό.

Υπάρχουν δυνάμεις που θα μπορούσαν να πάρουν τις πρωτοβουλίες;

Οι περισσότεροι «καλοί πολιτικοί κουράστηκαν και πήγανε στο σπίτι», ενώ οι νεότεροι αποστρέφονται την πολιτική και φεύγουν μακριά. Ο Θεοδωράκης με το σύνθημα «πολιτική χωρίς πολιτικούς» και ο Τσίπρας με το «νέοι και άφθαρτοι» έχουν τεράστια ευθύνη για την απαξίωση της πολιτικής και κατ´ επέκτασιν τη σημερινή της κατάσταση. Έπαιξαν το προσωπικό τους παιχνίδι στην πλάτη της χώρας, κέρδισαν οι ίδιοι και «έκαψαν» τις δυνατότητες για μια υγιή πολιτική ανατροπή.

Η Ώρα Αποφάσεων πρέπει τώρα να πάρει τις πρωτοβουλίες για ένα προσκλητήριο των άριστων για τη δημιουργία ενός «φορέα για το μέλλον», στον οποίο θα μπορούσαν να συμμετέχουν τα “προδομένα” στελέχη του Ποταμιού, η Δημοκρατική Ευθύνη, τα πολλά εγκλωβισμένα στελέχη των άλλων κομμάτων και πολλές προσωπικότητες που δεν έχουν εμπλακεί ως σήμερα στην ενεργό πολιτική.

Κι ενώ αυτή τη στιγμή όλα μοιάζουν απαισιόδοξα, μοναδική ελπίδα είναι ότι θα έρθει η στιγμή όπου το ΚΕΝΟ στην πολιτική, όπως και στη φύση, θα συμπληρωθεί. Ας ελπίσουμε ότι η γενιά μας θα το προλάβει!

 

Νέο κόμμα που θα εκφράζει τον λαϊκό μεταρρυθμισμό – Άρθρο της Λίας Γκουντρουμπή στη LARISSANET, Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

Νέο κόμμα που θα εκφράζει τον λαϊκό μεταρρυθμισμό – Άρθρο της Λίας Γκουντρουμπή στη LARISSANET, Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

Από το 2012, αμέσως μετά τις εθνικές εκλογές, έγιναν οι πρώτες δηλώσεις και γράφτηκαν τα πρώτα άρθρα για την ανάγκη ίδρυσης ενός νέου, ενιαίου, προοδευτικού και μεταρρυθμιστικού κόμματος.
2017, μετά την απόφαση της προέδρου του ΠΑΣΟΚ να αρχίσει τη διαδικασία ίδρυσης νέου κόμματος, με έναν λίγο ανορθόδοξο τρόπο εκλογής αρχηγού αρχικά και στη συνέχεια ιδρυτικού συνεδρίου κόμματος, υπάρχει – έστω και έτσι – μια ευκαιρία.

Η ανάγκη για δημιουργία ενός νέου κόμματος που θα εκφράζει τον «λαϊκό μεταρρυθμισμό», είναι ζωτικής σημασίας κυρίως για τη χώρα και δεν αφορά μόνο την κεντροαριστερά. Δύσκολο εγχείρημα που θα πρέπει να καταλήξει σε ένα τέλος για τα υπάρχοντα κόμματα του χώρου και σύσταση του Νέου Ενιαίου Πολιτικού Φορέα.

Η «νέα αλλαγή» που αναφέρεται στο ερώτημα δεν μπορεί παρά να αφορά κάτι μεγάλο και να εκφράζει εκείνο το τμήμα της κοινωνίας που θέλει την ενεργή συμμετοχή της Ελλάδας στο σύγχρονο κόσμο, την κοινωνική δικαιοσύνη υπό συνθήκες οικονομικής σταθερότητας και ανάπτυξης, ανήκει στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο και έχει αποστασιοποιηθεί καθώς δεν βρίσκει έκφραση στο υπάρχον πολιτικό σύστημα.

Στην πραγματικότητα η «νέα αλλαγή» και η ενεργοποίηση αυτών των πολιτών μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από τον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. Μακριά από το λαϊκισμό που χαρακτηρίζει την κυβερνητική πλειοψηφία αλλά και το συντηρητισμό της αξιωματικής αντιπολίτευσης ενώ η διαδικασία που μπορεί να το εξασφαλίσει δεν μπορεί να είναι άλλη παρά αυτή της ηλεκτρονικής ψήφου, συμφωνημένη και κατοχυρωμένη αλλά ανοιχτή για όλους.

Χρειάζεται γενναιότητα από όλους και θετική συμβολή για την ίδρυση και συγκρότηση Πολιτικού Φορέα των Προοδευτικών – Μεταρρυθμιστικών Δυνάμεων.

Μεταρρυθμιστική διακυβέρνηση και μεταρρυθμιστικός προοδευτικός πόλος – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, Δευτέρα 7 Αυγούστου 2017

Μεταρρυθμιστική διακυβέρνηση και μεταρρυθμιστικός προοδευτικός πόλος – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, Δευτέρα 7 Αυγούστου 2017

Μετά τη δεύτερη αξιολόγηση κλείνει ένας σημαντικός κύκλος της ελληνικής κρίσης που ορίζεται από την επίτευξη μιας σχετικής δημοσιονομικής ισορροπίας. Η χώρα χρειάστηκε επτά χρόνια για να συμμαζέψει τα δημόσια οικονομικά της -κι αυτό έγινε με μεγάλη καθυστέρηση, πολλές παλινωδίες που κόστισαν πολύ, αλλά και τεράστιες θυσίες από τον ελληνικό λαό.

Τη βασική ευθύνη φέρουν οι διαδοχικές κυβερνήσεις της κρίσης. Οι προηγούμενες βαρύνονται για την ατολμία τους να προχωρήσουν γρήγορα και μεθοδικά στα απαιτούμενα. Η σημερινή μονίμως «αυταπατάται», εξαπατά τον λαό, ισχυρίζεται ότι την κρίση μπορούν να την πληρώνουν διαρκώς κάποιοι «άλλοι», ανακαλεί τα λόγια της και πράττει αντίθετα από τις πανηγυρικές διακηρύξεις της.

Με την τυπική λήξη του τρίτου μνημονίου σε ένα χρόνο από τώρα -κι ανεξαρτήτως αν στη συνέχεια θα χρειαστούμε νέα προληπτική γραμμή στήριξης- η χώρα θα αντιμετωπίσει τη δεύτερη, κρίσιμη πρόκληση για την ανάταξή της: εκείνη της παραγωγικής αναδιάρθρωσης και της ανάπτυξης.

Read More

Μεγάλη Ελλάδα – Άρθρο της Άννας Διαμαντοπούλου στα ΝΕΑ, Σάββατο 5 Αυγούστου 2017

Μεγάλη Ελλάδα – Άρθρο της Άννας Διαμαντοπούλου στα ΝΕΑ, Σάββατο 5 Αυγούστου 2017

Μια Ιδέα, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης και αποπροσανατολισμού, μπορεί να εξελιχθεί σε Μεγάλη όταν συσπειρώνει εθνικές δυνάμεις γύρω από στόχους μεγαλόπνοους και συνάμα εφικτούς.

Η Μεγάλη Ιδέα για την Ελλάδα του 2017 δεν σχετίζεται με γεωγραφικούς όρους, αλλά με μια πατρίδα σημαντική με όρους καινοτομίας και παραγωγής.

Η «Ελλάδα που παράγει» δεν πρέπει ασφαλώς να απεμπολήσει τον καλώς νοούμενο ελληνοκεντρισμό της ή την πολυδιάστατη σύνδεσή της με τη Δύση. Οφείλει, όμως, να συνθέσει τα δυο και να μετεξελιχθεί, αξιοποιώντας ή επαναπατρίζοντας τους Ελληνες της Διασποράς, καθιστώντας τους συμμέτοχους στο εγχείρημα. Ταυτόχρονα, θα συναρτήσει την παραγωγή με τους δημοκρατικούς θεσμούς, την ευημερία με τη δικαιοσύνη και τον σεβασμό στα ανθρώπινα και κοινωνικά δικαιώματα.

Μια Ελλάδα που σχεδιάζει, δουλεύει, βλέπει θυσίες να αποδίδουν, παράγει εξάγει και ανταγωνίζεται, μπορεί να πετύχει στον 21ο αιώνα.

Πίστευα ανέκαθεν ότι ένα τέτοιο όραμα ξεκινά από τα πανεπιστήμιά μας: ΑΕΙ στην αιχμή των πραγμάτων, φάροι πολιτισμού, γνώσης, αριστείας, έρευνας και, παράλληλα, πρότυπα αξιοκρατίας και εξωστρέφειας.

Ας οραματιστούμε την Ελλάδα, προικισμένη με την πολιτιστική της κληρονομιά, το θαυμάσιο κλίμα και το μοναδικό της φως, ως χώρα πνευματικών ιδρυμάτων που προσελκύουν με τη φήμη και τα κίνητρά τους τα φωτεινότερα μυαλά, τους πιο φιλόδοξους φοιτητές, τις πιο δυναμικές και καινοτόμους εταιρείες στον κόσμο.

Ας οραματιστούμε μια Ελλάδα ανάμεσα στους δέκα σημαντικότερους προορισμούς «γνώσης» στον πλανήτη, όπου η Διασπορά της θα χρηματοδοτεί ελληνικά αντί αμερικανικά εργαστήρια, όπου ο εφοπλισμός της θα επενδύει όχι σε βρετανικές, αλλά σε ελληνικές έδρες και μυαλά, όπου οι σπουδαίοι Ελληνες από τα πλέον διακεκριμένα πανεπιστήμια θα επιστρέφουν.
Αυτοδιοίκητα πανεπιστήμια, δημόσια και μη, που θα λειτουργούν με ένα εθνικό πλαίσιο κανόνων, με ελευθερία, με αποτελεσματική αξιολόγηση, ανοιχτά στην κοινωνία και στην οικονομία, με αγγλόφωνα τμήματα και μεταπτυχιακά, με πολιτικές υποστήριξης των φοιτητών, που θα συνεργάζονται με τον ιδιωτικό και τον κοινωνικό τομέα για το κοινό καλό.

Πόσο θα άλλαζαν τα δεδομένα αν η Ελλάδα προσείλκυε 50.000 φοιτητές από το εξωτερικό με ανάλογο αριθμό καθηγητών, αν πολλαπλασίαζε τις πατέντες και τις μετέτρεπε σε προϊόντα;
Τι θα σήμαιναν όλα αυτά για το ΑΕΠ, για δουλειά νέων επιστημόνων, για το brain gain, για την εθνική μας αυτοπεποίθηση;

Ας οραματιστούμε τη Μεγάλη Ιδέα εφαρμοσμένη στον αγροτικό τομέα, όπου η εξέλιξη στις επιστήμες συνδέει πλέον παραγωγή και τεχνολογία, αλλάζοντας τα δεδομένα σε ελάχιστο χρόνο.

Ας οραματιστούμε τη Μεγάλη Ιδέα στον χώρο της υγείας, με αξιοποίηση των τεράστιων υπαρκτών υποδομών, του εξαιρετικού ιατρικού και παραϊατρικού προσωπικού, που πέρα από την προσφορά στους έλληνες πολίτες θα προσελκύσει χιλιάδες ειδικούς ασθενείς στον κλιματικό παράδεισο της Ελλάδας.

Η Μεγάλη Ιδέα που θα συνέπαιρνε πολίτες και θα συνένωνε δυνάμεις απαιτεί αναστοχασμό και απολογισμό. Αλλά κυρίως απαιτεί γνώση των δεδομένων του 21ου αιώνα και τόλμη να υπερβούμε δόγματα και παθογένειες που μας καθήλωσαν δεκαετίες, με κατάληξη την κρίση και την άνοδο στην εξουσία ενός εθνικολαϊκιστικού μορφώματος. Γνώση και τόλμη για θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις, που θα αλλάξουν βασικές λειτουργίες στη χώρα:
-Με τη δημιουργία ενός επιτελικού και αποτελεσματικού κράτους, με απόλυτη αρχή την αξιοκρατία, με ηλεκτρονική διακυβέρνηση παντού, το οποίο θέτει και εφαρμόζει καθαρούς κανόνες, εποπτεύει και προάγει τους θεσμούς, οργανώνει και συντονίζει την επίτευξη του μακροπρόθεσμου εθνικού και δημόσιου συμφέροντος.
-Με τη δημιουργία μιας νέας παραγωγικής δομής, απόλυτα εξωστρεφούς αλλά και εσωτερικά επαρκούς, της μόνης που μπορεί να καταστήσει την Ελλάδα και τους Έλληνες αξιοπρεπείς και αυτόνομους, η οποία προάγοντας την επιχειρηματικότητα και την εργασία θα μπορεί να αναπτύξει συνολικά, ισόρροπα και δίκαια την ελληνική κοινωνία.
Πράγματα ούτε νέα ούτε πρωτότυπα, αλλά πλέον αναγκαία και εφικτά για μια αποφασισμένη ηγεσία.

Απέναντι στη Μεγάλη Ιδέα για μια νέα παραγωγική Ελλάδα με παγκόσμια εμβέλεια, οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ καταθέτουν τη «μικρή ιδέα» του κομματικού κράτους που σχεδιάζει, ελέγχει και υπηρετεί μόνο την αναπαραγωγή της εξουσίας. Αναπαράγουν τις βασικές κακοδαιμονίες του παρελθόντος, σαν να μη συνέβη τίποτε. Ένα νέο καταστροφικό «οίκαδε».**

Απέναντι στις ανάγκες της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, η οποία δημιουργεί συνθήκες αντίστοιχες με εκείνες της πρώτης, ο πολιτικός λόγος στο μεγαλύτερο μέρος του αφορά την εύκολη αντιπολίτευση χωρίς όραμα για την επόμενη μέρα.

Η Μεγάλη Ιδέα θέλει συμμάχους, συναινέσεις, αποφασισμένους πολιτικούς – και είναι εμφανές ότι απαιτείται ένας πολιορκητικός κριός εκσυγχρονισμού και μεταρρύθμισης: μια πολιτική δύναμη προόδου.

Το πολιτικό μας σύστημα έχει υπερεπάρκεια αντιπολιτευτικού οίστρου – ακόμη και όταν κυβερνά! Εργάζεται επί χρόνια στη λογική των εσωκομματικών ισορροπιών, στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο, ώστε όλοι να είναι ευχαριστημένοι και κυρίως να εξασφαλίζονται προσωπικά.

Στον αντίποδα, ένα νέο προοδευτικό μεταρρυθμιστικό κόμμα χρειάζεται τολμηρές ιδέες, καθαρό λόγο, νεωτερικές προσεγγίσεις και νέα πρόσωπα. Έτσι, απαλλαγμένο από παθογένειες, εξαρτήσεις και δογματικές αιχμαλωσίες, θα προσελκύσει την κρίσιμη μάζα πολιτών για να βάλει σε τροχιά προόδου τη χώρα.

Το «δεν υπάρχουν αφτιά» για έναν τέτοιο πολιτικό λόγο είναι η εύκολη απάντηση όσων δεν μπορούν ή δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα, που αρκούνται να αναμασούν το «αριστερά – δεξιά» αγνοώντας συνειδητά την ασφυκτική οικονομική εποπτεία που έχει επιβληθεί στη χώρα και τις συγκλονιστικές αλλαγές στον πλανήτη.

Ας μη φοβόμαστε τον εκσυγχρονισμό και τη μεταρρύθμιση. Δεν υπάρχουν «κακές» έννοιες, υπάρχουν άνθρωποι και κόμματα που τις κακοποίησαν ή τις διαστρέβλωσαν. Η μεταρρύθμιση προς όφελος των πολλών ήταν πάντα το λίπασμα της προοδευτικής πολιτικής και ο εκσυγχρονισμός δεν θα πάψει ποτέ να είναι το ελιξίριο του προοδευτικού χώρου.

** «Οίκαδε» ήταν ο τίτλος άρθρου του Γεωργίου Βλάχου που έγινε το σύνθημα των βασιλικών εναντίον του Βενιζέλου και σηματοδότησε το τέλος της Μεγάλης Ιδέας και τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Τα αφηγήματα του κυρίου Τσίπρα – Άρθρο του Μιχάλη Καλφίδη, Δευτέρα 31 Ιουλίου 2017

Τα αφηγήματα του κυρίου Τσίπρα – Άρθρο του Μιχάλη Καλφίδη, Δευτέρα 31 Ιουλίου 2017

Ο πρωθυπουργός, στην πρόσφατη τηλεοπτική του συνέντευξη, μίλησε για την πορεία της κυβέρνησής του και τα μελλοντικά του σχέδια. Ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι μας είπε, συγκρίνοντας όσα ζήσαμε στα 2,5 χρόνια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και τις υποσχέσεις που είχε δώσει προεκλογικά.
Την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης, με στενότερο συνεργάτη τον ΥΠΟΙΚ Γιάνη, διαπραγματεύτηκε “σκληρά επί 17ωρο”, αλλά δεν μπόρεσε να καταργήσει το μνημόνιο “με έναν νόμο και ένα άρθρο”.
Έφταιγαν οι δανειστές με τα ντόπια “φερέφωνά τους” που ήθελαν να ρίξουν την αριστερή κυβέρνηση του. Σήμερα, όμως, θέλει να ξεχάσουμε τις επαφές του με τον Μαδούρο και, αντ΄αυτών, αγκαλιάζεται με τους “κακούς” δανειστές!
Δικαιολογήθηκε, επίσης, γιατί κι οι άλλοι πρωθυπουργοί, όπως ο Γ. Παπανδρέου με το “λεφτά υπάρχουν” και ο Α. Σαμαράς με τα δικά του “Ζάππεια”, είχαν παραπλανήσει τον λαό και δεν τήρησαν τις προεκλογικές εξαγγελίες τους.
Μία ακόμη αναχρονιστική παρέμβαση στην Υγεία – Άρθρο του Γιώργου Βογιατζή στη “Μεταρρύθμιση”, Κυριακή 30 Ιουλίου 2017

Μία ακόμη αναχρονιστική παρέμβαση στην Υγεία – Άρθρο του Γιώργου Βογιατζή στη “Μεταρρύθμιση”, Κυριακή 30 Ιουλίου 2017

Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ είναι, τελικά, αδύνατο να έρθει σε επαφή με τα σύγχρονα ρεύματα σε οποιονδήποτε τομέα. Εξ αυτού του λόγου, όλες οι νομοθετικές παρεμβάσεις που επιχειρεί σε όλους, κυριολεκτικά, τους τομείς της οργάνωσης της κράτους, εκτός από το φορτίο των ιδεοληπτικών εμμονών που φέρουν, είναι παρωχημένες και αναποτελεσματικές από τη γέννησή τους.

Το πιο πρόσφατο παράδειγμα, αποτελεί το συζητούμενο στη Βουλή νομοσχέδιο για την οργάνωση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.

Με το νομοσχέδιο αυτό, προωθείται ένα αποτυχημένο και αναχρονιστικό μοντέλο πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, το οποίο όσες χώρες το εφάρμοσαν στο παρελθόν, φρόντισαν να το αλλάξουν και σε όσες υπάρχει ακόμη προωθούνται ήδη ριζικές αλλαγές του.

Οι συντάκτες του δεν  αντιλαμβάνονται ότι οι ανάγκες υγείας της σημερινής κοινωνίας, είναι τελείως διαφορετικές από ότι ήταν 30 χρόνια πριν. Και ότι  για να ικανοποιηθούν αποδοτικά οι νέες ανάγκες, απαιτείται ένα νέο μοντέλο παροχής υπηρεσιών που περιλαμβάνει νέες δομές οργάνωσης και διοίκησης, αλλά και νέα μέθοδο αποζημίωσης των παρεχομένων υπηρεσιών.

Σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, το 52% του ελληνικού πληθυσμού πάσχει από κάποια χρόνια πάθηση και για την αντιμετώπιση  παθήσεων αυτών, η χώρα δαπανά το 85% των συνολικών πόρων της υγείας. Η αντιμετώπισή τους, απαιτεί νέες δομές, κυρίαρχο χαρακτηριστικό των οποίων είναι η παροχή συντονισμένης φροντίδας από ομάδα ειδικών γιατρών με διαφορετικές ειδικότητες και τη λειτουργική σύνδεσή της με το νοσοκομείο. Η Ελλάδα έχει το προνόμιο να διαθέτει πολλούς ειδικούς γιατρούς που είναι, κυριολεκτικά, εθνικός πλούτος που το νομοσχέδιο του Υπουργείου Υγείας δεν λαμβάνει υπόψη και προτιμά τη μετανάστευσή τους.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να φορτώσει, κυριολεκτικά, τα μεγάλα ζητήματα της πρόληψης και της προαγωγής υγείας των πολιτών καθώς και όλα τα άλλα προβλήματα υγείας του πληθυσμού, στον οικογενειακό γιατρό με ειδικότητα γενικής ιατρικής, τον οποίο, όμως μισθοδοτεί με ιδιαίτερα χαμηλές αμοιβές. Ταυτόχρονα, αναθέτει στον γιατρό αυτό την φροντίδα 2.000 ενηλίκων, γεγονός που συνεπάγεται δραματική μείωση της ποιότητας στις παρεχόμενες υπηρεσίες, αν αναλογιστούμε ότι κάθε γιατρός πρέπει να εξετάζει περίπου 50 ασθενείς κάθε μέρα, να διαθέτει δηλαδή 7 λεπτά για κάθε ασθενή! Ο ίδιος γιατρός πρέπει να δίνει, επίσης, τηλεφωνικές συμβουλές ή συμβουλές με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, χώρια οι άλλες γραφειοκρατικές απασχολήσεις του.

Είναι προφανές ότι η πρόσβαση των ασθενών, με τις συνθήκες αυτές, στο νέο σύστημα, καθίσταται εξαιρετικά προβληματική.

Η υποβάθμιση των υπηρεσιών που προβλέπει το νομοσχέδιο στον τομέα των γυναικολογικών/μαιευτικών αναγκών, είναι σημαντική. Ορίζει ότι την μαιευτική φροντίδα κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης και της λοχείας αναλαμβάνουν μαίες, ενώ απουσιάζουν παντελώς οι γυναικολόγοι γιατροί. Αυτό συνεπάγεται ότι την ιατρική φροντίδα των εγκύων θα την αναλάβουν οι μαίες και οι γενικοί γιατροί. Σε χώρες όπως η Αγγλία, που ισχύουν ανάλογες ρυθμίσεις, διαπιστώθηκε (βλ. έκθεση του Βρετανικού Κοινοβουλίου 2017) ότι το 40% των γυναικών που τελικά διαγνώσθηκαν με ενδομητρίωση (η δεύτερη πιο συχνή γυναικολογική πάθηση), χρειάσθηκαν 10 ή και περισσότερες επισκέψεις στον γενικό γιατρό προτού παραπεμφθούν σε γυναικολόγο για να διαγνωσθούν, και ότι στο 12% των γυναικών με ινομυώματα η θεραπεία άργησε 1-2 χρόνια. Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι γυναικολόγοι, θα έπρεπε να αποτελούν μέρος της ομάδας της πρωτοβάθμιας φροντίδας, κάτι που όμως η κυβέρνηση δεν λαμβάνει υπόψη της.

Το σύστημα που προωθεί η κυβέρνηση, διατηρεί τον παρωχημένο διαχωρισμό μεταξύ της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας φροντίδας υγείας, που τόσο δεινά επιφέρει στο σύστημα: κατακερματισμό των υπηρεσιών, αδυναμία συντονισμού, ταλαιπωρία των ασθενών, υψηλό κόστος, αύξηση της σπατάλης και της γραφειοκρατίας και, τέλος, χαμηλή ποιότητα των υπηρεσιών. Εισάγει μη αποδοτικά συστήματα διοίκησης  της πρωτοβάθμιας φροντίδας- που δεν έχουν καμία σχέση με την επιστήμη του σύγχρονου management. Ο περιφερειακός συντονιστής είναι εργαζόμενος στις υπάρχουσες δομές της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας με καθεστώς part-time, δεν λαμβάνει καμία επιπλέον αμοιβή,  ενώ ο πρόεδρος της επιτροπής της Το.Π.Φ.Υ. είναι άμισθος.

Το μοντέλο της κυβέρνησης διατηρεί, επίσης, τα αναχρονιστικά μη αποδοτικά συστήματα αποζημίωσης, την κατά κεφαλή αμοιβή για τον οικογενειακό γιατρό (ή τον μισθό) και την κατά πράξη για τον ειδικό ή πάγια αντιμισθία. Δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη να συνδεθεί η αποζημίωση με την έκβαση των υπηρεσιών (την αξία), ούτε υπάρχουν κίνητρα.

Αυτό συμβαίνει διότι λείπουν από το νομοσχέδιο, σύμφωνα με την πάγια αντίληψη της κυβέρνησης, δύο βασικά γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν όλα τα σύγχρονα και αποδοτικά συστήματα υγείας: η αξιολόγηση και η απόδοση της ευθύνης.

Δεν υπάρχει καμία απολύτως πρόβλεψη με τι κριτήρια θα αξιολογούνται οι παρεχόμενες υπηρεσίες και οι λειτουργοί υγείας. Όσο αφορά την απόδοση ευθύνης δεν αναφέρεται πουθενά. Αν ένας χρόνιος ασθενής χειροτερεύει, ποιος είναι υπεύθυνος; Ο οικογενειακός γιατρός, οι διάφοροι ειδικοί γιατροί στους οποίους παραπέμπεται, ή το νοσοκομείο που τον νοσήλευσε; Από ποιον το σύστημα και ο ασθενής θα ζητήσουν ευθύνες;

Όλα τα παραπάνω, καθιστούν πιθανότατα, το προτεινόμενο από την κυβέρνηση σύστημα Π.Φ.Υ, ανεφάρμοστο και ως τέτοιο πολύ γρήγορα θα εγκαταλειφθεί.

Δύο κάλπες, μία λύση – Άρθρο του Δημήτρη Κατσαντώνη στη “Μεταρρύθμιση”, Τρίτη 25 Ιουλίου 2017

Δύο κάλπες, μία λύση – Άρθρο του Δημήτρη Κατσαντώνη στη “Μεταρρύθμιση”, Τρίτη 25 Ιουλίου 2017

Προτάθηκε πρόσφατα , προκειμένου ο προοδευτικός χώρος να βρει μία κοινά αποδεκτή διαδικαστική λύση «περί του νέου φορέα», να στηθούν δύο κάλπες: μία για την εκλογή του κεντρικού ηγετικού προσώπου και μία για να αποφασιστεί το «είδος» του νέου φορέα – ομοσπονδιακός ή ενιαίος;

Δύο παρατηρήσεις, ελπίζω εποικοδομητικές. Αν υποθέσουμε πως οι δύο κάλπες «είναι μία κάποια λύσις», γιατί να είναι ταυτόχρονες;

1.Η λογική επιτάσσει πρώτα να λυθεί το θέμα του τι είδους φορέα θέλουμε και κατόπιν να κληθεί ο κόσμος να επιλέξει την ηγεσία που θα ανταποκρίνεται καλύτερα σε αυτή την επιλογή. Αν , για παράδειγμα, προκριθεί η επιλογή του ομοσπονδιακού φορέα, πως και γιατί να διεκδικήσει την ηγεσία, ένα πολιτικό πρόσωπο που πιστεύει πως η επιλογή αυτή είναι καταστροφική ; Φυσικά, κάτι παρόμοιο ισχύει και στην άλλη περίπτωση : πολιτικοί που έχουν ταχθεί υπέρ του ομοσπονδιακού φορέα πως θα ζητήσουν να ηγηθούν ενός νέου, ενιαίου φορέα που καταλύει την πολιτική και οργανωτική αυτονομία των επιμέρους κομμάτων; (μία αυτονομία που είχε διαφημιστεί στα μέλη κάποιων κομμάτων ως  βασικός όρος για τη σύμπραξη με « νεκρά κόμματα», όπως οι ίδιοι παλαιότερα έλεγαν..).

Το να προηγηθεί η ψηφοφορία για το είδος του φορέα, συμβάλλει  επίσης και στη μαζικότητα της εκλογικής διαδικασίας (άρα και στην αυθεντικότερη έκφραση της βάσης)  αφού μπορούν να προσέλθουν και όσοι προοδευτικοί πολίτες θέλουν να εκφράσουν τη γνώμη τους για το θέμα, χωρίς να προσμετρηθούν υποχρεωτικά στο Μητρώο Μελών ενός υπό διαμόρφωση φορέα με τον οποίο πιθανώς στο εγγύς μέλλον αποδειχθεί πως δεν έχουν πολλά κοινά σημεία

2. Κατά την  πορεία προς την κάλπη είναι προφανές πως θα πρέπει τα κόμματα,    οι κινήσεις  και οι διάφορες πρωτοβουλίες να διατυπώσουν ανοιχτά και καθαρά την άποψη τους για το τι είδους φορέα θέλουν και να προσπαθήσουν να πείσουν για την άποψη τους (ή, σε ορισμένες περιπτώσεις,  για την αλλαγή της άποψης τους…). Μέχρι στιγμής έχουν μιλήσει ανοιχτά σχεδόν όλοι (ΔΗΜΑΡ, ΚΙΔΗΣΟ, Κινήσεις Πολιτών, Ώρα Αποφάσεων) – πλην Λακεδαιμονίων: το ΠΑΣΟΚ δεν έχει πάρει θέση. Στη συνδιάσκεψη έβαλε ως ανοιχτές προοπτικές και τις δύο εκδοχές , και ομοσπονδιακό κόμμα και ενιαίος φορέας. Η ηγεσία του δεν έχει άποψη; Έχει άποψη αλλά δεν τη διατυπώνει; Θα τη διατυπώσει αργότερα αφού πρώτα εγκλωβίσει όσους είναι πρόθυμοι να εγκλωβιστούν; Την επεξεργάζεται με βραδύτητα ως οπαδός του «αργότερα βλέπουμε»; Ακολουθεί την πεπατημένη της χρεωκοπίας «κάνε πάνω από όλα επικοινωνία και άσε την πολιτική»;

Είναι βέβαιο πως μέχρι το τέλος του έτους οι εξελίξεις θα είναι ραγδαίες στο πολιτικό σκηνικό. Ένα ισχυρό προοδευτικό κόμμα είναι η λύση στο πολιτικό αδιέξοδο. Αλλά πρέπει να είναι πραγματικά ένα, δηλαδή ενιαίο- αλλιώς θα δυσκολευθεί να διαδραματίσει κάποιο προοδευτικό ρόλο…