Ολίγιστη κυβέρνηση σε ανοχύρωτη χώρα – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στον ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ, Παρασκευή 27 Ιουλίου 2018

Ολίγιστη κυβέρνηση σε ανοχύρωτη χώρα – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στον ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ, Παρασκευή 27 Ιουλίου 2018

Υπάρχουν αυθαίρετες κατοικίες στην Ελλάδα και μάλιστα μέσα στα δάση; Έχει μεταβληθεί η οικολογική ισορροπία στην Αττική; Έχουν μπαζωθεί ρέματα; Βιάζεται κατ’ εξακολούθηση το περιβάλλον; Εμφανίζονται ακραία καιρικά φαινόμενα ή άλλα καταστροφικά φαινόμενα όπως οι σεισμοί;

Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα είναι σαφής και πανθομολογούμενη: ναι, υπάρχουν και ισχύουν. Από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους. Με την ευθύνη, για κάποια από αυτά, πολλών. Κυβερνώντων και πολιτών.

Παρατηρώ ότι στον οργισμένο, εν πολλοίς, δημόσιο διάλογο, που ακολούθησε την πρωτοφανή τραγωδία στην Ανατολική Αττική, κάποιοι επιχειρούν, αναδεικνύοντας τα παραπάνω, να μας πουν ότι αφού ισχύουν όλα αυτά, δεν μπορεί να γίνει τίποτα ή δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.

Είμαστε λοιπόν στο έλεος των καιρικών φαινομένων, της άναρχης δόμησης και της οικολογικής ανισορροπίας; Για να το πω πιο απλά, είμαστε στη διάθεση των γεγονότων;

Αν είναι έτσι, τότε προφανώς δεν έχουμε καμία τύχη. Θα περιμένουμε άβουλοι να συμβεί κάποια στιγμή το μοιραίο.

Όμως όχι, δεν είναι καθόλου έτσι.

Ο σχεδιασμός της προστασίας της χώρας οφείλει να λάβει υπόψη του ακριβώς αυτούς τους παράγοντες και να προσαρμοστεί ανάλογα. Τα μέσα, οι δυνάμεις, οι συνέργειες, η χρήση των δυνατοτήτων της τεχνολογίας που είναι διαθέσιμη, μπορούν να οργανωθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να περιοριστούν στο μεγαλύτερο βαθμό οι συνέπειες για τις ζωές και τις περιουσίες των ανθρώπων, καθώς και στο περιβάλλον.

Όμως αυτά, προϋποθέτουν αυξημένη αίσθηση ευθύνης και γνώσης από κυβερνώντες και πολίτες. Κυρίως από τους πρώτους, που έχουν την ευθύνη για το σχεδιασμό και την οργάνωση της χώρας.

Το τραγικό για τη χώρα μας, είναι ότι βρέθηκε σε μια τέτοια δύσκολη στιγμή, με την πιο ανίκανη και την πιο ανεύθυνη κυβέρνηση που υπήρξε ποτέ.

Η θλιβερή εικόνα της σύσκεψης στο κέντρο επιχειρήσεων της Πυροσβεστικής τα μεσάνυχτα της Δευτέρας, ενώ είχαν καεί τα πάντα και υπήρχαν δεκάδες νεκροί, με έναν πελδινό Πρωθυπουργού να λέει «πείτε μου για να καταλάβω από πού ξεκίνησε η φωτιά» και «από πού φέραμε τα πλωτά μέσα (για τους απεγκλωβισμούς)», είναι αποκαλυπτική της κατάστασης της χώρας στο ανώτατο κυβερνητικό επίπεδο.

Καμία αίσθηση της κατάστασης, καμία πράξη συντονισμού, κανένα σχέδιο, όλα στο έλεος και «στη διάθεση των γεγονότων». Μόνη τους αγωνία η επικοινωνιακή διαχείριση της καταστροφής, που κονιορτοποιήθηκε από τα λείψανα των νεκρών.

Η χώρα τις τελευταίες δεκαετίες προσπάθησε μέσα από τις καταστροφές να οργανώσει της δυνατότητές της και σε μεγάλο βαθμό το είχε πετύχει . Κυρίως είχε ενσωματώσει νέες τεχνολογίες και είχε αποκτήσει μία σημαντική εμπειρία συνεργειών και συντονισμού των φορέων του Δημόσιου τομέα, της Αυτοδιοίκησης και των πολιτών μέσα από τον εθελοντισμό, που βρήκαν εφαρμογή σε μια σειρά καταστροφικών φυσικών φαινομένων στη χώρα, με κορυφαίο παράδειγμα τον σεισμό στην Αττική το 1999.

Όμως αυτά δεν στέριωσαν και σταδιακά απομειώθηκαν μέσα στις μυλόπετρες του κομματικού ανταγωνισμού και την αναξιοκρατική και πελατειακή χρήση του κράτους.

Παρόλα αυτά, τουλάχιστον στο επίπεδο των μέσων, είχαν απομείνει αρκετά.

Μέχρι την ώρα που ήρθε ο κ. Τσίπρας με την υπόσχεση να γονατίσει την κ. Μέρκελ και να αλλάξει την Ευρώπη. Αλλά κυρίως να «τελειώσει» το παλιό πολιτικό σύστημα. Κατάφερε, τελικά, να γονατίσει μια χώρα και μια κοινωνία που παλεύει σκληρά να σταθεί στα πόδια της. Και ταυτόχρονα, η «πρώτη φορά αριστερά» απέδειξε ότι δεν έχει καμία σχέση με τις έννοιες της ηθικής και της ευθύνης. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί ότι μετά από τόσες δεκάδες νεκρών δεν υπάρχει ούτε μία παραίτηση;

 

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν και είναι ο κύριος εκφραστής του Λαϊκισμού ​- Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολάκη στη ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, Τετάρτη 25 Ιουλίου 2018

Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν και είναι ο κύριος εκφραστής του Λαϊκισμού ​- Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολάκη στη ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, Τετάρτη 25 Ιουλίου 2018

Ο πολύ γνωστός και στη χώρα μας μελετητής του λαϊκισμού Cas Mude, τον οποίο επικαλείται και ο Π. Ιωακειμίδης (Cas Mude and C.R. Kaltwasser, ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ, Μία Συνοπτική Εισαγωγή, εκδόσεις Επίκεντρο 2017), αναφέρει ότι κατά μία πρόσφατη προσέγγιση, «. . . ο λαϊκισμός σχετίζεται με τον ερασιτεχνισμό και τη μη επαγγελματική συμπεριφορά που στοχεύει στη μεγιστοποίηση της προσοχής των μέσων και στη λαϊκή στήριξη. Παραβλέποντας ενδυματολογικούς κώδικες και τρόπους έκφρασης, οι πολιτικοί δρώντες μπορούν να παρουσιάζονται όχι μόνο ως διαφορετικοί και καινοτόμοι, αλλά επίσης ως θαρραλέοι ηγέτες που υπερασπίζονται «τον λαό» σε αντίθεση προς «την ελίτ» (σελ. 19). Και παρακάτω αναφέρει «ορίζουμε τον λαϊκισμό ως μία αβαθή ιδεολογία που θεωρεί την κοινωνία ουσιαστικά διαχωρισμένη σε δύο ομοιογενή και ανταγωνιστικά στρατόπεδα, «τον αγνό λαό» έναντι «της διεφθαρμένης ελίτ», και η οποία υποστηρίζει ότι η πολιτική θα πρέπει να είναι έκφραση της γενικής βούλησης του λαού» (σελ. 21).

Ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ ακόμη και σήμερα αποδεικνύει εμπράκτως ότι σχετίζεται με τον ερασιτεχνισμό και απέχει παρασάγγας από την επαγγελματική άσκηση της πολιτικής. Περίτρανα παραδείγματα αποτελούν (α) ο τρόπος διαχείρισης του Μακεδονικού ζητήματος με την μη ενημέρωση των άλλων κομμάτων και έμπειρων διπλωματών, αλλά και η εκχώρηση μακεδονικής γλώσσας και εθνότητας στην γείτονα χώρα, (β) ο τρόπος διαχείρισης του ΦΠΑ στα νησιά και η πλήρης διάψευση εκ μέρους της Α. Μέρκελ στους ισχυρισμούς του Τσίπρα, (γ) τα ήξεις αφήξεις στο θέμα της μείωσης των συντάξεων. Επίσης, οι θεατρινισμοί στο Ζάππειο Μέγαρο με την γραβάτα και την πομπώδη αφαίρεσή της, όντας στο βήμα, αποδεικνύει περίτρανα ότι ο Τσίπρας αποτελεί τον μεγαλύτερο εκφραστή του λαϊκισμού στην Μεταπολίτευση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και σήμερα, συνεχίζει να βαδίζει και να πολιτεύεται βάσει του δόγματος «εμείς εκφράζουμε τον λαό εναντίον των (διεφθαρμένων) ελίτ». Τρανά παραδείγματα αυτού αποτελούν οι υποθέσεις Novartis και ΚΕΛΠΝΟ, που έφερε στη Βουλή, προκειμένου να καταδικάσει τις «διεφθαρμένες ελίτ της πολιτικής», οι οποίες βέβαια του γύρισαν μπούμερανγκ».

Επίσης, η διαρκής απέχθεια, που επιδεικνύει ο ίδιος και οι υπουργοί του στο τρίπτυχο «Αριστεία – Αξιολόγηση – Αξιοκρατία», είναι μία ένδειξη συνεχιζόμενης προσήλωσης στην αρχή του λαϊκισμού «με τον Λαό ενάντια στις ελίτ», όπως την περιγράφει ανωτέρω ο Cas Mude (σελ. 21). Αρκεί να θυμηθούμε το «Η Αριστεία είναι ρετσινιά» του Α. Μπαλτά, τα «η αξιολόγηση είναι μία μορφή τιμωρίας των εργαζομένων» των Α. Τσίπρα και Ν. Φίλη και το πρόσφατο «εάν θέλουν να φύγουν από τα Ελληνικά Πανεπιστήμια ας πάνε στο καλό», που τόλμησε να εκστομίσει ο Κ. Γαβρόγλου, όταν του επισημάνθηκε ότι το καθεστώς που επιβάλλει στα ΑΕΙ διώχνει νέους και αρίστους επιστήμονες από αυτά.

Πώς θα χαρακτηρίσουμε την πανεπιστημιοποίηση πολλών ΤΕΙ, την ψήφιση μέτρων που καθιστούν αδύνατη τη λειτουργία περιζήτητων Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων Σπουδών με δίδακτρα, την γραφειοκρατική πλέον λειτουργία των Ειδικών Λογαριασμών Κονδυλίων Έρευνας των ΑΕΙ, την επιβολή του δήθεν ακαδημαϊκού ασύλου, που κατ’ ουσίαν μετατρέπει τα ΑΕΙ σε άντρα ανομίας και προστασίας περιθωριακών στοιχείων; Δεν είναι όλα αυτά μέτρα κατά της ελίτ του πνεύματος και υπέρ της αόριστης οντότητας «Λαός»;

Επίσης, πώς θα χαρακτηρίσουμε την επιβολή σκληρών μέτρων φορολογίας και εισφορών κατά των επιστημόνων επαγγελματιών (πνευματική ελίτ) και των επιχειρήσεων (οικονομική ελίτ); Ειδικά όταν γνωρίζει ότι εκατοντάδες χιλιάδες επιστημόνων μηχανικών, γιατρών και άλλων ειδικοτήτων εγκατέλειψαν την Ελλάδα, ενώ εκατοντάδες εκατομμυρίων ευρώ μοιράζονται για τη μισθοδοσία ειδικών συμβούλων – στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ και για μία ατελέσφορη επιδοματική πολιτική.

Τέλος, πώς θα χαρακτηρίσουμε, αν όχι πιστά λαϊκίστικη πολιτική, την εκ μέρους της κυβέρνησης επίθεση στους Θεσμούς και στη Δικαιοσύνη; ¨Η πώς θα χαρακτηρίσουμε την συνεχιζόμενη συγκάλυψη του συνεχούς εγκλήματος, που επιτελείται στα Εξάρχεια με τη δράση των συμμοριών, των αναρχοαυτόνομων και των αντιεξουσιαστών;

Εν κατακλείδι, ο ΣΥΡΙΖΑ, η ηγετική ομάδα και συγκεκριμένα ο Α. Τσίπρας παραμένουν πιστοί οπαδοί του λαϊκισμού και εχθροί των πυλώνων της Δημοκρατίας, δηλαδή της Ηθικής, της Δικαιοσύνης, της Παιδείας, της Ασφάλειας του πολίτη και του Κοινωνικού Κράτους, όπως αυτό σχεδιάστηκε από την σοσιαλδημοκρατία μετά το 1952.

Υ.Γ. Εν μέσω της πρωτοφανούς προχθεσινής καταστροφής στην Αττική, ο πρωθυπουργός συγκαλεί σύσκεψη, παρουσία τηλεοπτικών συνεργείων, προκειμένου να δείξει ότι ενδιαφέρεται για τον Λαό. Εάν αυτό δεν είναι απόδειξη πίστης στο λαϊκισμό, τότε τι είναι;

Η εθνική ελλειμματικότητα του ΣΥΡΙΖΑ – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στον “ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ”, Παρασκευή 22 Ιουνίου 2018

Η εθνική ελλειμματικότητα του ΣΥΡΙΖΑ – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στον “ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ”, Παρασκευή 22 Ιουνίου 2018

Οι δύο κορυφαίες εθνικές προτεραιότητες του σύγχρονου ελληνισμού  για να επιβιώσει και να εξελιχθεί, μέσα σ’ ένα ασταθές και ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον, είναι η ανάσχεση του τουρκικού αναθεωρητικού επεκτατισμού εξ ανατολών και η  αποτροπή ενός αυτόνομου αλυτρωτικού «εθνομακεδονισμού» στα βόρεια σύνορά του.

Η Ελλάδα, διακηρύσσοντας επανειλημμένα  την προσήλωση της στην εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου, αλλά και στην επιλογή της διπλωματικής οδού για τις προκύπτουσες διαφορές, είναι αδιανόητο και εθνικά επικίνδυνο ν’ αποδεχτεί επιθετικά αναθεωρητικές και εν δυνάμει αλυτρωτικές συμπεριφορές, που θίγουν τα εθνικά της συμφέροντα και θέτουν σε κίνδυνο την σταθερότητα της περιοχής.

Η αντιμετώπιση, λοιπόν, του τουρκικού αναθεωρητικού επεκτατισμού και ο μεθοδικά επιδιωκόμενος αλυτρωτικός «μακεδονισμός» , δεν αποτελούν συγκυριακές  αποτρεπτικές επιλογές για τη χώρα. Είναι σημεία στρατηγικής εθνικής άμυνας, είναι αυτό που έχει καταγράψει η ελληνική ιστορία με τον όρο «Θερμοπύλες». Άρα, σε καμία περίπτωση τέτοια κομβικά εθνικά σημεία,  δεν μπορούν ν’ αντιμετωπίζονται υπό το πρίσμα ενός τακτικισμού, δηλαδή ως ανταλλακτικά σημεία μιας καλής διπλωματικής συμφωνίας, όπου μετράμε συμψηφιστικά κέρδη και ζημίες.

Κάθε εθνικό πρόβλημα έχει κάποιο σημείο- κλειδί για κάθε χώρα και αυτό για την Ελλάδα, στην πρόσφατη διπλωματική διαπραγμάτευση, ήταν ένα: Να μην «ξεκλειδωθεί», δηλαδή να μην νομιμοποιηθεί «μακεδονικό» έθνος, με ταυτότητα και γλώσσα. Η αποδοχή του εθνομακεδονισμού είναι το όχημα του αλυτρωτισμού και τώρα, αλλά κυρίως στο βάθος του ιστορικού χρόνου. Είτε διατυπώνεται είτε όχι. Είτε γράφεται είτε όχι. Και δεν μετριέται μόνο με την αυτόνομη ισχύ του, όπως αφελώς λέγεται, διότι εύκολα μπορεί να προκύψουν και συμμαχικές δυνάμεις υποκίνησης. Επιπρόσθετα, το ισχυρό χαρτί του εθνομακεδονισμού δεν ήταν η όποια μέχρι σήμερα διεθνής αναγνώριση, αλλά η τωρινή δική μας νομιμοποίηση. Άλλωστε, αν ήταν αρκετή για τους Σκοπιανούς η αναγνώρισή τους από 140 χώρες ως «Μακεδονία», όπως επιπόλαια αναφέρουν κάποιοι, τότε δεν θα επεδίωκαν την με κάθε τρόπο αναγνώρισή τους, ως «Μακεδόνων» που ομιλούν την «Μακεδονική» γλώσσα, από την Ελλάδα.

Γιατί, όμως, υπάρχει αυτή η ρηχή και επιδερμική προσέγγιση της κυβερνητικής διαχείρισης στα εθνικά θέματα, που δείχνει έλλειψη διορατικότητας έως και αφέλεια; Γιατί ο κ. Τσίπρας νοιώθει άνετα ως εθνικός διαχειριστής και γιατί ο κ. Κοτζιάς, ως «εθνικός λύτης», διατυμπανίζει ότι, πριν πάει διακοπές, θα λύσει και το αλβανικό και, ενδεχομένως, μόλις γυρίσει, να λύσει και τα δυσκολότερα ελληνοτουρκικά; Είναι πολύ σημαντικό να κατανοηθεί ευρύτερα από πού προκύπτει αυτή η άνεση διαχείρισης των εθνικών ζητημάτων από τον αριστερό ΣΥΡΙΖΑ, και μάλιστα σε μια ιδιαίτερη συγκυρία γεωπολιτικής ρευστότητας και αυξημένου εθνικού ρίσκου.

Συστατικά και φυσιογνωμικά, ο ΣΥΡΙΖΑ, και η ελληνική αριστερά γενικότερα, έχει μια καθαρά εργαλειακή αντίληψη για το έθνος. Το εθνικό χρησιμοποιείται ως εργαλείο από το ταξικό. Το εθνικά ζητήματα, και τα προβλήματα που προκύπτουν απ’ αυτά, υποτάσσονται στο ταξικό στοιχείο πασπαλισμένο με ολίγη σάλτσα διεθνισμού. Τα ταξικά συμφέροντα αποκτούν απόλυτη προτεραιότητα, ενώ αντίθετα αποκτούν μειωμένο βάρος και υποβαθμίζονται οι σοβαρές  πτυχές των εθνικών προβλημάτων. Αν μελετήσει κάποιος το πώς διαφοροποιούσε τις θέσεις της η Αριστερά για το μακεδονικό ζήτημα, μεσούντος του εμφυλίου πολέμου – από την ισοτιμία της «μακεδονικής» μειονότητας ακολούθησε η θέση για αυτονομία της «Μακεδονίας» και μετά πέρασε στην απόσχιση από τον εθνικό κορμό – θα καταλάβει εμπράκτως και ιστορικά τι σημαίνει εργαλειοποίηση του εθνικού ζητήματος.

Σε δεύτερο επίπεδο, η αριστερά, επειδή δεν μπορεί να λειτουργήσει ως εθνική ηγέτιδα δύναμη, καταφεύγει στην σύγχυση του εθνικού με το εθνικιστικό. Ενώ ο εθνικιστικός ηγεμονισμός και ο ρατσισμός, σαφώς διακρίνονται από την εθνική-πατριωτική αντίληψη και πρακτική, η αριστερά οδηγείται σε σύγχυση με ακραία κατάληξη να ταυτίζει το εθνικό αίσθημα και την εθνική στάση με την ακροδεξιά και το φασισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα σχόλια του ΣΥΡΙΖΑ για τα μεγάλα συλλαλητήρια της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας, καθώς και η αντίδρασή του στις πρόσφατες  αποδοκιμασίες στελεχών της κυβέρνησης, που εκλαμβάνονται και παρουσιάζονται ως χρυσαυγιτισμός.

Μέσα από τέτοιες ιδεολογικές  βάσεις, εθνικής ελλειμματικότητας και ελλειπτικότητας θα έλεγα, είναι εύκολο για τον ΣΥΡΙΖΑ να προχωρήσει σε κινήσεις «επίλυσης» εθνικών ζητημάτων, με πρωτεύοντα κριτήρια την εξυπηρέτηση των συμμαχικών γεωπολιτικών επιδιώξεων,  την προσπάθεια αποκόμισης οφέλους και ανταλλαγμάτων στο πεδίο της οικονομίας και, βεβαίως, την επιδίωξη στόχων, όπως η αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού που συνδέονται με ιδιοτελή κομματικά και εξουσιαστικά συμφέροντα.

Αναπόφευκτα και μοιραία, όλη αυτή η υποτιμητική φιλοσοφία του ΣΥΡΙΖΑ για το εθνικό ζήτημα, τον φέρνει σε μετωπική σύγκρουση με το εθνικό αίσθημα της κοινωνίας. Μια ελληνική κοινωνία καθόλου επιθετική, ρατσιστική, σοβινιστική και πολεμοκάπηλη,  αλλά εθνικά πληγωμένη, έντονα ταλαιπωρημένη και πολλαπλά εξαπατημένη από τον ίδιο τον χειριστή της πρόσφατης συμφωνίας. Μια κρίσιμη εδώ επισήμανση: το εθνικό αίσθημα το βιώνει και το διαχειρίζεται ο ίδιος ο πολίτης και δεν είναι αντικείμενο υποσχέσεων και παροχών από την  μεριά της εξουσίας.

Αυτό, λοιπόν, δεν μπορεί να το καταλάβει ο αριστερός ΣΥΡΙΖΑ, διότι δε του το επιτρέπει η ίδια του η φυσιογνωμία. Γι’ αυτό και θα προσκρούσει με πολιτικό πάταγο, εισπράττοντας πολιτικά αποτελέσματα στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, απ’ ό,τι ανταλλακτικά, εφήμερα και ιδιοτελώς επεδίωκε. Πολύ γρήγορα  θα διαπιστώσει ότι το μόνο που κατάφερε είναι ότι άνοιξε διάπλατα τον δρόμο ευρύτερων πολιτικών μετακινήσεων, που θα οδηγήσουν την ελληνική κοινωνία σύντομα σε μια σαρωτική πολιτική αλλαγή.

Η επιτελούμενη τερατογένεση στην Παιδεία αφήνει αδιάφορο τον πολιτικό κόσμο – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολάκη στη “ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ”, Δευτέρα 4 Ιουνίου 2018

Η επιτελούμενη τερατογένεση στην Παιδεία αφήνει αδιάφορο τον πολιτικό κόσμο – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολάκη στη “ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ”, Δευτέρα 4 Ιουνίου 2018

Στις 23 Ιουλίου 1928 δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Μακεδονία» η ομιλία – κυβερνητικό πρόγραμμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, το οποίο εφαρμόσθηκε τη χρυσή τετραετία 1928-1932 με απώτερο στόχο τον Αστικό Εκσυγχρονισμό της χώρας. Σε αυτήν, μεταξύ των άλλων, αναφέρει ότι «. . . αλλά θα στηρίξωμεν ακόμη αποτελεσματικώτερον το κοινωνικό καθεστώς δια της επιβαλλομένης αμέσου και ριζικής μεταρρυθμίσεως του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Εφ’ όσον εκατοντάδες σχολείων της κλασσικής λεγόμενης εκπαιδεύσεως εξακολουθούν να εξαπολύουν κατ’ έτος χιλιάδες νέων ατελέστατα συνήθως μορφωμένων, ανικάνων ουσιαστικώς δια κάθε παραγωγικήν εργασίαν, το μέλλον μας δεν ημπορεί παρά να είναι σκοτεινόν και το Κράτος εργάζεται προφανώς δια να παρασκευάσει τον μέλλοντα στρατόν της κοινωνικής ανατροπής». Ο εμπνευστής της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και μετέπειτα υπουργός παιδείας Γεώργιος Παπανδρέου  αναφερόταν το 1929 στο «προλεταριάτο του κολάρου» και στον «εσμό των θεσιθήρων», υπονοώντας ότι οι πλείστοι των αποφοίτων αυτών, λόγω έλλειψης επαγγελματικών προσόντων, θα κατέφευγαν στην με κάθε τρόπο εξασφάλιση μιας θέσης στο Δημόσιο (δείτε Γιώργος Μαυρογορδάτος «Μετά το 1922: η παράταση του διχασμού», σελ. 335-337). Το σημαντικό είναι ότι ο Βενιζέλος και οι υπουργοί του θεωρούσαν αυτό το φαινόμενο ως μία μορφή υπονόμευσης της αστικής δημοκρατίας.

Κατά τη διάρκεια της τετραετίας 1928-1932 μειώθηκε δραστικά ο αριθμός των φοιτούντων στα Γενικά Γυμνάσια και στα Πανεπιστήμια (ΕΚΠΑ και ΑΠΘ) και Ανώτατες Σχολές (ΕΜΠ, ΑΣΟΕΕ, ΠΑΣΠΕ, Ανωτάτη Σχολή Γεωπονικών Επιστημών, ΑΒΣΠ και ΑΒΣΘ), αλλά αυξήθηκε ο αριθμός των επαγγελματικών και τεχνικών σχολών, ιδιαίτερα αυτές, που είχαν σχέση με τις καλλιέργειες, την κτηνοτροφία και τα τρόφιμα.

Στην Μεταπολιτευτική Ελλάδα, αντιθέτως, ιδρύθηκαν 24 πανεπιστήμια και 16 ΤΕΙ, τα οποία μειώθηκαν τελικώς σε 22 και 14, αντιστοίχως, αφού ιδρύθηκαν 5 νέα τμήματα (Σεπτέμβριος 2012). Σε μία ομιλία του στην Αθήνα το 2014 ο Σταμάτης Κριμιζής ανέφερε ότι η Ελλάδα παράγει 12πλάσιους δικηγόρους, 10πλάσιους γιατρούς και 6πλάσιους μηχανικούς από όσους θα χρειαζόταν μία κοινωνία των 11 εκατομμυρίων.

Αυτό είχε επισημανθεί και από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος ανέφερε στον «Απολογισμό της Τετραετίας της Κυβερνήσεως Βενιζέλου», σελ. 189: «Όπως είναι γνωστόν, η χώρα μας υποφέρει από υπερπληθωρισμόν επιστημόνων. Όχι μόνον τα Γυμνάσια, αλλά και τα Πανεπιστήμιά μας εδημιούργουν κατ’ έτος εις χιλιάδας τους «εγγράμματους» και τους επιστήμονας, οι οποίοι ήσαν καταδικασμένοι ή να μείνουν άνεργοι ή να κερδίζουν ελάχιστα».

Σήμερα, διαπιστώνουμε με τον πλέον τραγικό τρόπο τις επιπτώσεις αυτής της αβελτηρίας και του ασυγκράτητου λαϊκισμού, που άρχισε από όλες τις κυβερνήσεις μετά το 1985 και ολοκληρώνεται με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ. Ας πούμε, επιτέλους, την αλήθεια. Η μετανάστευση των 450.000 νέων επιστημόνων δεν οφείλεται μόνον στην χρεοκοπία της χώρας μετά το 2009. Οφείλεται, πρωτίστως, στη διαπίστωση του Σταμάτη Κριμιζή το 2014. Οφείλεται στην απραξία των κυβερνήσεων να διαπιστώσουν αυτήν την τραγική αλήθεια, την οποία περιέγραψα με παράθεση στοιχείων τον Φεβρουάριο 2010 σε μία τεκμηριωμένη μελέτη, η οποία κατατέθηκε στη Σύνοδο Πρυτάνεων και στην τότε υπουργό παιδείας. Οφείλεται στην απενεργοποίηση μίας σημαντικής διάταξης του νόμου Διαμαντοπούλου (ν. 4009/2011, άρθρο 8), βάσει της οποίας προβλεπόταν η κατάργηση και συγχώνευση ιδρυμάτων, βάσει ενός νέου Χωροταξικού Χάρτη της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Οφείλεται στην υπονόμευση και υποβάθμιση της Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, η οποία δεν αναβαθμίζεται με την ένταξη τμημάτων ξυλουργών, βρεφονηπιοκόμων, οδοντοτεχνιτών και ανθοκόμων στα Πανεπιστήμια.

Όπως είχε επισημάνει ο Ελευθέριος Βενιζέλος, η εκπαίδευση περισσότερων από όσους χρειάζεται η χώρα γιατρών, δικηγόρων, θεωρητικών και μη επιστημόνων αφαιρεί πολίτες από την εκπαίδευσή τους και στη συνέχεια την επαγγελματική απασχόλησή τους σε επαγγέλματα χρήσιμα και παραγωγικά.

Στο συνέδριο «Η Ελλάδα Μετά», που διοργάνωσε ο Κύκλος Ιδεών (Ευάγγελος Βενιζέλος) τον Ιούνιο 2017, παρουσιάσθηκαν προτάσεις για την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση στην Ανωτάτη Εκπαίδευση, οι οποίες πρέπει να είναι άμεσες, ώστε να δούμε την αλλαγή σε βάθος μιας δεκαετίας από σήμερα. Παραπέμπω τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη στο άρθρο του Ιουνίου 2017.

Όμως, ουδεμία ή πολύ χλιαρή αντίδραση υπήρξε από τον πολιτικό κόσμο, όταν καταργήθηκαν τα Πρότυπα Σχολεία, αυξήθηκε ο αριθμός εισακτέων στα ΑΕΙ, επανήλθαν 176.000 αιώνιοι φοιτητές, καταργήθηκε δια νόμου η αξιολόγηση κατ’ απαίτηση των συνδικάτων των δημοσίων υπαλλήλων, ο προαγωγικός βαθμός στην Μέση Εκπαίδευση μειώθηκε σε 9,5/20, επιτρέποντας 2/20 στα Μαθηματικά και 19/20 στα Θρησκευτικά, δύο ΤΕΙ προήχθησαν στο Πανεπιστήμιο Δυτ. Αττικής, ενώ τώρα προετοιμάζεται η ενσωμάτωση ΤΕΙ σε Πανεπιστήμια (ΤΕΙ Ιονίων Νήσων στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, ΤΕΙ Χαλκίδα και Θήβας στο ΕΚΠΑ, ΑΣΠΕΤΕ στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών κ.λπ.), ιδρύονται νέα τμήματα Νομικής (Πανεπιστήμιο Πατρών), Μηχανικών (Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων), Οικονομικών (Ιόνιο Πανεπιστήμιο) κ.α.

Έχει κατ’ επανάληψη επισημανθεί ότι είμαστε προτελευταίοι στην Τεχνολογική και πρώτοι στην Γενική και Θεωρητική Εκπαίδευση ανάμεσα στις 37 χώρες του ΟΟΣΑ (Education at a Glance, OECD Indicators 2015). Όμως, όλοι κωφεύουν μπροστά στο δέλεαρ της θώπευσης των ώτων των μελλοντικών ψηφοφόρων.

Όλα αυτά τα φαινόμενα εντάσσονται στο πλαίσιο της βαθιάς πολιτισμικής κρίσης, η οποία μαστίζει την κοινωνία μας. Η αναλαμπή του 2000-2004 ήταν παροδική. Όπως παροδική ήταν και η προσπάθεια εκσυγχρονισμού του εκπαιδευτικού συστήματος στο χρονικό διάστημα 2009-2012. Είναι οι «Αναλαμπές», όπως θα έλεγε και ο Νίκος Θέμελης εάν ζούσε, σε μία συνεχιζόμενη πορεία Εθνικού Διχασμού. Ενός Διχασμού, ο οποίος διαρκεί από το 1915 έως σήμερα, με απειροστά διαστήματα διαλειμμάτων, και τρώει τα σωθικά της χώρας. Μιας χώρας στο ρόλο του νέου Προμηθέα.

Η κύρια ευθύνη για αυτό το ανοσιούργημα πέφτει στην κυβέρνηση, στους αμαθείς και ιδεοληπτικούς υπουργούς και στον ανιστόρητο πρωθυπουργό.

Μεγάλο μέρος της ευθύνης αναλογεί και σε εκείνους τους πρυτάνεις, οι οποίοι πέφτουν στην παγίδα του λαϊκισμού της κυβέρνησης, νομίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα αυξήσουν την επιρροή και τη δύναμή τους.

Ευθύνες έχουν και οι καθηγητές αυτών των Ιδρυμάτων, οι οποίοι, αντί να υψώσουν το ηθικό και ακαδημαϊκό ανάστημα, που οφείλουν να έχουν, απεμπολούν και προδίδουν τις ακαδημαϊκές αξίες, ζώντας με τις ονειρώξεις της προσωπικής προσόδου.

Τέλος, δεν είναι άμοιρες ευθυνών οι πολιτικές δυνάμεις της Αντιπολίτευσης, οι οποίες, από φόβο μήπως και δυσαρεστήσουν τα πλήθη επιδόξων ψηφοφόρων, δεν καταγγέλλουν την γένεση αυτών των τεράτων, τα οποία ετοιμάζονται να κατασπαράξουν ό,τι απέμεινε από τη χώρα μας.

Βία ή Μήπως Ανομία; – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στην ATHENS VOICE, Tετάρτη 23 Μαΐου 2018

Βία ή Μήπως Ανομία; – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στην ATHENS VOICE, Tετάρτη 23 Μαΐου 2018

Οι απανταχού της γης ακραίοι λάτρεψαν, κυριολεκτικά, τη φράση του Μαρξ «η βία είναι μαμή της Ιστορίας». Σπάνια ενδιαφέρθηκαν για το αν στο διάβα της Ιστορίας η «μαμή» ξεγεννάει τέρατα, γκουλάγκ και τυραννίες. Η βία, κάθε μορφής, υπήρξε και παραμένει η θρησκεία τους.

Πριν από μερικούς μήνες, ο κ. Τσίπρας, ως Πρωθυπουργός, δεν δίστασε να αναρωτηθεί μέσα στο Κοινοβούλιο αν, όταν πέφτουν οι βόμβες μολότωφ, έχει σημασία από ποια μεριά βρίσκεσαι, «από εκεί που τις ρίχνουν ή εκεί που πέφτουν». Εννοούσε, προφανώς, ότι καλό θα είναι να βρίσκεσαι από τη μεριά αυτών που τις ρίχνουν.

Όταν ο Γιάννης Μπουτάρης δέχτηκε την άγρια επίθεση των φασιστοειδών στη Θεσσαλονίκη, ο κ. Τσίπρας με τη δήλωσή του φανέρωσε ότι μοναδική του έγνοια ήταν να αθωώσει αναδρομικά τους «αγανακτισμένους», αλλά και τους σημερινούς «Ρουβίκωνες». Υπογράμμισε ότι αυτοί που χτύπησαν τον Δήμαρχο «δεν ήταν αγανακτισμένοι, αλλά ακροδεξιοί»!

Τα τελευταία χρόνια, έρχεται με ένταση στο προσκήνιο και στη δημόσια σφαίρα το θέμα της βίας. Σε κάποιους είναι βολικό να μιλάνε για «ακροδεξιά βία» και σε κάποιους άλλους για «ακροαριστερή βία». Αυτή είναι μια πτυχή της βίας που προκαλεί το ενδιαφέρον γιατί σχετίζεται με την πολιτική και τα πάσης φύσεως πολιτικά πρόσωπα.

Το ίδιο συμβαίνει και με τη βία στους αθλητικούς χώρους. Πολλές φορές γινόμαστε μάρτυρες σκληρών επεισοδίων σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση. Κορυφαία πρόσφατη στιγμή, η είσοδος παράγοντα ποδοσφαιρικής ομάδας στο γήπεδο με το πιστόλι του! Τότε, όλοι μιλούν για την ανάγκη λήψης σκληρών μέτρων, που να αφορούν, όμως, τους «άλλους».

Αγανακτούμε κάθε φορά που ένα στυγερό έγκλημα κυριαρχεί στην ειδησεογραφία και  ταράζει την ανοχή μας στην εκτεταμένη καθημερινή ανομία.

Εκεί, όμως, βρίσκεται η ρίζα του προβλήματος, στην ΑΝΟΜΙΑ.

Έχουμε κατά καιρούς εφεύρει διάφορες εξηγήσεις για το φαινόμενο, με κυρίαρχη την περίφημη «αντιστασιακότητα» του Έλληνα. Η οποία, βέβαια, εξαφανίζεται, μόλις ο ίδιος Έλληνας βρεθεί σε άλλη, στοιχειωδώς σοβαρή, χώρα, της οποίας το δικαιϊκο σύστημα δεν είναι ανεκτικό στην παραβατικότητα.

Όλα τα φαινόμενα εγκληματικότητας στα οποία περιλαμβάνονται και αυτά της βίας που ζούμε τις τελευταίες δεκαετίες, με αποκορύφωμα την περίοδο της οικονομικής κρίσης, βρήκαν και βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στο σαθρό σύστημα της ποινικής μας νομοθεσίας. Όσο αυτό το σύστημα αποδιαρθρώνεται, τόσο τα φαινόμενα αυτά πληθύνονται. Οι «αγανακτισμένοι» των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και της Χρυσής Αυγής στα πρώτα χρόνια της κρίσης, πολύ γρήγορα κατάλαβαν ότι όση βία και να ασκήσουν επί των πολιτικών αντιπάλων τους δεν θα είχαν καμία κύρωση.

Το πρώτο πράγμα που διδαχθήκαμε στη Νομική Σχολή, όσοι σπουδάσαμε νομικά, ήταν ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινικών κανόνων. Με απλά λόγια, αν κάποιος σκέφτεται να διαπράξει κάποια αξιόποινη πράξη, θα μετρήσει πάρα πολύ στην απόφασή του η ποινή που απειλείται σε περίπτωση σύλληψής του.

Εκεί βρίσκεται το κλειδί.

Στη χώρα μας, τις τελευταίες δεκαετίες, κάτω από την επίδραση θεωριών που ελάχιστα ελάμβαναν υπόψη τους την ανάγκη κοινωνικής ευταξίας, καθώς και πολιτικών προσώπων ευεπίφορων σε πελατειακού τύπου ρυθμίσεις, διαλύθηκε, σχεδόν, κάθε έννοια αποτροπής στην ποινική μας νομοθεσία. Αλλά ακόμη και εκεί που απειλούνται και επιβάλλονται σοβαρές ποινές, ήρθαν διαδοχικοί νόμοι, με κορυφαίο το «νόμο Παρασκευόπουλου», να τις εκμηδενίσουν.

Κατά συνέπεια, τι είναι αυτό που απέμεινε ώστε να μπορεί να συγκρατήσει τον επίδοξο εγκληματία από το να βιαιοπραγήσει εναντίον κάποιου πολιτικού προσώπου – αλλά όχι μόνο- ή να διαπράξει ένα οποιοδήποτε βαρύ έγκλημα; Στην πραγματικότητα, σχεδόν τίποτα.

Πώς αξιολογούμε, ως κοινωνία, την ανάγκη προστασίας της προσωπικότητάς μας απέναντι σε κάθε μορφής βία, της προσωπικής μας περιουσίας, της δημόσιας περιουσίας, του δικαιώματός μας να μιλάμε και να κυκλοφορούμε ελεύθερα και απρόσκοπτα;

Οι πιο προηγμένες δημοκρατίες στον κόσμο, που βρίσκονται στις Σκανδιναβικές χώρες, απάντησαν εδώ και δεκαετίες με απόλυτο τρόπο: οι πολίτες και το δημόσιο προστατεύονται απόλυτα. Κάθε παραβάτης γνωρίζει ότι κινδυνεύει να πάει στη φυλακή αν θίξει την αξιοπρέπεια, την τιμή και την υπόληψη κάποιου. Αν ασκήσει βία εναντίον του. Ναι, φυλακή! Έστω για δέκα μέρες ή μερικούς μήνες, για να μείνω στις πιο απλές περιπτώσεις.

Κάποιος που θα τιμωρηθεί βαρύτερα για βαρύ έγκλημα, ξέρει ότι η ποινή θα εκτελεσθεί στο σύνολό της. Η αναστολή εκτέλεσης έχει πάρα πολλές προϋποθέσεις.

Οι Σκανδιναβοί δεν γεννιούνται πιο ήπιοι, πιο ανεκτικοί και πιο ευγενικοί από τους Έλληνες. Απλώς έχουν κατοχυρώσει στο κοινωνικό τους συμβόλαιο, αλλά και ως βασικό στοιχείο της παιδείας που λαμβάνουν, ότι οφείλουν να σέβονται τους νόμους και, μέσω αυτών, να σέβονται τους συνανθρώπους τους και το κράτος τους. Και αυτό το τηρούν ή αναγκάζονται να το τηρήσουν. Εκεί, αποδέχονται τη Δημοκρατία και τα μέσα που αυτή χρησιμοποιεί για την προστασία της και την προστασία των πολιτών.

Πιστεύω ότι είναι η ώρα δούμε από την αρχή τη δικαιϊκή οργάνωση της χώρας μας, όσον αφορά τους ποινικούς κανόνες. Η δουλειά της Αστυνομίας, έστω και αυτής του ανεκδιήγητου κ. Τόσκα, έρχεται μετά. Και στο τέλος η απόδοση της Δικαιοσύνης. Όσο δεν διορθώνουμε τη βάση, απλώς θα ματαιοπονούμε, μεμφόμενοι πότε την Αστυνομία για ανικανότητα και πότε τη Δικαιοσύνη για ατιμωρησία. Και κάθε τόσο θα βρίσκουμε λόγους να εκδίδουμε οργισμένες ανακοινώσεις για την καταδίκη της βίας ή τη συμπαράστασή μας στα θύματα.

 

 

 

 

 

 

 

Περί σοσιαλδημοκρατίας και άλλων  δαιμονίων – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στην εφημερίδα “ΤΟ ΒΗΜΑ”, Κυριακή 29 Απριλίου 2018

Περί σοσιαλδημοκρατίας και άλλων δαιμονίων – Άρθρο του Γιώργου Φλωρίδη στην εφημερίδα “ΤΟ ΒΗΜΑ”, Κυριακή 29 Απριλίου 2018

Παλαιότερα, το αγαπημένο θέμα κάποιων ήταν το «φύλο των αγγέλων». Τώρα, κάποιοι άλλοι ασχολούνται με το αν ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα!

Και «δωσ’ του και οι καρβουνιάρηδες» που λέει κι ο Διονύσης Σαββόπουλος.

Αυτός είναι ένας ωραίος, αλλά δεν ξέρω πόσο αποτελεσματικός, τρόπος να αλλάξουμε τη βασική συζήτηση και να αποφύγουμε το εξ αυτής προκύπτον σημαντικό ερώτημα: Είναι μια καλή ή μια κακή –χείριστη κατά πολλούς- η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ; Πρέπει να φύγει, όσο γίνεται πιο γρήγορα ή όχι αυτή η κυβέρνηση;

Ο τρόπος, λοιπόν, να αποφύγει κάποιος αυτή τα ερωτήματα, είναι να τα μεταφέρει στο πεδίο μιας, περίπου μεταφυσικής, συζήτησης για το εάν ο ΣΥΡΙΖΑ σταδιακά «σοσιαλδημοκρατικοποιείται»!

Λες και αυτό είναι το θέμα που απασχολεί τους εκατοντάδες χιλιάδες ανέργους, ιδιαίτερα τους νέους που είτε αναγκάζονται να ξενιτευτούν είτε να μείνουν και να παλέψουν εδώ. Τους ελεύθερους επαγγελματίες που όσο και να το προσπαθούν, είναι αδύνατο να τα καταφέρουν με τη ληστρική φοροεπιδρομή των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Τους επιχειρηματίες που είδαν ξαφνικά τις τράπεζες να κλείνουν και αυτοί να οδηγούνται στην οικονομική ασφυξία και την εξόντωση. Τους αγρότες που οι καταθλιπτικές φοροασφαλιστικές επιβαρύνσεις τούς οδηγούν να θεωρούν μάταιη κάθε σοβαρή ενασχόληση με την παραγωγή. Τους φοιτητές που βλέπουν τις σπουδές τους να υποβαθμίζονται διαρκώς και τα Πανεπιστήμια να μετατρέπονται σε χώρους βίας και ορμητήρια εγκληματικότητας. Τους ασθενείς που αναγκάζονται να κουβαλάνε μαζί τους στα νοσοκομεία, ακόμη και τα στοιχειώδη, για τη νοσηλεία τους. Τους πολίτες που αισθάνονται απολύτως ανασφαλείς μπροστά στην εγκληματικότητα που πολλαπλασιάζεται και τους πνίγει. Που βλέπουν τους θεσμούς να δοκιμάζονται και να υπονομεύονται σκληρά, κυρίως τη Δικαιοσύνη. Και όλοι μαζί, να αγωνιούμε για την εθνική ακεραιότητα της Πατρίδας μας που μετατράπηκε σε ξέφραγο αμπέλι, επειδή σε μια περίοδο όξυνσης των εθνικών μας θεμάτων, στο τιμόνι της βρίσκονται οι πλέον ανίκανοι και επικίνδυνοι κυβερνήτες.

Όμως, ας κάνουμε το χατίρι στους παλαιότερους καθώς και στους όψιμους υπερασπιστές της άποψης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ «σοσιαλδημοκρατικοπιείται» και «εκσυγχρονίζεται» και να δεχτούμε, προσώρας, ότι έχουν δίκιο.

Αν συμβαίνει αυτή η εξέλιξη (ούτε ως σενάριο επιστημονικής φαντασίας μπορούμε να το δεχτούμε, αλλά για τις ανάγκες του διαλόγου), αυτή καθιστά ξαφνικά τον ΣΥΡΙΖΑ μια καλή κυβέρνηση, χρήσιμη για τη χώρα και το λαό;

Υπάρχει κάτι στη λειτουργία της χώρας, σε οποιοδήποτε επίπεδο που ο ΣΥΡΙΖΑ θα άξιζε την υποστήριξή μας; Και αν ναι, πιο; Οι θεωρητικοί αναλυτές καλό θα ήταν να απαντήσουν σ’ αυτό και όχι να αναλίσκονται σε απόψεις, που μπορούν να οδηγήσουν σε ατέρμονες συζητήσεις, για την «παλιά» και «νέα» σοσιαλδημοκρατία και να ξεχάσουμε έτσι τα βασικά ζητούμενα για τη χώρα.

Αν λοιπόν κάποιοι, όπως εγώ και πολλοί ακόμη, πιστεύουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η χείριστη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης, που μόνο δεινά επισώρευσε και συσσωρεύει στη χώρα, τότε γιατί δεν πρέπει να συγκροτηθεί ένα ισχυρό κίνημα από δυνάμεις και πολίτες που αρνούνται τον διχασμό και την οπισθοδρόμηση; Ένα κίνημα Εθνικής αφύπνισης, από όλους αυτούς που επιθυμούν να αποκτήσει η χώρα ικανότητα θεσμικής λειτουργίας, τέτοιας που μπορεί να ησυχάσει και να ενώσει την κοινωνία και να πετύχει την πολυπόθητη ανάπτυξη; Γιατί πρέπει να μείνουμε απαθείς, ως λάτρεις ενός δήθεν πολιτικού «καθωσπρεπισμού» όταν γύρω μας όλα γκρεμίζονται και δεν διαφαίνεται καμία προοπτική ανάταξης; Γιατί να μη διεκδικήσουμε το πολιτικά αυτονόητο και το εθνικά αναγκαίο που είναι η απαλλαγή από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και μια νέα διακυβέρνηση στη βάση της δημοκρατικής λειτουργίας των θεσμών, της εθνικής ασφάλειας, της παραγωγής και της δικαιοσύνης.

Στην πραγματικότητα, όλη αυτή η συζήτηση περί «πολιτικής εξημέρωσης» και «σοσιαλδημοκρατικοποίησης» του ΣΥΡΙΖΑ, αφορά μόνον αυτούς που ψάχνουν δικαιολογίες να μετατραπούν σε πολιτικούς του ακολούθους. Δικαίωμά τους. Όμως, ας μη ψάχνουν και για άλλα κορόιδα να τους κάνουν παρέα.

 

 

Διχασμός και συναίνεση – Άρθρο της Άννας Διαμαντοπούλου στην εφημερίδα “ΤΟ ΒΗΜΑ”, Κυριακή 15 Απριλίου 2018

Διχασμός και συναίνεση – Άρθρο της Άννας Διαμαντοπούλου στην εφημερίδα “ΤΟ ΒΗΜΑ”, Κυριακή 15 Απριλίου 2018

Οι επόμενες εθνικές εκλογές συνοδεύονται από τον φόβο της πολιτικής αστάθειας για την επόμενη ημέρα. Προεδρική εκλογή, απλή αναλογική, όξυνση της κρίσης με την Τουρκία, είναι μερικά από τα στοιχεία που ωθούν στην ανάγκη προετοιμασίας συναινέσεων. Η χώρα μας, δυστυχώς, δεν έχει αντίστοιχη εμπειρία και κουλτούρα. Και γι’ αυτό είναι καλό να μελετηθούν κάποια δείγματα συναίνεσης του μεταπολιτευτικού μας παρελθόντος (ακόμη και στην κρίση), από τα οποία μπορούμε να αντλήσουμε διδάγματα.
Έστω και με δυσκολίες, καταφέρναμε να έχουμε κοινή γραμμή στα εθνικά θέματα, στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό – που κάποιες στιγμές στη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ διακυβεύτηκε -, στη διακομματική στήριξη του Μνημονίου το 2015 και πετύχαμε ευρύτατη κοινοβουλευτική συναίνεση στην Παιδεία το 2011.
Η συναίνεση δεν είναι ένα κομματικό παίγνιο με το βλέμμα στην εξουσία. Είναι μια σύνθετη πολιτική διαδικασία που απαιτεί σαφή στόχο, εσωτερική προετοιμασία των κομμάτων, τεκμηρίωση για το εθνικό όφελος, θεσμικό διάλογο, κυβερνώσα δύναμη ικανή να σεβαστεί τους άλλους, να συμβιβαστεί, όπως και όλοι οι συμμετέχοντες, και εν τέλει να οδηγήσει σε συμφωνία. Ολα αυτά δηλαδή στα οποία η πολιτική και η πρακτική του ΣΥΡΙΖΑ είναι αντίθετη μιας και έχει επιλέξει την πόλωση και τον διχασμό.
Με αφορμή την πρόταση του ΚΙΝΑΛ για την αναθεώρηση του Συντάγματος, η απάντηση του Π/Θ δεν αφορούσε την ουσία της πρότασης, αλλά θεωρήθηκε ως ευκαιρία να μιλήσει για «Προοδευτική Αναθεώρηση» και «Προοδευτική συμμαχία».
Ο ΣΥΡΙΖΑ, που θεωρεί εαυτόν προοδευτικό, και το ΚΙΝΑΛ, που ανήκει στα προοδευτικά κόμματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, θα συνεργαστούν με τελικό σκοπό την ενοποίησή τους. Ο νέος δικομματισμός θα αποτελείται από τον διευρυμένο και δήθεν «σοσιαλδημοκρατικοποιημένο» ΣΥΡΙΖΑ και τη «νεοφιλελεύθερη  Δεξιά». Καλώς ήρθατε στο 1981!
Μόνο που ο κόσμος έχει αλλάξει προ πολλού. Κόμματα, νέα και παλιά, αλλάζουν τις πολιτικές, τους στόχους, τα εργαλεία, τη ρητορική τους. Οι σοσιαλδημοκράτες αυτοαποκαλούνται προοδευτικοί και τα δεξιά κόμματα αυτοαποκαλούνται λαϊκά, ενώ οι διαφορές τους, δυσδιάκριτες πια, εντοπίζονται στο Προσφυγικό και στις κοινωνικές μειονότητες. Τα κυρίαρχα κόμματα από τη δεκαετία του ’80 στον δυτικό κόσμο έχουν διαφορετικό παρελθόν, κοινό παρόν και άδηλο μέλλον. Νέα κόμματα αριστερού ή εθνικιστικού λαϊκισμού ξεφυτρώνουν παντού. Η ατζέντα για δουλειά, παραγωγή, συμμετοχή, δικαιοσύνη καθορίζει τον 21ο αιώνα και η Σοσιαλδημοκρατία σήμερα δεν έχει τη δική της θαυματουργή απάντηση όπως στο παρελθόν. Η αναφορά στη Σοσιαλδημοκρατία η οποία στην Ελλάδα θα αναστηθεί με την ένωση ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ είναι ένα βολικό και εύληπτο αφήγημα που όμως αφορά τον προηγούμενο αιώνα.

Τι κόμμα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ

Ας δούμε, όμως, ακόμη και με αυτή την ανάλυση, τι κόμμα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ με βάση τη ρητορική του και την εφαρμοσμένη πολιτική του.
Α. Ο,τι ονόμαζε νεοφιλελεύθερο το υλοποιεί πλήρως: ιδιωτικοποιεί ασυνάρτητα στρατηγικούς τομείς της οικονομίας, ρευστοποιεί χωρίς εξαιρέσεις όλη τη δημόσια περιουσία, απελευθερώνει πλήρως τις εργασιακές σχέσεις, ανοίγει τις αγορές υπηρεσιών και προϊόντων.
Β. Ταυτίζεται με τα φιλελεύθερα ευρωπαϊκά κόμματα σε θέματα κοινωνικών μειονοτήτων και με τα αριστερά κόμματα στο Προσφυγικό.
Γ. Ταυτίζεται με τα λαϊκιστικά κόμματα της Λατινικής Αμερικής όσον αφορά τις θεσμικές λειτουργίες και τον εξισωτισμό. Δηλαδή άλωση των θεσμών, άρνηση νομιμοποίησης των πολιτικών αντιπάλων, ανοχή στη βία, ισοπεδωτική πολιτική στην παιδεία, επιδόματα φτώχειας αντί για πολιτικές εργασίας, έλεγχο των ΜΜΕ, καλλιέργεια του διχασμού.
Δ. Ταυτίζεται με τις χειρότερες διαχρονικές παθογένειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος, δηλαδή το πελατειακό – παρασιτικό σύστημα μέσα από την ιδιοποίηση του κράτους.

Με ποια λοιπόν συγκεκριμένα στοιχεία τοποθετείται ο ΣΥΡΙΖΑ στα σημερινά προοδευτικά κόμματα της Ευρώπης; Οι ενδιαφερόμενοι απαντούν ότι είναι προοδευτικό κόμμα επειδή συμμορφώνεται αδιαμαρτύρητα με τις οδηγίες της τρόικας!

Πόσοι μπορούν να αποδεχθούν το παραπάνω αφήγημα; Ελάχιστοι προφανώς.
Η επιβολή μια τέτοιας προοδευτικής ταυτότητας σημαίνει ότι στην πολιτική σκηνή σήμερα κυριαρχούν η ιδεολογική στρέβλωση και ο πολιτικός μεταμορφισμός.

Ζητούμενο η εθνική και ηθική αφύπνιση

Ετσι νομιμοποιείται κάθε συκοφαντία, σκευωρία και βία εναντίον των αντιπάλων, ορίζεται ως κεντρικό αφήγημα η απειλή εσωτερικών ή εξωτερικών εχθρών και επιβάλλεται ακραίος πολιτικός διχασμός.

Με δικαιολογία την αποτυχία και διαφθορά των προηγούμενων, μπορείς να καταστρέψεις την οικονομία, τους θεσμούς, τις εξωτερικές σχέσεις της χώρας και να διχάσεις τον λαό.

Οταν καταλάβεις την εξουσία τότε μπορείς να αλλάξεις ταυτότητα, να μιλήσεις για αυταπάτες και να απευθυνθείς κατά περίπτωση σε όσους εξευτέλισες, ζητώντας συναίνεση για το καλό της πατρίδας.
Αυτή η αντίληψη πρέπει να πολεμηθεί και να ηττηθεί ολοκληρωτικά.

Το ζητούμενο είναι η εθνική και ηθική αφύπνιση που θα οδηγήσει στην εθνική ανόρθωση: στην εξωτερική και εσωτερική ασφάλεια, την παραγωγή, τους θεσμούς, την παιδεία, μέσα από την υπέρβαση του διχασμού και την ενότητα που βασίζεται στην αλήθεια.

Η χώρα έχει ανάγκη από εθνικό στόχο που θα ορίσει σε ποια μεριά του χάρτη θα βρίσκεται στην επόμενη πενταετία των τεραστίων αλλαγών της τεχνητής νοημοσύνης, των γεωπολιτικών και κλιματικών μεταβολών και των νέων δημογραφικών δεδομένων.

Αυτός ο στόχος θα μπορέσει να ξαναδώσει ελπίδα στους 500.000 νέους που έφυγαν και στη νέα γενιά που έμεινε να παλέψει εδώ. Αυτούς τους νέους Ελληνες δεν τους νοιάζει πλέον ποιος θα πάει με ποιον αλλά πού θα πάει η χώρα και μετά με ποιον.

Και αυτό μπορεί να απαντηθεί μόνο όταν δημιουργικά πρόσωπα κατ’ αρχάς, και πολιτικά κόμματα (μικρά ή μεγάλα) κατά δεύτερον επανιδρύσουν το πολιτικό σύστημα και δεν αρκεστούν στην πεπατημένη. Το ζητούμενο δεν είναι απλά τα πλειοψηφικά αθροίσματα στη Βουλή, αλλά ηγεσίες που θα απαντήσουν στο ιστορικό δίλημμα που διαμορφώνεται μπροστά μας: εθνικός αφανισμός ή εθνική αναγέννηση. Αυτές οι ηγεσίες μπορούν να δημιουργήσουν πλειοψηφικά ρεύματα. Τέτοιες ηγεσίες μπορούν να εμπνεύσουν και να συσπειρώσουν στον στόχο μιας ισχυρής Ελλάδας με σταθερούς συμμάχους σε αυτόν τον συναρπαστικό και απειλητικό κόσμο που εξελίσσεται γύρω μας. Σε αυτή την ατζέντα η συναίνεση θα γεννήσει σταθερότητα και ευημερία.

Το Δημοκρατικό Τόξο και η Προοδευτική Συμμαχία – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολλάκη στη ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018

Το Δημοκρατικό Τόξο και η Προοδευτική Συμμαχία – Άρθρο του Ιωακείμ Γρυσπολλάκη στη ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018

Τα δίπολα «προοδευτικό – συντηρητικό» και «Αριστερά – Δεξιά» έχουν χρησιμοποιηθεί κατά κόρον για ιδιοτελείς σκοπούς. Πώς θα αποκαλέσεις την κατάργηση της αξιολόγησης από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ; Τι επιθετικό προσδιορισμό θα θέσεις προ της κατάργησης των Προτύπων Σχολείων; Πώς θα χαρακτηρίσεις τη ρήση του Αριστείδη Μπαλτά «Η Αριστείας είναι ρετσινιά»; Πού κατατάσσεις την εργώδη προσπάθεια της κυβέρνησης να ελέγξει τα ΜΜΕ, εκβιάζοντας τους τηλεοπτικούς σταθμούς; Πώς θα χαρακτηρίσεις την απαξίωση των Ανεξάρτητων Αρχών, την προσπάθεια χειραγώγησης της Δικαιοσύνης και τη διάλυση των Πανεπιστημίων; Εντάσσονται όλες αυτές οι ενέργειες στη χωρία των προοδευτικών ενεργειών; Τέλος, για να θυμηθούμε αυτό που είπε μόλις χθες σε συνέντευξή του ο Π. Σκουρλέτης, πρωτοκλασάτος υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ: «πολλές φορές η κυβέρνηση πήγαινε να νομοθετήσει και σκόνταφτε πάνω στο Σύνταγμα». Αυτή η δήλωση υποδηλώνει δημοκρατικό κόμμα ή μήπως ένα κόμμα με σταλινικά κατάλοιπα, που προσπαθεί να ελέγξει τα πάντα και να καθυποτάξει κάθε εξουσία; (ας θυμηθούμε το σχετικό σχόλιο της συζύγου του Α. Τσίπρα «η κυβέρνηση δεν έχει ακόμη όλη την εξουσία»). Βέβαια, την απαξίωση των θεσμών στην Μεταπολίτευση εισήγαγε ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος μας είπε ότι ο μόνος θεσμός είναι ο Λαός, αλλά το 1981 απέχει πολιτικούς αιώνες από το 2018.

Και επειδή οι Έλληνες χαρακτηρίζονται τόσο για την αφέλειά τους όσο και για την βραχεία μνήμη, οφείλουμε να υπενθυμίζουμε συχνά όλες τις ενέργειες του Α. Τσίπρα και της παρέας του από το 2012 έως σήμερα. Διότι η οικονομική καταστροφή, που προκάλεσε ο ΣΥΡΙΖΑ στην κοινωνία μας (200 δις ευρώ κατά τον πρώην πρόεδρο του Euroworking Group) είναι ένα πολύ σοβαρό θέμα. Μία εξ ίσου, αν όχι μεγαλύτερη, καταστροφή, όμως, είναι η διάλυση του Εκπαιδευτικού Συστήματος, που διασφαλίζει το μέλλον μιας κοινωνίας, και η απαξίωση των Θεσμών. Κατήργησαν τα Πρότυπα Σχολεία και το Ολοήμερο Σχολείο, κατήργησαν την αξιολόγηση σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, επανέφεραν τις 176.000 αιώνιους φοιτητές, κατήργησαν τις διατάξεις του ν. 4009/2011, που περιόριζε το διάστημα σπουδών και αποτελούσε ένα ισχυρό κίνητρο παρακολούθησης των μαθημάτων, κατήργησαν τα Συμβούλια Ιδρυμάτων, που είχαν προσελκύσει αμισθί δεκάδες διεθνώς αναγνωρισμένων ακαδημαϊκών από όλο τον κόσμο, επανέφεραν το άσυλο της ανομίας στα ΑΕΙ, εμποδίζουν την συνέχιση διεθνώς αναγνωρισμένων Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων Σπουδών με δίδακτρα, που προσήλκυαν εκατοντάδες φοιτητών από την αλλοδαπή, ενώ απαγόρευσαν ξενόγλωσσα Προγράμματα Σπουδών, τα οποία θα παρακολουθούσαν χιλιάδες ξένων φοιτητών. Ο κατάλογος της καταστροφής είναι τόσο μεγάλος, που δεν μπορεί να εξαντληθεί σε ένα άρθρο.

Ποιος θα τολμούσε να τεκμηριώσει την άποψη ότι η ψήφιση της απλής αναλογικής, ως του επόμενου εκλογικού νόμου, δεν είναι μία πράξη άκρως καταστροφική για την κυβερνησιμότητα της χώρας και υστερόβουλη, δεδομένου ότι από τις επόμενες εκλογές θα επιβληθεί η συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, εφ’ όσον βέβαια διατηρηθούν τα ποσοστά των δημοσκοπήσεων; Πώς θα χαρακτηρίζαμε άραγε την εμμονή της Φ. Γεννηματά στην συμμετοχή και του ΣΥΡΙΖΑ στην επόμενη κυβέρνηση, προκειμένου να συμμετάσχει και το Κίνημα Αλλαγής; Προοδευτική ή Συντηρητική; Ή πώς θα χαρακτηρίζατε την εμμονή των Γ. Παπανδρέου, Θ. Θεοχαρόπουλου, Γ. Ραγκούση, Ν. Μπίστη, Δ. Χατζησωκράτη, Θ. Μαργαρίτη και άλλων στελεχών του ΚΙΝ.ΑΛΛ. για συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ, διότι «στρατηγικός μας αντίπαλος είναι η Δεξιά», όπως μονολογεί καθημερινά η νεοεκλεγείσα πρόεδρος της ομοσπονδίας; Τέλος, πώς θα χαρακτηριστεί ο παραγκωνισμός των Β. Βενιζέλου και Α. Λοβέρδου από την Φ, Γεννηματά στο μείζον θέμα της αναθεώρησης του Συντάγματος; Προοδευτικές ενέργειες ή συντηρητικές; Αριστερές ή Δεξιές; Δημοκρατικές ή Αντιδημοκρατικές; Η τελευταία δεν πρέπει να θεωρείται άσχετη με την άρνηση των δύο αυτών να συμπράξει το ΚΙΝ.ΑΛΛ. με τον ΣΥΡΙΖΑ. Προς επίρρωση αυτού ήρθε μόλις χθες η δήλωση του Π. Σκουρλέτη ότι η κίνηση του ΚΙΝ.ΑΛΛ. είναι ευπρόσδεκτη και είναι δυνατή η συνεργασία των δύο, εφ’ όσον απομακρυνθούν από αυτό οι Βενιζέλος και Λοβέρδος.

Προ δεκαοκτώ μηνών, σε μία συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ στην Μακεδονία ο εξ απορρήτων του πρωθυπουργού Νίκος Παππάς είπε ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αποφασισμένος να μείνει στην εξουσία για πολλά χρόνια, όχι προς όφελος του ιδίου, αλλά προς όφελος του Λαού». Ποια ή διαφορά από τις προθέσεις και τους λόγους των ηγετών όλων των ολοκληρωτικών καθεστώτων του 20ου αιώνα;

Επαναφέρω απόσπασμα από άρθρο της 11ης/10/2016: Ας επικαλεστούμε το διάλογο δύο εκ των σημαντικότερων Γάλλων φιλοσόφων, του Alain Badiou και του Marcel Gauchet (Τι να κάνουμε; ΔΙΑΛΟΓΟΣ για τον καπιταλισμό, τον κομμουνισμό και το μέλλον της Δημοκρατίας, εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ 2016). Στις σελίδες 72 και 73 συμφωνούν ότι «στον εθνικοσοσιαλισμό και τον φασισμό το πρόταγμα της απόλυτης κυριαρχίας επί της κοινωνίας υλοποιείται με την έμφαση στο έθνος – κράτος (θυμόμαστε ότι κατ’ επανάληψη στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και υπουργοί έχουν δηλώσει ότι οι αντιρρήσεις της αντιπολίτευσης επί προτάσεων της Κυβέρνησης στρέφονται κατά του έθνους και του κράτους) και στη δημοψηφισματικού τύπου επικύρωση της παντοδυναμίας του ηγέτη». Αντίστοιχα, «στον σοβιετικό κομμουνισμό, το πρόταγμα της αυτονομίας υλοποιείται με την απόλυτη κυριαρχία του Κράτους επί της κοινωνίας». Και αν αυτά αναφέρονται κατ’ αρχάς από τον Marcel Gauchet, ο οποίος πρεσβεύει τη σοσιαλδημοκρατία, έρχεται στη συνέχεια ο Alain Badiou, ο οποίος πρεσβεύει την παλιννόστηση του κομμουνισμού, λέγοντας ότι «δεν αρνούμαι τα κοινά στοιχεία μεταξύ φασισμού, ναζισμού και κομμουνισμού, που είναι η δεσποτική εξουσία του Κόμματος και η καταστολή κάθε αντιπολιτευτικής φωνής».

Μετά από αυτά που προηγήθηκαν, υπάρχει κάποιος που θα ισχυρισθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ανήκει στο Δημοκρατικό Τόξο ή ακόμη και στο Προοδευτικό Τόξο; Ελπίζω πως όχι. Εκτός εάν το πράξει από υστεροβουλία και μόνον, θεωρώντας μας σανοφάγους. Όχι λοιπόν. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ή για να είμαι επιεικής η πολυμελής ηγετική ομάδα του, εντάσσεται στα σταλινικά κατάλοιπα και σε εκείνες τις ομάδες, που προσπαθούν να απαλλαγούν από το παρόν Σύνταγμα, ώστε να καθιερώσουν ένα αυταρχικό και ολοκληρωτικό καθεστώς, που θα προβλέπει δημοψηφίσματα, ώστε να εκφράζεται η βούληση του Ηγέτη και δεν θα σέβεται το διαχωρισμό των εξουσιών και τις αξίες του αστικού πολιτισμού.

Για όλους τους παραπάνω λόγους το Κίνημα Αλλαγής έχει δύο επιλογές: Η πρώτη είναι να αλλάξει αμέσως κατεύθυνση και στοχεύσεις. Να αποκηρύξει κάθε σκέψη συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ, να καταστρώσει σχέδιο εκσυγχρονισμού της χώρας, να αποκηρύξει τον λαϊκισμό και τον κρατισμό, να διαβεβαιώσει ότι θα καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να υπάρξει κυβέρνηση μετά τις εκλογές, να διασφαλίσει την αλλαγή του εκλογικού νόμου και την εκλογή ΠτΔ και να διοργανώσει ιδρυτικό συνέδριο ενός νέου και ενιαίου κόμματος, εντός του οποίου θα διαλυθούν τα υπάρχοντα. Η δεύτερη επιλογή είναι να εμμείνει στις θέσεις του (αναφέρονται ανωτέρω) και να καταλήξει σε μία ασήμαντη ολιγομελή ομάδα στην επόμενη Βουλή.

Κεντροαριστερά: Ενδογαμική πολυγαμία; – Άρθρο του Δημήτρη Κατσαντώνη στην Athens Voice, Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018

Κεντροαριστερά: Ενδογαμική πολυγαμία; – Άρθρο του Δημήτρη Κατσαντώνη στην Athens Voice, Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018

Η ενδογαμία είναι είτε επιλογή (για να διατηρηθούν ή να μην αλλοιωθούν χαρακτηριστικά της «φυλής» ή της «κοινότητας») είτε αναγκαστική λύση λόγω αδυναμίας επαφής με άλλες «κοινότητες». Οι επιπτώσεις της, σύμφωνα με την επιστήμη, είναι αρνητικές για την υγεία των επόμενων γενεών.

Η πολυγαμία συνήθως είναι επιλογή. Όταν δεν είναι επιλογή, τότε ή αποτελεί αντικείμενο της ψυχιατρικής ή εμπίπτει στο ευρύ πεδίο των εννοιών του βιασμού.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, δεν είναι πολλές οι περιπτώσεις που η πολυγαμία είναι και  ενδογαμία. Στη χώρα μας δε, αυτή η παράδοση είναι ανύπαρκτη. Αλλά πάντοτε μπορεί να γίνει μία αρχή – και, σε πολιτικό επίπεδο, έγινε. Υπό αυτή την έννοια, το πρόσφατο Συνέδριο του Κινήματος Αλλαγής, ήταν κάτι πρωτοποριακό:

– Ήταν Συνέδριο χωρίς εκλογές (συνέδρων/αντιπροσώπων/οργάνων) και χωρίς επιλογές (προγραμματικές/πολιτικές). Απλώς αρραβωνιάστηκαν όλοι με όλους, με τη συμφωνία όμως να μην αναλάβουν καμία δέσμευση, όλοι έναντι όλων. Παρόλα αυτά γίνεται πρόσκληση προς τον ευρύ κόσμο της Κεντροαριστεράς σε νέα αρχή, σε μία συστράτευση όλων – είναι, δεν είναι οπαδοί της ενδογαμίας («αφού όλοι μια οικογένεια είμαστε»…)

– Το Συνέδριο κατασκεύασε ένα κόμμα που αποτελείται από πολλά διακριτά και αυτόνομα μέρη, στη θέση ενός κόμματος που αποτελούνταν από πολλά, διακριτά και αυτόνομα μέρη. Σύμφωνοι, αυτό μπορεί και να μην ονομαστεί πολυγαμία. Κοινόβιο;

– Το Συνέδριο πέτυχε την ενότητα των συμβαλλομένων μερών εξελίσσοντας το ομοσπονδιακό Πολιτικό Συμβούλιο που δεν είχε κανένα άλλο όργανο από κάτω του και συνεπώς δεν έδινε πουθενά λόγο, σε ομοσπονδιακό Πολιτικό Συμβούλιο που (θα) έχει άλλα ομοσπονδιακά όργανα από κάτω του στα οποία επίσης δεν θα δίνει λόγο. Ο θρίαμβος του θεσμικού κόμματος…

– Όσοι πήγαν δεν εξελέγησαν από κανέναν και δεν εξέλεξαν κανένα. Παρόλα αυτά μετέφεραν την εντολή για «νέα αρχή» και την ανέθεσαν σε κάποιους που δε ξέρουν ακόμη, αφού θα διοριστούν αργότερα και από άλλους. Όλα αυτά στον 21ο αιώνα…

– Για να μην είμαστε ισοπεδωτικοί πρέπει να πούμε πως το Συνέδριο έκανε μια κομβική επιλογή: βρήκε το νέο σήμα του φορέα, μια πολύχρωμη αυτο-μαδούμενη μαργαρίτα η οποία, στα πλαίσια των αθρόων μετονομασιών που ενδημούν στο χώρο, ονομάστηκε ρόδο. Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε.

Στο Βυζάντιο, στην αυτοκρατορική αυλή, συνέβαιναν κάποια φαινόμενα ενδογαμίας. Όχι πολυγαμίας. Και πολύ περισσότερο δεν υπήρχε ενδογαμική πολυγαμία. Προφανώς. Οι διαδικασίες του ήταν απλοϊκές μπροστά στην ελληνική Κεντροαριστερά…

Αποτροπή και όχι κατευνασμός με εθνική ισχύ και συμμαχίες – Άρθρο της Άννας Διαμαντοπούλου στην εφημερίδα ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, Τρίτη 21 Μαρτίου 2018

Αποτροπή και όχι κατευνασμός με εθνική ισχύ και συμμαχίες – Άρθρο της Άννας Διαμαντοπούλου στην εφημερίδα ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, Τρίτη 21 Μαρτίου 2018

Οι ανατρεπτικές αλλαγές στο ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον της Ευρώπης και της χώρας μας δημιουργούν ανασφάλεια αλλά και φόβο στους πολίτες.. Πόσο μάλλον όταν είναι επιβαρυμένοι με την πληγωμένη αυτοπεποίθηση και την έλλειψη αισιοδοξίας για την ισχύ και την πορεία της χώρας μας.

Η περίοδος που διανύουμε δεν είναι «στιγμιαία».

Η μελέτη της ιστορίας και η ανάλυση των νέων δεδομένων στην ισορροπία του οικονομικού ανταγωνισμού διεθνώς, δείχνουν ότι οι αναταραχές στην περιοχή θα συνεχιστούν.

Είναι εμφανές ότι όσον αφορά στην Ελλάδα (αλλά και στην Ευρώπη), η χώρα που έχει οδηγήσει σε αλλαγή πεδίου άσκησης της εξωτερικής πολιτικής είναι η Τουρκία.

Εξετάζοντας την σημερινή Τουρκία του Erdogan και ξεπερνώντας τις πρώτες αναλύσεις περί εσωτερικών προβλημάτων και «κουρδικοποίησης» της τουρκικής πολιτικής, είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε μερικά από τα βασικά στοιχεία της Τουρκικής πολιτικής άλλα παλαιά και άλλα νέα.

Η Τουρκία επανέρχεται στην «επεκτατική στρατηγική διαρκείας» δημιουργεί τετελεσμένα μικρά ή μεγάλα που κυμαίνονται από την εισβολή σε άλλη χώρα μέχρι τις συλλήψεις ξένων πολιτών στο έδαφος της. Τα τετελεσμένα αυτά είναι η βάση διαπραγμάτευσης.

Η διαπραγμάτευση γίνεται με την Δύση δηλαδή ΕΕ και ΗΠΑ με την Ελληνοτουρκική μεθόριο να αντιμετωπίζεται ως Δυτικοτουρκική ενώ το εργαλείο της ένταξης στην ΕΕ δεν υπάρχει πια στο τραπέζι για κανέναν.

Η διαρκής αυτονόμηση από την Δύση με επιλογή άλλων συμμάχων κατά περίπτωση και επίδειξη αυταρχισμού δυσκολεύει την έγκυρη και πρόθυμη διαιτησία για τα ελληνοτουρκικά προβλήματα.

Η φαινομενικά απρόβλεπτη συμπεριφορά του Erdogan φαίνεται ότι είναι μελετημένη αν δει κανείς προσεκτικά τις κινήσεις του. Παράδειγμα η κατάκτηση του Αφρίν (συνεννόηση με την Ρωσία) και η παρενόχληση στην ΕΝΙ μέσα στην Κυπριακή ΑΟΖ, την περίοδο των ιταλικών εκλογών.

Ο Erdogan καλλιεργεί και οργανώνει ισλαμοτουρκικά προγεφυρώματα στο εσωτερικό της ΕΕ όπως στην Γερμανία, στο Βέλγιο, στη Βουλγαρία αλλά και στην Ελλάδα. Οι επιπτώσεις στα πολιτικά συστήματα κάποιων χωρών είναι ήδη εμφανείς.
Η χρήση του προσφυγικού που είναι ένα αληθινό πρόβλημα για την Τουρκία με 3,5 εκατομμύρια Σύριους στο έδαφος της χρησιμοποιείται αφενός ως απειλή και εκβιασμός για την Ευρώπη και αφετέρου ως δύναμη εποικισμού των εδαφών της στα ανατολικά σύνορα μετά από το σχέδιο Κουρδικής εκκαθάρισης.

Ο τρόπος αντίδρασης της ΕΕ και των Διεθνών Οργανισμών απέναντι στην Τουρκία μέχρι στιγμής ακολουθεί την πολιτική του κατευνασμού. Η συσσώρευση διαφορετικών προβλημάτων, η στροφή της αμερικανικής πολιτικής, η αναδυθείσα νέα Ρωσία και το νέο τοπίο των ενεργειακών πόρων, κάνουν διστακτικούς Διεθνείς Οργανισμούς και ηγέτες, θέλοντας να κρατήσουν τον Erdogan και την Τουρκία μέσα σε ένα όσο γίνεται συμβατικό πεδίο συνεννόησης. Η Τουρκία είναι η δεύτερη δύναμη συνεισφοράς στρατιωτών στο ΝΑΤΟ.

Η Ελλάδα όμως δεν έχει τα περιθώρια της Στρατηγικής του Κατευνασμού ως χώρα που απειλείται άμεσα και πολλαπλώς. Το αντίθετο του κατευνασμού δεν είναι φυσικά ο τυχοδιωκτισμός ή η εύκολη και επικίνδυνη μαγκιά της ρητορείας. Χρειάζεται Στρατηγική Αποτροπής. Π.χ. στο Αφρίν υπάρχει καταπάτηση του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και βέβαια σαφής καταπάτηση (του άρθρου 3) της Συνθήκης της Λωζάνης όπου καθορίζονται τα σύνορα της Τουρκίας με τη Συρία και το Ιράκ.

Η ελληνική κυβέρνηση θα έπρεπε να έχει θέσει δια της διπλωματικής οδού το ζήτημα στους Διεθνείς Οργανισμούς αλλά και στους συνυπογράφοντες της Συνθήκης. Το θέμα της ένταξης στην ΕΕ της Τουρκίας θέλει από την Ελλάδα νέα προσέγγιση και νέες συμμαχίες.

Τα δύσκολα είναι μπροστά μας και επί μακρόν. Το νέο περιβάλλον είναι εξαιρετικά σύνθετο, μεταβαλλόμενο και απαιτεί εθνική ισχύ και συμμαχίες.

Μία χώρα χρεοκοπημένη, παραγωγικά αδύναμη και με κυβερνώντα κόμματα κακέκτυπα των χειρότερων κομματικών εκφάνσεων της ιστορίας μας, κινδυνεύει να μπει στο περίφημο δίλημμα του Π.Κονδύλη: «Υποταγή ή συντριβή». Η αποφυγή του διλήμματος είναι η στρατηγική της αποτροπής που σημαίνει πρώτον τι αλλάζουμε «εμείς» στη χώρα μας και δεύτερον πως οργανώνουμε τις συμμαχίες μας. Το «εμείς» σημαίνει εθνικό αναστοχασμό που θα μας μετακινήσει από έναν φολκλορικό ελληνοκεντρισμό στην ισχυρή εθνική ταυτότητα και επομένως στη δημιουργία εθνικού ισχυρού μετώπου.
Εθνική ταυτότητα που θα συνδέει το παρελθόν με μεγάλους και ευγενείς στόχους για την πρωτοπορία στη νέα εποχή της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, με ισχυρούς θεσμούς και αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου.

Το δεύτερο σημείο, η ανάγκη δηλαδή συμμαχιών, παραπέμπει στον Ελευθέριο Βενιζέλο αλλά και σε όλη την νεοελληνική ιστορία μας. Η συνεπής και προσεκτική επιλογή συμμάχων οι οποίοι μας δίνουν και τους δίνουμε υπήρξε καθοριστικής σημασίας για τις επιτυχίες στη χώρα μας σε δύσκολες εποχές.

Η εύθραυστη στρατηγική συμμαχιών σε περιόδους μεγάλων ανακατατάξεων είναι ο υπ΄αριθμόν ένα κίνδυνος για εθνικό ακρωτηριασμό.

Τα δύο παραπάνω στοιχεία η εθνική ισχύς και οι συμμαχίες προϋποθέτουν την ύπαρξη των αρίστων των Ελλήνων και από την μεριά τους αφιέρωση και θυσία.

Το παράδειγμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, όπως γράφει ο Θάνος Βερέμης, συνίσταται στην επιλογή των συνεργατών του. «Ουδέποτε γνώρισε η Ελλάδα υπουργικά συμβούλια σαν του Βενιζέλου. Άτομα με εξαιρετικές ικανότητες και ανάλογη με την δική του βουλητικότητα».

Δυστυχώς το ακριβώς αντίθετο από ότι ζούμε σήμερα όπου οι πλέον κρίσιμοι θεσμοί και θέσεις είναι αποτέλεσμα φτηνών παζαριών και κομματικών ισορροπιών. Η συνταγή για μια όλο και πιο «μικρή» Ελλάδα. Αυτό δεν μπορεί να γίνει πλέον αποδεκτό και οφείλουμε να το αναδείξουμε και να το ανατρέψουμε.